Της Κατερίνας Μυλωνά

Μπροστά στο φόβο της ανυπαρξίας και του τέλους, ο Γιάννης Δ. Στεφανάκις, επέλεξε την τέχνη. Από παιδί ζωγραφίζει και χαράζει, εκδίδει περιοδικά και συλλεκτικά βιβλία και σκέπτεται με ποιο τρόπο θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε σε μια καλύτερη κοινωνία. «Αλλά ζωγραφίζω, επίσης, γιατί αυτό μου αρέσει να κάνω. Και ξέρω καλά πως, αν έκανα άλλα πράγματα, τόσες ώρες που δουλεύω, τώρα θα είχα τρελαθεί. Έχοντας σφραγίσει μέσα μου τις αναμνήσεις του χωριού, τότε που αμέριμνος έπαιζα και έφτιαχνα πράγματα με τα χέρια μου, με οτιδήποτε έβρισκα μπροστά μου, συνεχίζω να παίζω και τώρα και να ζωγραφίζω τον ίδιο πίνακα, όπως ο ποιητής το ίδιο ποίημα γράφει», περιγράφει ο ίδιος.

Ο Γ. Στεφανάκις δε μένει μόνιμα στο Ηράκλειο, το οποίο, όμως, επισκέπτεται πολύ συχνά. «Δεν ζω στο Ηράκλειο, γιʼ αυτό το αγαπώ. Και για να μην απομυθοποιήσω την ιδέα της Κρήτης που έχω βαθιά μέσα μου, αναγκάστηκα να επιστρέψω ξανά στην Αθήνα, όταν πριν λίγα χρόνια είχα εγκατασταθεί στη Μεσαρά. Το Ηράκλειο έδωσε τα μέγιστα στον πολιτισμό και είναι κρίμα τώρα να κλείνει τα μάτια», αναφέρει χαρακτηριστικά. Ο εικαστικός θλίβεται όταν βλέπει πως ο νομός όπου γεννήθηκε δεν μπορεί να συντηρήσει μια αίθουσα τέχνης ενώ θεωρεί πως είναι κρίμα που δεν υπάρχουν χορηγοί για να στηρίξουν τους εικαστικούς και γενικότερα τον πολιτισμό. «Βεβαίως, μια καλή αρχή μπορεί να γίνει εάν καταφέρουμε νʼ αλλάξουμε έστω και λίγο τη νοοτροπία μας σε κάποια σημεία. Γιατί πιστεύω ότι για τον πολιτισμό, όπως και για καθετί σημαντικό, χρειάζεται να γίνονται πολλές θυσίες. Πρέπει να καταλάβουμε επιτέλους πως ο άνθρωπος έχει ανάγκη όχι μόνο να γεμίσει την κοιλιά του ( και μάλιστα όχι από την κρητική διατροφή, που έχει πλέον ξεχαστεί), αλλά ανάγκη έχει και από σωστή πνευματική τροφή για να αισθανθεί ολοκληρωμένος και να μπορέσει να αντισταθεί στη μιζέρια που απλώνεται με γεωμετρική πρόοδο γύρω του. Να έχει ενδιαφέροντα, να διαβάζει και όχι να έχει τα βιβλία για να διακοσμούν το σαλόνι του», σημειώνει.

Ως απάντηση στις συγκρίσεις που κατά καιρούς γίνονται με την Αθήνα, αναφέρει πως «κι εδώ (Αθήνα) όμως συχνά απουσιάζει η πνευματική καλλιέργεια, κι έτσι οι λίγοι συλλέκτες, οι λίγοι φιλότεχνοι, οι φίλοι του ζωγράφου, γεμίζουν τις αίθουσες στα εγκαίνια. Ύστερα πάλι η μοναξιά του καλλιτέχνη μπροστά στο τελάρο του».

Ο εικαστικός θεωρεί πως προκειμένου να βελτιωθεί η κατάσταση που επικρατεί στο χώρο, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην καλλιέργεια των παιδιών από το Δημοτικό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, τα παιδιά είναι ο σπόρος, ο οποίος σε μια γόνιμη γη μπορεί να φυτρώσει, μπορεί να επέμβει και να αλλάξει τα πράγματα. Σημειώνει, ακόμα πως το σχέδιο και η ζωγραφική μας βοηθάει να παρατηρούμε, να βλέπουμε, όπως και η μουσική, οι τέχνες γενικότερα, μας οξύνουν την παρατηρητικότητα, μας καλλιεργούν την υπομονή, και μας γεμίζουν πληρότητα. «Δεν ξέρω, βέβαια, αν μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους, οι Ναζί άκουγαν Βάγκνερ όταν θυσίαζαν τους Εβραίους στο βωμό του «ανώτερου ανθρώπου». Πάντως ο Γκαίτε σημείωνε το εξής στο ημερολόγιο του, όταν επισκέφτηκε την Ιταλία «Μπόρεσα να δω ο,τι σχεδίασα», περιγράφει.

Τέλος, ο Γ. Στεφανάκις θεωρεί πως το δίκτυο καλλιτεχνών στο Ηράκλειο μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο και να αλλάξει το τοπίο, «μπορεί να ασκήσει πιέσεις στις Αρχές, ώστε να βρεθούν χώροι, για να γίνονται δημιουργικά πράγματα μέσα στην πόλη, να συνεργαστεί με άλλους καλλιτέχνες από άλλους κλάδους και όλοι μαζί να φέρουμε το καινούργιο που τόσο έχει ανάγκη ο τόπος», αναφέρει.



Ποιος είναι



Ο Γιάννης Στεφανάκις γεννήθηκε το 1951 στη Γρηγοριά του Ηρακλείου. Σπούδασε στην ΑΣΚΤ της Αθήνας Ζωγραφική, Χαρακτική, Αγιογραφία, Τυπογραφία και τέχνη του βιβλίου. Το 1980 και 1981 ήταν συνεκδότης του ποιητή, Μιχάλη Κατσαρού, στη βραχύβια εφημερίδα ποίησης Επίπεδο. Από το 1989 εκδίδει το περιοδικό για το λόγο και τα εικαστικά Νέο Επίπεδο και από το 2002 το συλλεκτικό περιοδικό Τεχνοπαίγνιον. Από το 1994 εκδίδει συλλεκτικά βιβλία πάνω σε ποίηση Ελλήνων ποιητών και δικές του ξυλογραφίες (εκδόσεις Χειροκίνητο). Το 1998 εκδίδει το βιβλίο «Αποκάλυψις Ιωάννου». Έχει κάνει σεμινάρια για τη χαρακτική και έχει συνεργαστεί με εκδοτικούς οίκους. Το 2002 μίλησε για τα συλλεκτικά βιβλία στο 1ο Διεθνές Συνέδριο Τυπογραφίας και Οπτικής επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, στη Θεσσαλονίκη. Το 2004 έκανε ένα φίλμ για την κλασική Τυπογραφία για το 2ο Διεθνές Συνέδριο Τυπογραφίας και Οπτικής επικοινωνίας. Από το 1981 μέχρι και το 2007 έχει πραγματοποιήσει περισσότερες από 27 ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής και χαρακτικής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και έχει λάβει μέρος σε περισσότερες από 45 ομαδικές εκθέσεις εντός Ελλάδας, καθώς και σε διεθνείς εκθέσεις εκπροσωπώντας τη χώρα μας στο εξωτερικό. Το 1994 έλαβε τιμητική διάκριση στην VIII Trienalle μικρού σχήματος στη Γαλλία, το Μάιο του 2006 έλαβε μέρος στην 4η Μπιενάλλε Μεσογειακών χωρών στην Τυνησία και το Μάιο του 2007 στη 7η συνάντηση Μεσογειακών Σχολών Καλών Τεχνών στη Δαμασκό. Έργα του βρίσκονται σε πολλές δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Διδάσκει στην Σχολή ΑΚΤΟ, καθώς και στα Εικαστικά εργαστήρια Ρεθύμνου.

Χρησιμοποιεί και πειραματίζεται με όλα τα υλικά: λάδια, κόλλες, ακρυλικά, ματιέρες, μελάνια, κάρβουνα, τυπώματα. Φτιάχνει κατασκευές, κινητικές ή μη και φλερτάρει με τις νέες τεχνολογίες. «Και νομίζω πως το σχέδιο, η σύνθεση, η σκληρή δουλειά, η πειθαρχεία, και οι τυπογραφικές μου καταβολές με οδηγούν σε μια πλαστική γλώσσα αφαιρετικής εικονοποιίας και λυρισμού, με διάθεση παρέμβασης στα οικολογικά και υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου», περιγράφει.