Της Κατερίνας Μυλωνά

Να φέρει την τέχνη στην καθημερινότητα του ανθρώπου με έργα που δε σοκάρουν αλλά προβληματίζουν το θεατή με τρόπο «γλυκό» και «ήπιο» και τον ταξιδεύουν… Αυτός είναι ο στόχος της εικαστικού, Βίκης Καμένου.

«Υπάρχει μια τάση στην τέχνη, ότι πρέπει να σοκάρεις τον θεατή, να παρουσιάσεις πράγματα που θα τον συγκλονίσουν, θα ξυπνήσουν αρνητικά συναισθήματα μέσα του σε μια προσπάθεια να τον κάνεις πιο ενεργό, με αυτή την τάση εγώ δε συμφωνώ», αναφέρει. Η ίδια θεωρεί πως ήδη υπάρχει πολύς πόνος στον κόσμο και πιστεύει πως ευθύνη του καλλιτέχνη είναι, μεν, να προβληματίζει το κοινό αλλά χωρίς τα έργα του να απευθύνονται σε έντονα αρνητικά συναισθήματα του θεατή.

Η Βίκη Καμένου άρχισε από μικρή ηλικία να κατασκευάζει αντικείμενα και η απόφασή της να αφοσιωθεί στην τέχνη ήρθε αβίαστα, φυσιολογικά και χωρίς προγραμματισμό, «κάπως έτσι το βιώνω, μου αρέσει να ασχολούμαι γύρω από την τέχνη και με όχι τόσο σύνθετα πράγματα, όπως το να κάνεις ένα έργο τέχνης, να ταλαιπωρηθείς, να βασανιστείς, να πονέσεις, να κουραστείς, να θυμώσεις, να χαρείς με το αποτέλεσμα αλλά και με απλά, όπως να φτιάξεις ένα χρηστικό αντικείμενο δικό σου με τα χέρια σου», περιγράφει.

Η εικαστικός ζει τα τελευταία δέκα χρόνια μόνιμα στο νομό Ηρακλείου και παρατηρεί πως εδώ συμβαίνουν δύο παράλληλα πράγματα, από τη μία πλευρά υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους η τέχνη είναι η ζωή τους ενώ μία μερίδα του κόσμου αγνοεί την ύπαρξη των παραγόντων της τέχνης, «για τον κόσμο δεν είναι ανάγκη να δει ένα έργο τέχνης, ένα γλυπτό, μια καλή ταινία ή να έχει μια σχετική καλαισθησία στον ίδιο του τον χώρο», αναφέρει και προσθέτει πως «θα με ενδιέφερε, και είναι κάτι που προσπαθώ να πετύχω στο σχολείο, να μπορώ να φέρω την τέχνη μέσα στην καθημερινότητα του ανθρώπου». Εκείνο που της έκανε ιδιαίτερα εντύπωση, ως μια έντονη αντίθεση στους κόλπους της πόλης μας, είναι ότι ενώ το ένα βράδυ, στα εγκαίνια της πρόσφατης έκθεσης του δικτύου εικαστικών, πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί για να δει έργα τέχνης, το επόμενο πρωί είδε πως κάποιος είχε καταστρέψει με μαύρο σπρέι ένα επιτοίχιο που είχαν δημιουργήσει οι μαθητές της, «ένιωσα ότι είμαστε πολύ μακριά από το να πετύχουμε το στόχο μας και ότι ο κόσμος θέλει ακόμα πολλή δουλειά. Δε φταίει, όμως, και ο ίδιος. Όταν δεν έχεις οπτικές εμπειρίες καθημερινές, δεν έχεις μια τριβή, δεν έχουν συνηθίσει τα μάτια σου να βλέπουν κάποια πράγματα, αγνοείς ότι υπάρχουν κιόλας», υποστηρίζει. Παράλληλα, η εικαστικός διαπιστώνει πως υπάρχουν ορισμένα κενά στο Ηράκλειο, για παράδειγμα, θέλει να δείξει στους μαθητές της έργα μοντέρνας γλυπτικής αλλά δεν μπορεί να τους παραπέμψει σε κάτι μέσα στην πόλη μας για να δουν από κοντά πώς είναι αυτή η μορφή της τέχνης.



Ποια είναι



Η Βίκη Καμένου γεννήθηκε στην Λευκωσία της Κύπρου το 1972.

Παρακολούθησε μαθήματα σχεδίου στο εργαστήριο του Ν. Στέφου στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το εργαστήριο γλυπτικής του Θ. Παπαγιάννη στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας .Παρακολούθησε, επίσης, τα εργαστήρια χαρακτικής και σκηνογραφίας της σχολής. Έχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις στην Αθήνα και στην Κρήτη.

Έχει ασχοληθεί με το σχέδιο υφάσματος, την κατασκευή χειροποίητης κούκλας κουκλοθεάτρου και θεατρικής μάσκας. Έχει συμμετάσχει σε προγράμματα κοινωνικού αποκλεισμού της Νομαρχίας Αθηνών. Από το 1998 μένει μόνιμα στο Ηράκλειο και διδάσκει Καλλιτεχνικά στη Δ/θμια εκπαίδευση.

Είναι μέλος του Δικτύου Εικαστικών Καλλιτεχνών Ηρακλείου. Έλαβε μέρος στην έκθεση «Εν Ηρακλείω Τη» που πραγματοποιήθηκε στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου.

Ασχολείται με κατασκευές, με μικτή τεχνική, δουλεύει πολύ με χαρτοπολτό, σύρμα, ύφασμα και χαρτί ενώ πειραματίζεται με το σχέδιο και τη ζωγραφική. Τα θέματα που την απασχολούν είναι ο άνθρωπος, οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, η σχέση του ανθρώπου με το αστικό τοπίο και τη φύση καθώς και στοιχεία της φύσης, ιδιαίτερα το δέντρο. «Πιστεύω ότι η αφηρημένη τέχνη, με τα σχήματα, χρώματα και τις γραμμές, έχει πάρα πολλή δύναμη και μπορεί άμεσα να σου μεταφέρει ένα συναίσθημα, ένα μήνυμα, να σε συγκινήσει, εντυπωσιάσει και χαλαρώσει», αναφέρει.