8. Κασταμονιτσανά παρατσούκλια
Σχεδόν κάθε Κασταμονιτσανός έχει και το παρατσούκλι, παρανόμι, παρωνύμιο ή παράβγαλμά του. Δηλαδή, ένα παραπάνω επώνυμο, που δίδεται ανεπίσημα και προσκολλάται δίπλα στο προσωπικό όνομα του προσώπου με βάση ένα συγκεκριμένο περιστατικό, μια συνήθεια, έναν δυναμικό σύζυγο ή μια δυναμική γυναίκα-σύζυγο, μια χαρακτηριστική ιδιότητα του ατόμου, της οικογένειας κλπ., έναν «ξενοχωριανό» που νυμφεύεται Κασταμονιτσανή, τον παρανομιάζουν με το όνομα της γυναίκας του ! κλπ., κλπ. Το παρανόμι δίδεται, επίσης, για να ξεχωρίζει ένα πρόσωπο άπό άλλο συνονόματό του, για ευκολία και συντομία αναγνώρισης και προσφώνησης, για σκωπτικούς ή κουτσομπολίστικους λόγους κλπ. Ακόμη, για κωμική διαφοροποίηση του προσώπου από το βαφτιστικό του όνομα, για λόγους πρωτοτυπίας, συνήθειας, εξυπνάδας, ζήλιας, φθόνου, ζηλοφθονίας, ζηλοτυπίας, εκδίκησις, μικροψυχίας του «αναδόχου» που βγάζει τα παρατσούκλια κλπ., κλπ. Πολλά παρανόμια γίνονται αποδεκτά ή ανεκτά από τους κατόχους τους, ενώ άλλα όχι. Και ορισμένα θεωρούνται υποτιμητικά, προσβλητικά και γίνονται αφορμή παρεξηγήσεων απειλών, καυγάδων, ύβρεων, ξυλοδαρμών κλπ., κλπ. Το περιστατικό που ακολουθεί, το επιβεβαιώνει :
Ο… Καίης και ο… Βιολής
Την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, ο καπετάν Σηφογιάννης (βλ. κεφ. Οι 20 Κασταμονιτσανοί αιχμάλωτοι), μαζί με έναν Καρουζανιώτη καινουργιοσύντεκνό του, βγήκαν για… κλεψιά! Επιασαν μια κακοπροβατίνα και την έσφαξαν. Επιστράτεψαν έναν γκαζοτενεκέ, πελέκησαν μια βέργα και την έκαμαν μυτερό πιρούνι, άναψαν φωτιά και έβαλαν τα μπούτια της προβατίνας να βράζουν στο λιγοστό νερό που κατάφεραν να βρούν. Μόλις πήρε δυό τρεις «βράσεις» το κρέας, τσιμπάει ο Σηφογιάννης ένα μπούτι, το προσφέρει στο σύντεκνό του και του λέει : - Φάε, σύντεκνε ! Πάει να πιάσει ο άλλος το κρέας με τα χέρια του, διαπιστώνει πως καίει πολύ και λέει στο Σηφογιάννη : - Φού, φού, φού… φού, φού… Καίει σύντεκνε ! Σουφρώνει ο Σηφογιάννης τα φρύδια του, δίνει τόπο στην οργή και βάζει το μπούτι -πάλι- στο πρόχειρο τσουκάλι. Σε λίγο ξανατσιμπάει ένα μπούτι, το προτείνει στο σύντεκνό του και του ξαναλέει : - Φάε σύντεκνε ! Ο άλλος, χωρίς να αγγίξει αυτή τη φορά το κρέας, λέει : - Μα, καίει σύντεκνε ! Θυμώνει ο Σηφογιάννης, ξαναπροτείνει το αχνιστό κρέας και με σφιγμένα δόντια λέει : - Φάε σύντεκνε, σου λέω ! Κι ο άλλος απορρημένος, απαντά: - Μα, δε σού ‘πα σύντεκνε πως… καίει ; Σηκώνεται όρθιος ο Σηφογιάννης και κατάκόκκινος από το θυμό του, λέει : - Μα, ετούτο-νά το βιολί δα παίζομε σύντεκνε ; Σηκώνεται κι ο άλλος όρθιος, που ένιωσε ότι τον προσβάλλουν και ακολούθησε ο παρακάτω έντονος διάλογος:
- Μα, γιάντα με… παρανομιάζεις σύντεκνε ;
- Ντα, εγώ σε παρανομιάζω σύντεκνε, γ-ή… εσύ ;
- Ντα… πως σε παρανομιάζουνε, σύντεκνε ;
- Καίη ! (ο Καίης). Εσένα ;
- Βιολή ! (ο Βιολής).
- Στο λόγο μου, δεν το κάτεχα (γνώριζα) σύντεκνε !
- Μά το Θιό, ούτε κι εγώ το κάτεχα σύντεκνε !
- Έ… βάλε τα ‘κειέ, το λοιπόν ! Έλα σύντεκνε να συστηθούμε με τα… παρανόμια μας !
Έδωσαν τα χέρια, ξεκαρδίστηκαν στα γέλια, έφαγαν την προβατίνα,ήπιαν ένα φλασκί παλιό κρασί κι έγιναν… ολομέθυστοι !
Πιο κάτω καταγράφονται ορισμένα από τα ανεκτά παρατσούκλια-παρανόμια των Κασταμονιτσανών, μαζί με το λόγο ή τους λόγους και τις αφορμές που στάθηκαν ως αιτία για να δημιουργηθούν :
• Αρχηγός : Μακράκης Μιχαήλ του Στυλιανού, βλ. σημ. 135, που επονομάστηκε έτσι, γιατί πράγματι είναι Αρχηγός του Ανεξάρτητου Δασοπροσκοπικού Συστήματος Κασταμονίτσας.
• Βούτας : Τσαπάκης Βαρδής του Μιχ., βλ. σημ. 61. Όταν έγινε η βάφτιση του Παπαδοκωστάκη Ηρακλή του Γεωργίου, το έτος 1944 τη Γερμανική Κατοχή, ο επιλεγόμενος Σταματογιώργης, βλ. σημ. 72, είχε φέρει κλεμμένο κρέας που το μαγείρεψαν για να ταϊσουν τους Γερμανούς. Δηλαδή, το Φρούραρχο Καστελλίου με την παρέα του, που παρακάθισαν στο τραπέζι της βάφτισης. Ο επιλεγόμενος Καντεροκωστής, βλ. σημ. 58 , έπαιζε -χωρίς συνοδεία λύρας ή βιολιού- μόνος του μαντόλα, για να... διασκεδάσουν οι Γερμανοί. Όταν τέλειωσε το κρέας και έμεινε μόνο το ζουμί, ο φιλότιμος και ευαίσθητος Βαρδής βούτηξε μια μπουκιά ψωμί με το πιρούνι στο ζουμί και το πρόσφερε στο νηστικό οργανοπαίκτη. Όταν ο Καντεροκωστής μάσησε και κατάπιε τη μπουκιά, φώναξε στο Βαρδή : Βούτα, Βαρδή! Δηλαδή, να του δώσει κι άλλο ψωμί βουτηγμένο στο ζουμί του κρέατος, για να μη διακόψει εκείνος το παίξιμο της μαντόλας. Αυτό και έγινε αλλά και ειπώθηκε και επαναλήφθηκε πολλές φορές. Από τότε ο τραγουδιστής και μαντιναδολόγος Βαρδής, φορτώθηκε το παρατσούκλι Βούτας.
• Καροτσέρης ή Καλός Μανόλης : Σαριδάκης Εμμανουήλ του Δημητρίου, ετών 88 (+1996), από Κασταμονίτσα, κάτοικος Καστελλίου Πεδιάδος. Ο εν λόγω Κασταμονιτσανός, που ήταν φοβερός μίμος, είχε ένα μουλάρι και τον ερωτούσαν οι Κασταμονιτσανοί : - Ίντα το θές Μανόλη το μουλάρι ; - Ένα κάρο δα του αγοράσω, να κάνω τη δουλειά μου! Όμως, ποτέ δεν αγόρασε ούτε έβαλε κάρο στο μουλάρι του. Γιαυτό, τον έλεγαν : Καροτσέρη !
• Μαυρούκος : Καλαϊτζάκης Ευάγγελος Κων., βλ. σημ. 61. Όταν ήταν νέος έκανε εμπόριο δερμάτων. Τότε, στο Ηράκλειο Κρήτης υπήρχε ένας μεγαλέμπορος, εξαγωγέας δερμάτων που ονομάζονταν : Μαυρούκος. Αυτός ήταν ο λόγος που οι Κασταμονιτσανοί επονόμαζαν το συγχωριανό του έμπορο δερμάτων : Μαυρούκο.
• Μπάρμπα Γιώργης : Ανδριανάκης Γεώργιος του Μιχ., βλ. σημ. 131. Όταν έσκαβαν το πηγάδι του πατέρα του, Αντριανομιχάλη, ανατολικά της Κασταμονίτσας, στους πρόποδες του βουνού, στην τοποθεσία Πόρος τος Γούλας, δεν έβρισκαν νερό και αναγκάστηκαν να σκάψουν μέχρι εννέα (9) οργιές βάθος. Τα χώματα (μπάζα), τα εργαλεία και τους εργάτες τους κατέβαζαν και τους ανέβαζαν απ’ αυτό το βάθος με χειροκίνητη σβίγα, που την έλεγαν και ροδάνι ή μαγγάνι, με χονδρό σχοινί από χόρτο που το έλεγαν βουρλιά. Ο νεαρός, τότε, Ανδριανάκης Γεώργιος έβγαινε τελευταίος από το πηγάδι. Κι όταν καθυστερούσαν οι θείοι (μπαρμπάδες του), που χειριζόντουσαν τη σβίγα, να κατεβάσουν το κοφίνι για να ανεβάσουν κι αυτόν επάνω, φώναζε δυνατά : Βγάλε με κι εμένα μπάρμπααα! Από τότε του κόλλησαν το παρατσούκλι: Μπάρμπα Γιώργης.
• Πασάς : Ανδριανάκης Μιχαήλ του Γεωργ., ετών 70 (+1996), από Κασταμονίτσα, κάτοικος Αμαριανού και γιός του επιλεγόμενου Μπάρμπα Γιώργη. Όταν ήταν μαθητής στο Δημοτικό Σχολείο της Κασταμονίτσας, πήρε μέρος σε μια θεατρική παράσταση, που λέγονταν : Το Σούλι. Ο εν λόγω μαθητής υποδύθηκε στο έργο με επιτυχία τον πασά. Από τότε του κόλλησαν το παρατσούκλι : Πασάς.
• Φασουλάς : Πετροδασκαλάκης Αντώνιος του Νικολάου, ετών 65 (+1961), που εκτός από χτίστης ήταν και πρακτικός ορθοπεδικός όλης της περιφέρειας στην εποχή του. Κατάγονταν από τους Αποστόλους Καστελλίου, Πεδιάδος, Ηρακλείου, όπου εκεί την εποχή εκείνη (πριν από 100 περίπου χρόνια) καλλιεργούσαν πολλά φασούλια (φασόλια) και ιδίως μαυρομάτικα. Όταν ο εν λόγω Αποστολιανός ήλθε και παντρεύτηκε αλλά και κατοίκησε στην Κασταμονίτσα, του φόρτωσαν το παρατσούκλι Φασουλάς.
• Χαρίδημος του Καμίζου : Σαριδάκης Χαρίδημος του Μιχ., βλ. σημ. 61. Όταν ο πατέρας του Χαρίδημου ήταν μικρό παιδί φόρεσε μια λευκή υφαντή μπλούζα, που τότε την έλεγαν καμιζόλα. Όσοι έβλεπαν το παιδί, θαύμαζαν την… καμιζόλα του. Και επονόμαζαν το παιδί καμιζολάκι ! Όταν έγινε νέος μα κι όταν γέρασε, τον αποκαλούσαν Καμίζο. Και το γιό του : Χαρίδημο του Καμίζου. Ο εν λόγω λοιπόν Καμίζος, (όπως μου διηγήθηκε ο γιός του Χαρίδημος), όταν έσπερνε λινάρι στην τοποθεσία Αρουπακιάς, ακολουθούσε από κοντά η γυναίκα του Μαρία και του έλεγε πολλές φορές και ψιθυριστά μια γηθειά (ξόρκι), για να μην τρώνε -λέει- τα πουλιά το λιναρόσπορο : - Ίντα σπέρνεις ατά (αυτού) Μιχαλιό ; Κι εκείνος απαντούσε : - Των πουλιώ φαρμάκι και των κοπελιώ (παιδιών) ποκαμισάκι (υποκάμισο) !
• Φραγκαδονικόλης ή Κανόνης : Φραγκιαδάκης Νικόλαος του Ιωάν, βλ. σημ 67, που του κόλλησαν το παρατσούκλι Κανόνης, γιατί ο άνθρωπος που του έδωσε το όνομά του (δηλαδή ο νουνός του), από το Αμαριανό Πεδιάδος, είχε το… εν λόγω παρατσούκλι.
Κι από τις εν λόγω διηγήσεις, ανέκδοτα και παρατσούκλια δεν ήταν δυνατό να λείπουν τα:
9. Κασταμονιτσανά γαϊδουροτραγούδια
Ο επιλεγόμενος Καντερογιάννης, βλ. σημ.37 και ο επιλεγόμενος Φασουλάς, (βλ. κεφ. Κασταμονιτσανά παρατσούκλια), ως χτίστες, έχτιζαν το έτος 1938, τους τοίχους του εργοστασίου του Χαρίδημου Μανουσάκη, (βλ. κεφ. Οι 20 Κασταμονιτσανοί αιχμάλωτοι ) και είχαν ‘πουργό (βοηθό) τους τον επιλεγόμενο Καροτσέρη ή καλό Μανόλη, (βλ. κεφ. Κασταμονιτσανά παρατσούκλια). Την ώρα της δουλειάς, ο Φασουλάς ερώτησε τον… ‘πουργό του :
- Μα έ φιλιότσο (αναδεκτέ) Μανολιό, εσείς θαρρώ είχετε έναν καζόλη (μικρό αρσενικό γαϊδούρι), ίντα τον εκάμετε (τι τον κάνατε) ;
- Είχαμέν τον-ε σάντολε (νουνέ), μα ήτανε πολλά αδύναμος κι εψόφησε ο κακομοίρης ! Και τον-ε σήκωσα αμοναχός μου τη νύχτα και πήα (πήγα) και τον-ε χωμάτισα. Κι εκαρφώνανε τα πόδια μου στο χιόνι, γιατί δεν ήθελα να μαθευτεί και να μου βγάλουνε… τραγούδι !
Ο Καντερογιάννης άκουγε προσεκτικά τη συζήτηση αλλά δε… μιλούσε.
Και μόλις τέλειωσε ο παραπάνω διάλογος… «ξεφούρνισε» τη μαντινάδα :
Ο Μανολιός του Δημητρού,
(ο Δημήτρης ήταν ο πατέρας του καλού Μανόλη)
ο έγγονας (εγγονός) του Χρόνη,
τον κάζολον εσήκωνε
κι εκάρφωνε στο χιόνι !
Ο καλός Μανόλης θύμωσε τόσο πολύ, που παράτησε το μεροκάματο κι έφυφε !231
Σημειώνεται ότι : Τά λεγόμενα γαϊδουροτραγούδια, ήσαν πρόχειροι στίχοι που συντάσσονταν από συγκεκριμένες Κασταμονιτσανές ή Κασταμονιτσανούς, όταν κάποιος συγχωριανός τους είχε την ατυχία να του… ψοφήσει ο γάϊδαρός ή το μουλάρι του ! Αυτό ακριβώς συνέβη κι όταν ψόφησε στο δρόμο και συγκεκριμένα εκεί που περπατούσε έξω από τη βρύση του Αμαριανού, ο γάϊδαρος του επιλεγόμενου Αντριανομιχάλη 232..
Τα… σύθρηνα 233.
Φωνές και σύθρηνα (σύν + θρήνος) γροικώ
στ’ Αντριανομιχάλη,
κιαμμιά γαϊδούρα του ψοφά
του κακομοίρη πάλι.
Μια γαϊδούρα είχενε
κι ελέγα ν-τη Φαλκόνη,
την κεφαλή ν-τζης
κούρευγες κι
εγίνουντα-νε χιόνι.
Τσ’ αγκαραθιές εγάπανε,
στων Ψύλλιδων τη μάντρα
και τη ταγή (βρώμη) δεν ήτρωε,
μα δεν κατέχω (γνωρίζω) γιάντα.
Στ’ άχερα δεν εσίμωνε,
την ταγή δεν εγάπα,
μόνο ‘τρωε τσ’ αγκαραθιές
α-πού βρισκε στη στράτα.
Άγρια, άγρια ήτανε
του έρμου η γκανιά ν-του,
σαν του τριότη (τρίχρονου) πετεινού
ήτανε τα ξερά ν-του.
Τα όρη εσυντηχούντανε
άμά ‘θελε γκανίσει,
ποτέ ν-του δεν ελόγιασε
πως ήθελε ψοφήσει.
Επά (εδώ) δα πέσω αφεντικό
και πάρε το σομάρι,
γιατί δε μού ‘βαλες ταγή
απουστα ν-το Γενάρη!
Έ κακομοίρη γάϊδαρε,
γάϊδαρε σκιζαρθούνη
και δεν τσι ξαναβγάνεις μπλιό
τσι σίγλες στον Τσιγκούνη (τοποθεσία στο Αόρι).
Όμως, του Αντριανομιχάλη, του ψόφησε κι ένα μουλάρι. Και μάλιστα μέσα στο στάβλο του σπιτιού του. Εκεί που μια γουρούνα του ανέτρεφε τα 10 γουρουνάκια της. Για το μουλάρι του πατέρα τους, οι αδελφές Ανδιανάκη, συνέθεσαν –πάλι- το επόμενο έμμετρο :
Φωνές και σύθρηνα γροικώ
στ’ Αντριανομιχάλη,
και το μουλάρι ν-του ψοφά
του κακομοίρη πάλι.
Τσ’ εφτά τσ’ οχτώ του Γεναργιού στσι δέκα πάνω-κάτω
εβρήκε το μουλάρι ν-του
στ’ αχύρι, άνω-κάτω !
Κι όντεν εψυχομάχιενε
και το θωρούσαν όλοι,
ετρέμανε τα μάθια ν-του
κι οι πισινοί ν-του κώλοι.
Όλοι το συμπονούσανε
μα και τα γουρουνάκια
κι αυτά το λυπηθήκανε
κι εκάνα ν-του κανάκια.
Κι ο Κωνσταντής ο Αντριανός (γιός του Αντριανομιχάλη)
πάει τη νεκροφόρα,
να πά(νε) το χωματίσουνε
την ιδιαμένη (ίδια) ώρα.
Κι όντε το επερνούσανε
στση Ασκιανής ( μιάς γειτόνισσας) την πόρτα,
κοντέψετέ μου την προβιά
να κάμω μιαν… καπότα.
Και η Μακρίνα (μια άλλη γειτόνισσα) επρόβαλε
από το παραθύρι.
κοντέψετέ μου την ορά
να κάμω… ξιπαστήρι.
Κι ο Μιχελής (ο Αντριανομιχάλης) εκλούθανε
κι εκράθιε (κρατούσε) το σκαπέτι
και το Αννιό (η γυναίκα του Αντριανομιχάλη) εκόλανε (χτυπούσε)
σαφή (συνεχώς) γροθιές στο μπέτη (θώρακα).
Από παέ (από εδώ) αμέτετο (να το πάτε),
Από τον Άη Νικόλα.
Κι απατουδά (από αυτού) συχνοπερνώ
Κι ατά (κι εκεί) τα ρίχνουν όλα
Επιλεγόμενα
Σήμερα που μόλις έχομε αρχίσει να εφαρμόζουμε την ισότητα των δυο φύλλων, ό,τι ακριβώς είχε υποδείξει και παραγγείλει – πριν από δύο χιλιάδες χρόνια – ο απόστολος Παύλος, στους Γαλάτες234, το έθιμο του στρούμπου μπορεί και πρέπει να γίνεται σε όλα τα νεογέννητα παιδιά της κρητικής οικογένειας. Γιατί οι καιροί επιβάλλουν, πιο πολύ σήμερα από άλλες εποχές, την επιστροφή στις υγιείς ρίζες του γένους μας235. Η ευθύνη όλων μας, ιδιαίτερα των πολιτικών, εκκλησιαστικών, εκπαιδευτικών, πολιτιστικών και πολιτισμικών φορέων μας, είναι μεγάλη. Και μια άλλη πρόταση, προς το δραστήριο Πολιτιστικό και Εξωραϊστικό Σύλλογο Κασταμονίτσας : Καλό θα ήταν να γίνει εκτεταμένη δεντροφύτευση, του ομώνυμου διαμερίσματος του Δήμου Καστελλίου Πεδιάδος, με καστανιές. Όχι μόνο για να ξαναβρούμε -και σ’ αυτόν το τομέα- τις ρίζες μας αλλά και για καλλιεργητικούς, εμπορικούς και κυρίως οικολογικούς στόχους και σκοπούς.
Πάντως, ο στρούμπος, όπως περιγράφεται στις γραμμές που προηγήθηκαν, μας βοηθά να γνωρίσομε καλύτερα και ν’ αγαπήσομε ένα τμήμα της αδιάκοπης αλλά λησμονημένης βαρειάς εθιμικής κληρονομιάς μας, που, σύμφωνα με τον Πλούταρχο και το Λιβάνιο, είναι «πηγή και ρίζα καλοκαγαθίας236». Απλά, γιατί είναι έθιμο237. Και στα έθιμα, δηλαδή στα συνηθισμένα, οι συμμετέχοντες χαίρονται και γελούν, όπως λέει ο Αριστοφάνης238. Επίσης, «κουρταλίζουν (χειροκροτούν) και παίζουν», όπως σημειώνει ένας Βυζαντινός Λόγιος239. Πάλι, στα έθιμα γίνεται «χλαλοή» (= οχλοβοή, οχλαγωγία, φασαρία), όπως γράφει ο μεγάλος Νίκος Καζαντζάκης (+ 1957)240.
Υποσημειώσεις 14ου
τελευταίου μέρους
231 Πληροφορίες : Καλαϊτζάκης Ιωάννης του Γεωργ., βλ. σημ 37. Καλαϊτζάκης Στυλιανός του Ιωάν., βλ. σημ. 9.
232 Ανδριανάκης Μιχαήλ του Ιωάν., ετών 92 (+1962), που όταν πέθανε η αγαπημένη γυναίκα του : Παπαδοκωστάκη Αννα του Φραγκ., ετών 71 (+1952) , έλεγε και ξανάλεγε το επόμενο έμμετρο : Άσπρο μου τριανταφυλλάκι,/ βασιλιά των λουλουδιών./ Ποιος αρνήθη(κε) την αγάπη/ να την αρνηθώ κι εγώ ;/ Ένας γέρος την αρνήθη(κε) / κι ήταν 100 χρονώ/ κι ύστερα την ελυπήθη(κε) / κι έσκασε από τον καϋμό!
233 Το εν λόγω τραγούδι, όπως και το επόμενο το «σκάρωσαν» -επίσης- οι αδελφές, Ανδριανάκη, βλ. σημ.230.
234 βλ. Γαλ. 3, 28. «Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδε ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς είς εστε εν Χριστώ Ιησού» Και σε ελεύθερη μετάφραση : Δεν ξεχωρίζει ο Ιουδαίος από τον Έλληνα, δεν ξεχωρίζει ο δούλος από τον ελεύθερο, δεν ξεχωρίζει το αρσενικό από το θηλυκό, γιατί όλοι σας - όλοι μας, είμαστε ένας άνθρωπος μέσα στη Χάρη του Ιησού Χριστού.
235 [ Σοφοκλής τραγικός (468 π.Χ.), Αίας, 1178],«γένους άπασαν ρίζαν».
236 Πλούταρχος,(80 μ. Χ.), 4G και Λιβάνιος, σοφιστής & ρήτορας (350 μ.X.)
237 [ Διόδωρος ο Σικελιώτης (8ος αι. π.χ.) Σ 29, 32 «έθιμον (εστί) μοι».
238 [Αριστοφάνης, (425 π.Χ.), Βάτραχοι «είπω τι των ειωθότων… εφ’ οίς γελώσιν οι θεώμενοι», «το ειωθός εις τοιαύτας τελετάς».
239 Πρόδρομος Θεόδωρος, (1125 μ. Χ.) « και αφ’ ότου κουρταλίσουσιν (χειροκροτήσουν) και παίξουν ως το έθος». Πρβλ. Κουρταλιώτη Ποταμό και Κουρταλιώτικο Φαράγγι, στο Νομό Ρεθύμνης, που το ονόμασαν έτσι από τους συχνούς χτύπους και τους ξηρούς κρότους που προξενούν οι δυνατοί άνεμοι που περνούν από μέσα του. Επίσης : Κουρταλιστή ή Κρουσταλιστή, τη λαγκαδιά που βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού, νοτιοανατολικά της Κασταμονίτσας, πάνω από τον Άη Γιώργη τον Κεφαλιώτη.
240 Μετάφραση Θείας Κωμωδίας του Δάντη 1, 3, 27 «τρανές κι αχνές φωνές, χεριών κουρτάλια…| σηκώναν χλαλωή».

