Γράφει ο π. Mανόλης Kαλαϊτζάκης (Παπαμανόλης*)

δ) Το τσουμαράκι

Στο Oροπέδιο Λασιθίου, το έτος 1981, σε καφενείο ενός χωριού, μιλούσα με μερικούς γέροντες για το στρούμπο. Όταν τελειώσαμε, όσα είχαμε να πούμε, τους χαιρέτησα, τους ευχαρίστησα και σηκώθηκα να φύγω. Δεν είχα απομακρυνθεί περισσότερο από δέκα μέτρα, όταν με πλησίασε ένας ψηλός Λεβεντοκρητικός. Μου ζήτησε να μιλήσουμε...Το δέχτηκα ευχαρίστως, γιατί κι ( ο Λασιθιώτης ;) αυτός καθόταν στο καφενείο, μαζί με τους άλλους γέροντες. Όμως, δεν είχε λάβει μέρος στη συζήτηση που είχαμε, για τα κρητικά έθιμα.

Μόλις βρήκαμε ένα ήσυχο εξοχικό μέρος και καθίσαμε, μου είπε:

- Κι εγώ κατέχω πολλά για το στρούμπο. . . Δε σου τα ‘πα όμως στο ντουκιάνι, γιατί δεν ήθελα να τ’ ακούσουνε οι γι-άλλοι. . . Και για ένα άλλο λόγο ακόμη.

- Ποιο λόγο, θά ‘θελες να μου τον πεις ;

- Γροίκα. . . Ετούτα-νά, που θέλω να σου πω είναι μια αληθινή παλαιινή ιστορία του εαυτού μου, μα την έχω μυστική! Και τη κατέχω μόνο ‘γω κι η κερά μου. Κι ήθελα να σου ζητήξω, αν-ε την-ε πείς ή τη γράψεις πουθενά, να μην αναφέρεις όνομα. Γίνεται ετσά λογιώς; Να μάθεις τουλόγουσου την παλαιινή ιστορία και να κάμω κι έγω την όρεξή μου;

- Γίνεται. . . σου δίνω το λόγο μου.

- Γροίκα, το λοιπόν. Εγώ που θωρείς έχω πάει σε πολλούς στρούμπους. Κι ένας ήταν-ε, μαθές, η γι’ αφορμή και παντρεύτηκα κιόλας τη κερά μου.

- Και πως έγινε αυτό;

- Πάνε δα κ(ι)αμιά πενηνταρά χρόνοι. Εδά ‘μαι εβδομήντα πέντε. Ετότεσάς εγίνηκε ένας στρούμπος, έπαέ στο Οροπέδιο, στο τάδε. . . χωριό. Κι ένας φίλος με κάλεσε κι εμένα. Έ . . . τσουμαράκι ήμουνε. Κι άλλο που δεν ήθελα. Εδέχτηκα ντελόγο. Κι επήαμε, που λες, στο στρούμπο. Κι αρχινήξαμε ντελόγο το φαγοπότι, τα παιγνίδια, τσι μαντινάδες και το χορό. Όλη τη νύχτα εχορεύγαμε, ετρώγαμε κι επίναμε κι εγλεντούσαμε. Και καταλαβαίνεις εδά. Άμα τρώς και πίνεις συνέχεια, πρέπει να πηγαίνεις συχνά και προς. . . νερού σου. Ητανε, φαίνεται, περασμένα μεσάνυχτα. Κι εγώ εβγήκα όξω, για. . . ανάγκη μου. Δεν εκαλοκάτεχα δα και τον τόπο. Ήτανε νύχτα. Ήμουνε και μεθυσμένος. Και μιαολιά ντροπιάρης. Και, καταλαβαίνεις, εδυσκολεύτηκα… κομμάτι. Έ. . . απο τα πολλά, εβρέθηκα στο ποταμό. . . Εκούμπησα εκειά, σ’ έναν απλάτανο, να με φυσήξει μιαολιά αέρας, μπας και ξεμεθύσω. Την ώρα κεινιά, ήβγαινε και το φεγγάρι. Ξανοίγω γύρου-γύρου. Δε θωρρώ ψυχή. Και λέω. Να παίξω θέλω ‘γω ένα πήδαρο, να πάω σε κεινιέ τη σοπατερή πλακούρα. Κι ήσαμε να πεις αλάτσι, είμουνε ξεμεθυσμένος. Κι είχα γενεί και βουρίδι!

- Γιατί, τι έγινε;

- Γροίκα να δεις. Η πλακούρα, α-πού εθώρουνα ‘γω στο μεθύσι μου, ήταν-ε κόλυμπος, χοιρόλακκος. Κι ήτανε ο παντέρμος και… βαθύς. Κι εγυάλιζε το νερό στο φεγγάρι. Και μου φάνηκεν εμένα… πέτρα. Ας είναι. Εξέχασα ‘γω, ε-τότε-σάς πούρι και το κατούρημα και όλα. Και λέω: Γιέ. . . δουλειά απούπαθα! Ίντα δα γενώ ‘δα. Απού εγίνηκα και… βουρίδι. Κι είμαι και σε ξένο χωργιό ! Να μη σου τα πολυλογώ. Εσηκώθηκα ‘τσα σιγά-σιγά, σαν τη βρεμμένη όρνιθα, εξετινάχτικα, ωσαν το σκύλο, οντέ βγαίνει από το νερό. Κι εξεκίνησα, με κρύα καρδιά, για το χωργιό.

Στο πρώτο σπίτι, α-που μου πάντηξε, εθυμήθηκα το. . . κατούρημα. Και λέω, από μέσα μου. Να μπω θέλει μωρέ ‘γω σ’ ετούτονέ τ’ αχύρι, να πορευτώ, γιατί δα σκάσω. Εμπήκα, που λες, ο… κακομοίρης. Και πριχού προλάβω να τελειώσω, γροικώ τσ’ όρνιθες και κακαρίζανε, το χοίρο κι εγρούβιζε, τσ’ αίγες και φωνιάζανε, τα βούγια κι εμουγκαλιούντανε και το γάιδαρο να νεστουλουχά. Και πριχού πάρω χαμπάρι, ίντα γινότανε, γροικώ και χαρχάλεμα στο ταβάνι.

Ώ ω ω... τον πεντακακομοίρη και ιντά ‘παθα πάλι! Και θωρρώ το νοικοκύρη, ένα θεριό ίσα-με δυο μέτρα, αξυπόλυτο, με την απομεσόβρακα, να προβαίνει στη πόρτα. Εκράθιενε ένα λαδοφάναρο στη μια ν-του χέρα και μια ντιχαλόβεργα στην άλλη. Καλλιά ‘τανε να ξαναπέσω στο χοιρόλακκο, εσκέφτηκα!.. .

Εσηκώθηκα κι εξάνοιγα να χωστώ πουθενά, μα πράμα και γροικώ μιαν αγριοφωνάρα :

- Ποιος είσαι μωρέ ; Ίντα γυρεύγεις επαδά ; Μου λέει και σηκώνει ψηλά τη… ντιχαλόβεργα.

Εγώ, εκκοκάλωσα. Εκατάπια την εμιλιά μου. Παναγία μου ιντάπαθα ! Εφοβήθηκα, πούρι! Κι εντουχιούντιζα. Ίντα δα του πω εδά τ’ αθρώπου ; Πάω ν’ ανοίξω το στόμα μου, μα δεν ήνοιγε το... παντέρμο! Και ξαναλέει μου ο νοικοκύρης :

- Ποιος είσαι ; Γιάντα δε μιλείς ;

- Κατέβασε μπάρμπα τη ντιχαλόβεργα και να σου πω θέλει, του λέω με χίλια ζόρια κι ήτρεμα κιόλας, όι από την ογρασά, μ’ απού το φόβο μου!

- Γιάντα ‘ναι κακορίζικο, ογρά τα ρούχα σου, μου ξαναλέει.

- Κάζο ήπαθα μπάρμπα, μόνο κατέβασε τη βέργα και να σου τα πω θέλει όλα. Άμα τούπα ‘δα ποιος είμαι κι ιντάπαθα, εγαλήνεψε μιάολιά. Εκατέβασε πούρι τη ντιχαλόβεργα και λέει μου :

- Έλα κακορίζικο να πάμε στο μουτουπάκι.. Ν’ ανάψω τη φωθιά. Να πυρωθείς. Να στεγνώξεις κιόλας.

- Να μη σου τα πολυλογώ. Επεριποιηθήκανέ με, ε-τότε-σάς κι αυτός κι η θυγατέρα ν-του κι εγνωριστήκαμε, που λες, για τα καλά. Και δε δα το πιστέψεις, ο χοιρόλακκος εγίνηκε η γι-αφορμή και παντρεύτηκα, πούρι και τη κορασοπούλα ν-του.28

Όμως, ας αφήσομε τον εβδομηνταπεντάχρονο λεβεντοκρητικό κι ας περάσομε στην περίοδο της :

2. ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

[ α) Οι Σέρτηδες, οι Μπουρμάδες, οι Μπουτσάκ και ο Τσούλης . β) Ο Ξωπατέρας.]

Οι Τούρκοι, στη μαύρη εκείνη περίοδο για ολόκληρη την Ελλάδα και φυσικά και για την Κρήτη, όχι μόνο επηρέασαν αρνητικά αλλά και περιόρισαν δραστικά τα κρητικά ήθη και έθιμα. Για να γίνει ένα δημόσιο γλέντι, μια μεγάλη συγκέντρωση, ένας χορός, ένας στρούμπος κλπ., οι ενδιαφερόμενοι -μαζί μ’ άλλα- έπρεπε να :

• Εξασφαλίσουν πρώτα την απαιτούμενη άδεια του κατακτητή.

• Πληρώσουν το ανάλογο, δυσβάσταχτο πολλές φορές, χαράτσι για τη συγκεκριμένη μάζωξη.

• Ανεχτούν την, όχι σπάνια, ενοχλητική παρουσία Τούρκων στο έθιμο, που όταν μεθούσαν γίνονταν ακόμη πιό απάνθρωποι, πιό βάρβαροι και πολύ πιο επικίνδυνοι.

• Κρύψουν καλά τις όμορφες νέες και γυναίκες του χωριού, από τα αδηφάγα μάτια και τις άγριες ορέξεις των κατακτητών.

Βέβαια, συνεχίζει -με δυσκολία- η 99χρονη συνομιλήτριά μου29, υπήρχαν και οι σπάνιες εξαιρέσεις καλών Τούρκων, που αγαπούσαν τους Κρητικούς, όπως ο Αλή που ζούσε μέχρι το 1900 περίπου, στο Τζερμιάδο. Ήταν λυράρης και έπαιζε κρητική λύρα σ’ όλα τα γλέντια του Οροπεδίου. Μάλιστα έλεγαν πώς, κάποτε αρρώστησε βαριά . Τάχτηκε στον Άγιο Ιωάννη το Ρηγολόγο, στο Λασίθι και έγινε καλά. Και συμπλήρωσε : «Ητανε, μαθές, κι άλλοι Τούρκοι κι ήτανε κι αυτοί καλοί, μα εφύγανε για τη Τουρκία» 30.

Για το έθιμο του στρούμπου, στο Λασίθι, η ίδια συνομιλήτριά μου, θυμάται ακόμη πως :

• Στα χρόνια της γιαγιάς της, της μητέρας της και τα νεανικά δικά της, χρησιμοποιούσαν την πάνινη ζώνη της κρητικής βράκας του νοικοκύρη του σπιτιού : Έδεναν σ’ αυτήν έναν κόμπο και μ’ αυτόν χτυπούσαν το λούχουνο και όσους έπαιρναν μέρος στο παιγνίδι του στρούμπου.

• Σε στρούμπο, στο Λασίθι, ένας μεθυσμένος Λασιθιώτης βοσκός απάντησε με μια πειραχτική μαντινάδα, σ’ έναν Τούρκο που τον πρόσβαλε, ενώ χόρευε δίπλα του σ’ ένα μαντιναδοκαυγά. « Έμπα στην καρυδόκουπα,/ να δεις αν-ε σε παίρνει./ Πρώτα να μάθεις να μιλείς/ κι ύστερα να προσβέρνεις» ! Ευτυχώς όμως, λέει, ο Τούρκος ούτε άκουσε, ούτε κατάλαβε, ούτε απάντησε ! Γιατί, κι αυτός ήτανε στουπί στο μεθύσι!

• Όταν έρχονταν Τούρκοι σε γλέντια, σε χορούς, σε στρούμπους κλπ., σχεδόν πάντα γίνονταν φασαρίες, καυγάδες και παρεξηγήσεις.

• Στα χωριά του Οροπεδίου, όταν γινόταν στρούμπος ή άλλο γλέντι, χωρίς την άδεια των κατακτητών, οι Λασιθιώτες έβαζαν φύλακες σ’ όλες τις εισόδους, δρόμους και μονοπάτια του χωριού, για να ειδοποιήσουν μόλις εμφανιστούν Τούρκοι.

• Ορισμένοι κακοί Τούρκοι, όταν μεθούσαν, έριχναν αρακά ή ρόβι στο πόρτεγο ή στην πλατεία όπου γινόταν το γλέντι. Μετά, ανάγκαζαν τις πιο όμορφες κοπέλες και γυναίκες του χωριού, που συμμετείχαν στο γλέντι, να χορέψουν. Για να γλιστρήσουν, να πέσουν και να γελούν οι κατακτητές!

• Όχι σπάνιες φορές, οι Τούρκοι έκλεβαν την πιο όμορφη ή τις πιο όμορφες κοπέλες του χωριού, που είχαν την ατυχία να πάνε να χορέψουν σε δημόσιο γλέντι ή σε στρούμπο, μαζί με τους κατακτητές.

Αυτό συνέβη και στην περίπτωση που θυμάται άλλη συνομιλήτριά μου31, που είχε ακούσει σε παλιό τραγούδι, του παπά Φλουρή, από τους γονείς και τις γιαγιάδες της :



«Στσι 17 του Γεναριού,

τ’ Αγι’ Αντωνιού ‘ποσπέρα,

εκλέψαν του παπα Φλουρή

όμορφη θυγατέρα.

Όντας την-ε περνούσανε

πέρα, στα μυγδαλίδια,

ετρέχανε τα μάθια τζης

και λούγαν τ’ αστοιβίδια.

Παπαφλουρής εκλούθανε,

από σιμά τσι Τούρκους.

-Μέτρα παπά τα ρυάλια σου

να πάρεις το παιδί σου.

-Με το μουζούρι τα μετρά

και με τον καρναβά (καπέλο) ν-του.

Δε φτάνουν τα ρυάλια ν-του,

κλαίει η παπαδιά ν-του!

-Κράτα παπά τα ρυάλια σου,

γιατί παιδί δεν παίρνεις.

-Μισεύγω θυγατέρα μου,

ίντα μου παραγγέρνεις.

-Χαιρέτα μου τη μάννα μου

κι όλες τσι αδερφάδες.

Την αδερφή μου το Ζαμπιό,

κιανείς μη χαιρετίξει,

γιατί μου καταράστηκε,

Τούρκος να με φιλήσει.

Τούρκο να κάμω εδικό

και τον Πασά κουνιάδο

κι ένα μεγάλο βασιλιά,

άντρα να τον-ε πάρω!»

Η ίδια συνομιλήτριά μου θυμήθηκε επίσης, όσα της έλεγαν οι μεγαλύτεροι για την εποχή εκείνη. Δηλαδή, πώς :

• Τα γλέντια, στις Μεγάλες Απόκρεω, του Πάσχα, των Χριστουγένων, της Πρωτοχρονιάς, του στρούμπου κλπ., γινόταν στις Ποταμιές, σε σπίτια και συγκεκριμένα σε πόρτεγα με μια ή και δυο καμάρες και όχι σε δημόσιο χώρο, για το φόβο των Τούρκων.

• Ορισμένοι Κρητικοί, για να καλοπιάνουν τους Τούρκους, όταν έπρεπε να πάνε στα σπίτια των τελευταίων, έλεγαν την εξής μαντινάδα : « Σε τούτονά τ’ αρχοντικό/ ερέχτηκα κι εμπήκα,/ απού ‘ναι τα δοκάρια ν-του/ μηλιές και κυπαρίσσα».

• Δυό ηλικιωμένοι Τούρκοι, που είχαν ξεμείνει στην Κρήτη μέχρι το 1920 περίπου, είχαν «ξινά μούτρα». Ο ένας ήταν εργάτης και λεγόταν Σελήμ. κι ο άλλος ονομάζονταν Μασλούμης. Εμενε στο Ηράκλειο κι ήταν κασάπης. Ερχόταν στις Ποταμιές κι αγόραζε κασαπικά.

• Όταν οι παππούδες της, η πατρική της οικογένεια και η δική της δέχονταν στα σπίτια τους λυράρηδες και καλεσμένους, για να κάμουν γλέντι, τους καλωσόριζαν με την εξής μαντινάδα : « Χίλια καλώς ορίσατε,/ φίλοι μα και ‘δικοί μας./ Κι αν δε χωρεί το σπίτι μας, πάνω στην κεφαλή μας.»

Δυο άλλοι αφηγητές μου, μου αποκάλυψαν ότι :

Τον καιρό α-που εφεύγανε οι Τούρκοι από την Κρήτη, θά ‘τανε το 1922 ή 23, ένας ψηλός και γεροδεμένος Τουρκαλάς, από τον Κόφινα τση Μεσαράς, εγύριζε με τ’ άλογό ν-του τα χωργιά κι ήκανε τον παλληκαρά. Ήλεγε πως ήταν-ε -λεει- ο μπλιό γερός και δυνατός σ’ όλη την περιφέρεια, πως δεν εφοβούντανε κιανένα κι ότι, μ’ όσους επάλαιψε τσι νίκησε όλους! Επέρασε κι από το Μακρύ Τοίχο κι επροκάλιενε τσ’ αθρώπους να παλαίψουνε μαζί ν-του. Ένας κουτσός Μακρυτοιχιανός, ο Καλατζονικόλης που ο ένας του πόδας ήτανε μπλιό κοντός από τον άλλο, αποφάσισε να παλαίψει τον Τούρκο. Ο Τουρκαλάς ερχίνηξε να γελά και να κοροϊδεύγει τον κοντό και κουτσό. Όμως, άμα ο Καλατζονικόλης εσηκώθηκε στον καλό ν-του πόδα κι ήτανε μπλιό ψηλός από τον Τούρκο, τα πρά(γ)ματα αλλάξανε. Επαλαίψανε, λοιπόν, κι ο... κουτσός ήβαλε κάτω δυό φορές τον Τουρκαλά. Οι χωρ(γ)ιανοί του Καλατζονικόλη εφοβηθήκανε και τον-ε συργουλέψανε, ν’ αφήσει τον Τούρκο να τον-ε νικήσει την τρίτη φορά. Γιατί αυτός ήτανε εκδικητικός και… κουζουλός κι εμπόρ(γ)ιενε να κάμει κακό στο χωρ(γ)ιό ν-τως με τσι παλληκαράδες (κουμπουροφόρους) του. Ετσά εγίνηκε κιόλας. Κι ήφυγε ο Τούρκος από το χωρ(γ)ιό, δήθεν νικητής!32.

Συνεχίζομε για να δούμε ποιοι ήσαν οι :

α). Οι Σέρτηδες33 ,οι μπουρμάδες34, οι μπουτσάκ35 και ο Τσούλης36.

Οι κατακτητές Τούρκοι αποκαλούσαν τους Κρητικούς σέρτηδες και τους αντιμετώπιζαν, εκτός από ραγιάδες, και ως ευέξαπτους και πολύ εκδικητικούς δούλους ! Ενώ οι Κρητικοί μισούσαν και πρόσεχαν, πιο πολύ, τους λίγους στον αριθμό αλλά δειλούς, ύπουλους και επικίνδυνους φονιάδες, τους μπουρμάδες. Αυτοί οι τελευταίοι -λένε- έκλεψαν, στο Λασίθι, σ’ ένα στρούμπο, μια φτωχή μα πολύ όμορφη Λασιθιωτοπούλα, την ώρα που χόρευε, για να την κάνουν... δώρο στον πασά τους τον Τσούλη. Τους κυνήγησαν οι Λασιθιώτες, τους σκότωσαν και ελευθέρωσαν την κοπέλλα.

Οι μπουτσάκ, πάλι, είναι μια άλλη ιστορία που ξεκινά από την Τουρκία. Σύμφωνα με τοπική λαϊκή παράδοση, αποτελούσαν μια κρυφή ομάδα δήθεν Τούρκων. Όμως, στην πραγματικότητα ήσαν Έλληνες. Και είχαν ως αποστολή τους να προστατεύουν και να υπερασπίζονται, κυρίως με τα μαχαίρια, τους Έλληνες που ζούσαν στην Τουρκία και υπέφεραν από τις αδικίες και αυθαιρεσίες των Τούρκων. Όταν οι μπουτσάκ βρέθηκαν στην Κρήτη -επί Τουρκοκρατίας- για να συνεχίσουν τη δράση τους, το παρατσούκλι τους έγινε επώνυμο. Γιατί παρέμειναν στη Μεγαλόνησο και μετά την απελευθέρωση του νησιού από τον τούρκικο ζυγό και πολιτογραφήθηκαν ως Μπητσάκηδες, Μπιτσάκηδες ή Μπουτσάκηδες. Σήμερα, οι περίπου εκατό οικογένειες της Κρήτης, με τα παραπάνω επώνυμα, ζουν -με ανιούσα κλίμακα- στην Ιεράπετρα, στο Βάμο, στον Κίσαμο, στο Λιμάνι Χερσονήσου, στο Ρέθυμνο, στους Ασκούς, στα Χανιά, στο Τζερμιάδο, στον Άγιο Νικόλαο και στο Ηράκλειο της Κρήτης.

Να σημειωθεί εδώ ότι, από την εν λόγω γενιά των Μπουτσάκηδων της Ιεράπετρας -σύμφωνα με την παράδοση- προήλθε, πολύ αργότερα, και το επώνυμο : Καλαϊτζάκης. Συγκεκριμένα τρία αδέλφια, πρόγονοι του συγγραφέα, που είχαν ως παρατσούκλι ή ως ανεπίσημο επώνυμο το Μπουτσάκης , έφυγαν πριν από 250 περίπου χρόνια, από τον Παρσά της Ιεράπετρας. Ο ένας κατοίκησε στο Κάτω Μετόχι Λασιθίου, ο άλλος εγκαταστάθηκε στους Ασκούς και ο τρίτος ο Μανόλης Μπουτσάκης (Μπουτσομανόλης), που ήταν καλαϊτζής-γανωτζής στο επάγγελμα, ήλθε στο χωριό Κασταμονίτσα, Καστελλίου Πεδιάδος, Ηρακλείου Κρήτης και άνοιξε καλαϊτζίδικο (γανωματζίδικο). Οι Κασταμονιτσανοί τον αποκαλούσαν, κοροϊδευτικά ή όχι, Μπουτσάκη ή Μπούτσο! Αυτό δεν άρεσε στο γανωματή, που τους έλεγε : Να με λέτε : Καλαϊτζή, Καλαϊτζάκη. Έτσι, σιγά-σιγά, το επάγγελμα του καλαϊτζή κυριάρχησε κι έγινε επώνυμο. Και στα δημοτολόγια, ο γανωματής και οι απόγονοί του πήραν το επώνυμο : Καλαϊτζάκης. Στη συνέχεια, ο καλαϊτζής Μανόλης Μπουτσάκης που έγινε Μανόλης Καλαϊτζάκης (Καλατζομανόλης), παντρεύτηκε και στην Κασταμονίτσα κι απόχτησε δυο γιούς, το Γιάννη και το Γιώργη. Ο πρώτος, ο Καλαϊτζάκης Γιάννης (Καλατζογιάννης), παντρεύτηκε κι αυτός στην Κασταμονίτσα κι απόκτησε δέκα παιδιά. Τον Κωστή, τον επιλεγόμενο Ψαρό, το Μάρκο, που κατοίκησε στην Κασταμονίτσα, τον Νικόλη, που κατοίκησε στην Κνωσό, το Σταυρούλη, που έγινε ανθυπομοίραρχος και υπηρέτησε αλλά και έζησε στα Χανιά, το Μανόλη, που εγκαταστάθηκε στην Ιεράπετρα, τη Σοφία (Σαβομιχελίνα), το Καλιό, τη γυναίκα του Φερετζάκη, από το Καστέλλι Πεδιάδος, τη Μαρία, που παντρεύτηκε και έζησε στη Φορτέτσα Ηρακλείου και το Γιώργη (μικρό Καλατζογιώργη), που ήταν ξυλογλύπτης-πελεκάνος, που παντρεύτηκε, κατοίκησε στην Κασταμονίτσα και γέννησε τον παππού του συγγραφέα, τον Ιωάννη Γ. Καλαϊτζάκη (Καντερογιάννη) και την Αικατερίνη Γ.Καλαϊτζάκη, σύζ. Κων/νου Μακράκη, την επιλεγόμενη Μακρίνα.Ο δεύτερος αδελφός, ο Καλαϊτζάκης Γιώργης (Καλατζογιώργης), παντρεύτηκε επίσης στην Κασταμονίτσα κι απόκτησε τέσσερα παιδιά. Τον Κωστή (Καλαντζοκωσταντή) και τον Παυλή (Καλατζοπαυλή), που κι αυτοί δημιούργησαν οικογένειες και κατοίκησαν στην Κασταμονίτσα. Τον Αντρέα (Καλατζαντρέα) και τον Μιχάλη (Καλατζομιχάλη),που αφού παντρεύτηκαν κατοίκησαν μόνιμα στο Αρκαλοχώρι37.

« Οι Μπουτσάκηδες -παιδί μου- εξεκάμανε με τα μαχαίρια και τον Τσούλη, α-πού τον έχουνε χωματισμένο, πετρωμένο στσι Βόλιτες. Εκειά, α-που λένε, στου Τσούλη το μνήμα38.»

« Η παράδοση αναφέρει ότι ο εν λόγω Τούρκος που ονομαζόταν Τσούλης, μάζευε τις κοπέλες της περιοχής και τις ατίμαζε. Οι κάτοικοι δεν μπορούσαν να ανεχτούν την κατάσταση αυτή και σκότωσαν τον Τούρκο. Στην κορυφή της Δίκτης υπάρχει η περιοχή του Τσούλη το μνήμα39».

Σύμφωνα με άλλη πληροφορία, του πατέρα του συγγραφέα, (βλ. σημ. 9), ο Τσούλης ήταν Πασάς και έμενε στο Οροπέδιο Λασιθίου. Είχε πολλές γυναίκες στο Λασίθι και μια επίσημη στους Ασκούς που τη λέγανε Μαριώ. Ο Πασάς πήγαινε τακτικά στο χωριό εκείνο και την έβλεπε. Οι Κρητικοί είχαν εξαγριωθεί από τη μανία του να ατιμάζει τις όμορφες Κρητικοπούλες και από τις αυθαιρεσίες και τις αδικίες εναντίον τους. Οι αντάρτες (οι Μπουτσάκηδες;) του έστησαν καρτέρι στα σύνορα των νομών Ηρακλείου και Λασιθίου, στις βόλιτες40, όταν πήγαινε στους Ασκούς και τον σκότωσαν. Μετά του έκοψαν το κεφάλι και το τοποθέτησαν στο ντορβά του αλόγου του! Έδεσαν το χαλινάρι στο σαμάρι του και έδιωξαν το ζώο προς τους Ασκούς. Έθαψαν, στη συνέχεια, το υπόλοιπο σώμα του Τσούλη στο μέρος εκείνο και το σκέπασαν με ένα μεγάλο σωρό πέτρες. Κάθε Κρητικιά ή Κρητικός, που περνούσε από το σημείο εκείνο, έρριχνε μια πέτρα στο σωρό, κάνοντας το λεγόμενο ανάθεμα (κατάρα). Η περιοχή αυτή, μέχρι σήμερα, ονομάζεται «Τσούλη μνήμα». Και συμπληρώνει ο συνομιλητής μου : Το άλογο του Τσούλη, που γνώριζε καλά τη διαδρομή Λασίθι-Ασκοί, έφθασε στο χωριό και στάθηκε έξω από το σπίτι της Μαριώς. Τότε κυκλοφόρησε και το επόμενο δίστιχο :

Έ... Μαργιώ κοκκινοπούλι,

πρόβαλε να δεις τον Τσούλη,

τον Αγά σου το φουντούλη,

που τον έχουνε σφα(γ)μένο,

στη φοράδα κρεμασμένο.41

Ακολουθεί η διήγηση, που έχει το όνομα :

β) Ο Ξωπατέρας

Ο Καρκανομανόλης (βλ. σημ. 7), μαζί με μια παρέα ηλικιωμένων Γωνιανών, μου μίλησαν επίσης για ό,τι είχαν ακούσει και για τον Ξωπατέρα. «Ένα λεβέντη Κρητικό καλόγερο -παιδί μου- απού εξέκαμε χιλιάδες Τούρκους και δεν ήφηνε στρούμπο, ξεφάντωση και γλέντι για γλέντι και να μην πάει».

Ο Ξωπατέρας, σύμφωνα με δημοσίευμα του διακεκριμένου δημοσιογράφου, λογοτέχνη και ποιητή Νίκου Ψιλάκη42, ήταν Καλόγερος . Πέταξε όμως τα ράσα του και παντρεύτηκε, με αποτέλεσμα να τον αποσχηματίσει ο Δεσπότης του. «Έτσι τον βγάλανε Ξωπατέρα ή Ξώπαπα».

Η φήμη του Ξωπατέρα, σύμφωνα με τη Θ.Η.Ε.43, περιγράφεται ως εξής : «Μοναχός, οπλαρχηγός της Κρήτης και εκ των γεναιοτέρων πολεμιστών της επαναστάσεως 1821. Κατά κόσμον Ιωάννης Μαρκάκης εγεννήθη εις το χωρίον Μανουσανά της επαρχίας Καινουρίου του νομού Ηρακλείου. Μοναχός εκάρη εις την μονήν της Οδηγητρίας Πυργιωτίσσης και ωνομάσθη Ιωάσαφ. Έκτοτε επρωτοστάτησεν εις την κατά των Τούρκων αντίστασιν, η δε μονή απέβη επαναστατικόν κέντρον. Διαβαλόντες αυτόν οι Τούρκοι εις τον Μητροπολίτην Κρήτης επί ανηθικότητι βίου, επέτυχον την καθαίρεσίν του και την από της μονής απομάκρυνσίν του. Έκτοτε εκαλείτο Ξωπατέρας (Ξεπατέρας ή Ξέπαπας) και συνέπραττεν ως οπλαρχηγός μετά του Μιχαήλ Κουρμούλη και άλλων. Το 1824 μετέβη μετ’ άλλων εις Πελοπόννησον, επανέκαμψε δε το 1825. Εις πρότασιν των Τούρκων όπως παύση τον αγώνα δεν συνεμορφώθη, διό και το 1828 επολιορκήθη εις την μονήν της Οδηγητρίας υπό δυνάμεως 1500 ανδρών του Μεραμέτ-Αλή, μετά της αδελφής του Αγάπης, του ανεψιού του Κ. Τρουλλινού, του Ν. Βλατάκη και τριών γυναικών (καλογραιών). Μετά τριήμερον πολιορκίαν και αφού εφονεύθησαν οι σύντροφοι του Ξωπατέρα επεχείρησεν ούτος έξοδον από τον πύργον του, εις τον οποίον οι Τούρκοι έθεσαν πυρ. Συλληφθείς ο ίδιος μεν απεκεφαλίσθη, η δε αδελφή του εξηναγκάσθη να φέρη επί του ώμου και επί κοντού την αιμόφυρτον κεφαλήν του αδελφού της».

Αυτός, λοιπόν, ο θρυλικός άνθρωπος έγινε μύθος και λαϊκό ποίημα. Γιατί τόλμησε να τα βάλει μόνος του με ολόκληρο τουρκικό στρατό. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα λαϊκού ποιήματος λέει :

«Δεν είναι τούτη αντριγιά,

μονό ‘ναι πουστουλούκι.

Να πολεμούν έναν παππά

εφτά (ή εννιά) χιλιάδες Τούρκοι !44».

Όμως, ας περάσομε στις ιστορίες της :

3. ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

[ α). Ο Τοτόλης. β). Πως έκλεβαν τους Γερμανούς. γ). Οι 21 Κασταμονιτσανοί αιχμάλωτοι.]

Ο γερμανικός ζυγός περιόρισε έμμεσα αλλά και εξαφάνισε άμεσα, πολλά από τα κρητικά ήθη και έθιμα. Οι Γερμανοί, ως κατακτητές, δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις δημόσιες συγκεντρώσεις των Κρητικών και ιδιαίτερα αυτές που γινόντουσαν βράδυ ή στη διάρκεια της νύχτας. Όμως, παράλληλα συμμετείχαν επίσημα -δηλαδή ως προσκεκλημένοι- σε γάμους, βαφτίσια, στρούμπους και άλλα δημόσια γλέντια. Οι μαρτυρίες των συνομιλητών μου είναι χαρακτηριστικές. Παρουσιάζουν ανάγλυφα ένα τμήμα του ψυχολογικού κλίματος που ζούσαν οι άνθρωποι της εποχής εκείνης, σε σχέση με την Κατοχή και τα κρητικά ήθη και έθιμά τους. Ας δούμε μερικές σχετικές επισημάνσεις-διηγήσεις :

• «Στα βαφτίσια της κόρης μου Ευδοξούλας, που έγιναν την Κατοχή, οι Γερμανοί που ήρθανε ήπιαν πολύ σνάπς (ρακί), έκαμαν κέφι, έπαιξαν ακορντεόν και διασκέδασαν μαζί μας»45.

• «Μια φορά, μετά το 1942, σ’ ένα γλέντι στο Γεράκι, συμμετείχαν και Γερμανοί. Εφαγαν και ήπιαν πολύ. Άρχισαν να μαλώνουν και να παλεύουν μεταξύ τους. Ο Γερμανός Φρούραρχος του Καστελλιού προκάλεσε τον Πρόεδρο της Κοινότητας να παλαίψει μαζί του. Ο Πρόεδρος δίσταζε. Ο Γερμανός όμως επέμενε πολύ. Τελικά πάλαιψαν και ο Πρόεδρος έρριξε κάτω το Γερμανό. Ο Φρούραρχος ήθελε να παλαίψουν πάλι. Ο Πρόεδρος ξαναέβαλε κάτω το Γερμαναρά. Ο Γερμανός επέμενε να ξαναπαλαίψουν, γιατί λέει, επαραπάτησε. Οι Γερακιανοί συμβούλεψαν το Πρόεδρο να αφήσει, αυτή τη φορά, το Γερμανό να τον νικήσει. Γιατί μπορούσε να κάνει κακό στο χωριό και στον ίδιο. Ετσι έγινε κιόλας»46

• «Στη βάφτιση του γαμπρού μου, του Ηρακλή, που έγινε στη Κασταμονίτσα την Κατοχή, οι Γερμανοί μαζί με το Φρούραρχο του Καστελλιού, καθίσαμε όλοι μαζί στο τραπέζι τση βάφτισης. Οι Γερμανοί έφαγαν του σκασμού. Ήπιαν, μέθυσαν και τραγούδησαν δικά τους τραγούδια. Εμείς όλοι, είμαστε νευριασμένοι και κουμπωμένοι. Δεν μπορούσαμε όμως να το δείξομε47.

• «Τα αγόρια, στο χωριό μου (Άγιος Βασίλειος Πεδιάδος), πριν τη Κατοχή,έπαιρναν περισσότερη περιουσία. Μετά τους Γερμανούς, αγόρια και κορίτσια έπαιρναν ίση πατρική περιουσία. Στην αρχή της Γερμανικής Κατοχής άρχισαν να λιγοστεύουν οι χοροί, τα γλέντια και οι εκδηλώσεις του στρούμπου, μέχρι που στο τέλος της είχαν σταματήσει εντελώς»48.

• «Το χωργιό μας -παιδί μου- (Γωνιές Πεδιάδος, Ηρακλείου, Κρήτης) επιτάχτηκε από τσι Γερμαναράδες. Μας εξεσπιτώσανε όλους από παέ (από εδώ), από τσι Γωνιές49».

Παρόλ’ αυτά, τα βαφτίσια, οι γάμοι, τα γλέντια, τα πανηγύρια, οι τελετές του στρούμπου και γενικά οι κατοχικές δημόσιες συγκεντρώσεις, αποτελούσαν θαυμάσιες ευκαιρίες αντίστασης των Κρητικών κατά των Γερμανών. Πιο συγκεριμένα :

• Στους στρούμπους, οι Κρητικοί καλούσαν επίσημα τους Γερμανούς. Τους κερνούσαν μέχρι να τους ζαλίσουν ή να τους μεθύσουν. Πολλές κλοπές ή και σαμποτάζ, ενατίον των Γερμανών, έγιναν το ίδιο βράδυ του στρούμπου ή του δημόσιου γλεντιού.

• Σε ένα από τα παιχνίδια του στρούμπου, που λέγεται κάτω ‘πά, γινόντουσαν οι συνεννοήσεις των Κρητικών. Ακόμη και κάτω από τα αυστηρά βλέμματα των κατακτητών, όριζαν σε ποιο σημείο θα συναντηθούν, μάθαιναν πότε και πού έκαναν ή θα κάνουν εκκαθαρίσεις οι Γερμανοί κλπ. κλπ.

• Στο κύριο και ομώνυμο παιγνίδι του στρούμπου, η κατσούνα και το άγγιγμά της σε ορισμένο σημείο με το χέρι, το κεφάλι, το στόμα, η τοποθέτησή της στους ώμους, την πλάτη, στα πόδια κλπ., αποτελούσε συγκεκριμένο σύνθημα για τους αγωνιστές της αντίστασης κατά των Γερμανών.

• Όταν συμμετείχαν σε δημόσια γλέντια ή στρούμπους, οι Άγγλοι ή οι άλλοι σύμμαχοι των Κρητικών, οι αγωνιστές έβαζαν φύλακες -συνήθως παιδιά- σ’ όλο το χωριό. Μόλις εμφανιζόντουσαν Γερμανοί, όλα τα παιδιά, έπαιζαν τις μαντούρες τους (φλογέρες από καλάμι) και χόρευαν μπροστά στους Γερμανούς, για να τους καθυστερήσουν. Ενώ ένα παιδί έτρεχε και ειδοποιούσε. Άλλοτε πάλι, σφύριζαν όλα τα παιδιά μαζί (με το στόμα τους ή με σφυρίχτρες από κληματόβεργες) ή άρχιζαν να διαπληκτίζονται φωνάζοντας ένα συμφωνημένο σύνθημα, βρίζοντας ομαδικά μια συγκεκριμένη βρισιά που είχαν συμφωνήσει από πριν. κλπ. κλπ.50.

Γιατί, είναι αλήθεια πως, όλοι οι Έλληνες και πιο πολύ οι Κρητικοί, λόγω της φύσης τους, δεν υποτάχτηκαν ποτέ στους Γερμανούς. Έκαναν αντίσταση στον κατακτητή, με όποιονδήποτε τρόπο και μέσο μπορούσαν. Δεν άφηναν καμμιά ευκαιρία που να μην την εκμεταλλευτούν. Η ιστορία που ακολουθεί είναι ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά παραδείγματα.

α) Ο Τοτόλης

Μόλις ήρθαν οι Γερμανοί στο χωργιό (Κασταμονίτσα), επιτάξανε του Γιατρού το σπίτι (Μια πολυτελής έπαυλη με περιφραγμένο μεγάλο ελαιώνα, που βρίσκεται 1000 μέτρα έξω και Β/Ανατολικά από το χωριό). Ένας Κασταμονιτσανός ήκλεψε από ‘κειά τη μανάρα (τσεκούρι) των Γερμανών, που εσκίζανε τα ξύλα. Ένας Γερμανός αναζήτηξε και βρήκε το Ντελάλη του χωριού, τον Τοτόλη51. Τον επήγε στο διερμηνέα,που του είπε να ντελαλήσει για την κλεψιά τση μανάρας. Κι όποιος την επήρε να την-ε φέρει πίσω στσι Γερμανούς. Ο Γερμανός στρατιώτης, που δεν ήξερε καθόλου ελληνικά, ακολουθούσε το «ντελάλη» σ’ όλο το χωριό, για να σιγουρευτεί ότι ο τελευταίος θα κάμει σωστά τη δουλειά του. Ο αθεόφοβος, όμως, ο «ντελάλης» ήλεγε : Όποιος ήπηρε του Γερμανού τη μανάρα,/ νά ‘χει αρνάρα και κατάρα./ Και να μην του τη-νε δώσει./ Γιατί ‘ναι ο Γερμανός κακός / και δα το-νε σκοτώσει!!! Ο Γερμανός, χωρίς να καταλαβαίνει τι γινόταν, γελούσε κι αυτός μαζί με τσι Κασταμονιτσανούς. Και κάθε φορά που τέλειωνε το... ντελάλισμα ο Τοτόλης, ο Γερμανός τον-ε χτυπούσε χαϊδευτικά στον ώμο και τού ‘λεγε : Γιά..., γιά... Γιά..., γιά... Γιά..., γιά...!!!52



Υποσημειώσεις 3ου μέρους

28 Αφήγηση : Ανώνυμος 75χρονος Λεβεντοκρητικός.

29 Αφήγηση : Σπανάκη, Μαρία του Θεοχ. συζ. Ι. Γραμματικάκη, ετών 99(1990), από Τζερμιάδω Λασιθίου Κρήτης.

30 Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι : «Οι Τούρκοι που έφυγαν το 1923 απ’ εδώ (Κρήτη) με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών, σύμφωνα με τη συνθήκη της Λωζάνης, μιλούν ακόμη και σήμερα στην Τουρκία μεταξύ τους την Κρητική Διάλεκτο σαν μητρική τους γλώσσα», βλ. & Περιοδικό, Κρητικές Εικόνες, τευχ. 48, Μάρτης 1985, σελ. 43.

31 Αφήγηση : Κανάκη Κλεάνθη του Ευαγγ., συζ. Τσαγκαράκη Αγησιλάου, ετών 84(1996), από Ποταμιές...

32 Αφήγηση : * Ανώνυμος Μακρυτοιχιανός, * Καλαϊτζάκης Στυλ. του Ιωάν., βλ. σημ. 9.

33 σέρτης (ο), τουρκ.< sert, κακός, εκδικητικός και ευέξαπτος άνθρωπος.

34 μπουρμάς (ο) «ιδιωμ. κρητ. υβριστ. Χαρακτηρισμός υπό των Τούρκων εν Κρήτη των πρώτων Χριστιανών εξωμοτών (= ο αρνούμενος την πίστιν του, την θρησκείαν του - εξόμνυμι-, δηλ. ο αρνησίθρησκος, ο αποστάτης), διότι έφερον εστριμμένους τους μύστακας παρά την τουρκικήν συνήθειαν. Ο δειλός, ο φοβιτσιάρης.»

35 bucak ή bicak, τουρκ. παρατσούκλι που σημαίνει μαχαιροβγάλτης.

36 Ο περιβόητος Πασάς στο Λασίθι, που λεγόταν Τσούλης.

37 Πληροφορίες : Καλαϊτζάκη Αικατερίνη του Γεωργ., συζ. Κων/νου Μακράκη (Μακρίνα), ετών 97 (+1995), από Κασταμονίτσα....., *. Καλαϊτζάκης Ιωάννηςτου Γεωργ. (Καντερογιάννης), ετών 75 (1966), από Κασταμονίτσα..., * Ιερέας Μπουτσάκης Κων/νος, ετών...(1998), * Καρκανομανόλης, βλ. σημ.7, *, βλ. και : Κρήτη, Το Αφιέρωμα, εκδ. οίκος Αρσινόη, σειρά Α, τόμ. 25, Πάνθεον, Αθήνα 1976, σελ. 75-76.

38 Πληροφορίες : Καρκανομανόλης, βλ. σημ. 7 και 40.

39 Κρήτη, Το Αφιέρωμα, εκδοτ. Οίκος Αρσινόη, σειρά Α, τόμ. 25, Τοπικές ιστορίες, Αθήνα 1986, σελ. 174.

40 βόλιτες , τοποθεσία, ημιονικός και ανηφορικός δρόμος, με πολλά ζιγκ-ζαγκ, στα σύνορα των νομών Ηρακλείου - Λασηθίου Κρήτης.

41 Πληροφορίες : Καλαϊτζάκης Στυλιανός του Ιωάν., βλ. σημ. 9.

42 Περιοδικό, Κρητικές Εικόνες, τεύχ. 28, Μάης 1983, σελ. 20-25, βλ. και Στ. Σπανάκη, Κρήτη, τόμ. Α, έκδ. 1983, σελ. 422.

43 Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 9, στ. 664-66.

44 Ποιήματα κρητικής υποθέσεως, εκ των του Αχιλ. Παράσχου, Αριστ. Βαλαωρίτου και Σοφοκλέους Καρύδου, οις προσετέθησαν και τα τραγούδια του Κόρακα, Ξωπατέρα και Βλάχου, Αθήνησιν 1888, εκ του τυπογραφείου της Ελευθερίας. Περισσότερα για τον Ξωπατέρα, βλ. Ψιλάκη Νίκου, Τα Μοναστήρια της Κρήτης, έκδ. Τράπεζας Κρήτης, Αθήνα 1986, σελ.87-91, όπου και σχετική βιβλιογραφία. Επίσης, του ίδιου, Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης, τόμ. Α’, Ηράκλειο 1992, σελ. 215 κ. εξ.

45 Αφήγηση : Σαμπροβαλάκη Αικατερίνης του Εμμ., χήρας Φωκ. Παπαδάκη, ετών 81 (2003), από Κασταμονίτσα..., κάτοικος Καρδουλιανού....

46 Πληροφορία ; Ελευθέριος Δετοράκης του Αντωνίου βλ. σημ. 9

47 Πληροφορία : Στυλ. Καλαϊτζάκης, του Ιωάν., βλ. σημ. 9.

48 Πληροφορία : Κορνιλάκης Ελευθέριος του Ιωάν., ετών 79(1996), από Άγιο Βασίλειο Πεδιάδος Ηρακλείου Κρήτης.

49 Πληροφορία : Καρακανομανόλης, βλ. σημ. 7

50 Πληροφορίες : * Ανώνυμος 70χρονος Λασιθιώτης. * Καλαϊτζάκης Στυλιανός του Ιωάν., βλ. σημ. 9. * Δηλαβεράκης Δημήτριος του Δαυίδ, βλ. σημ.19. * Οικονομάκης Γεώργιος του Κων, βλ. σημ. 56. * Δετοράκης Ελευθέριος του Αντων., βλ. σημ.9.

51 Παρατσούκλι του Σαριδάκη Χαράλαμπου του Γεωργίου , που ήταν ένας πολύ δυνατός Κασταμονιτσανός. Σήκωνε -λεγανε- 700 οκάδες στην πλάτη του, έτρωγε σαν λύκος κι έκανε θελήματα για να εξασφαλίζει το φαγητό του. Όμως, το «ρετιρέ» του -λέγανε- ήταν, σχεδόν πάντα, ακατοίκητο.

52 Διήγηση : * Καλαϊτζάκης Στυλιανός του Ιωάν., βλ. σημ 9. Πληροφορίες : Δηλαβεράκης Δημήτριος του Δαυίδ, βλ. σημ 23. * Ψαράκης Φώτιος του Εμμανουήλ ( Μουστάκας) ετών 100 (1999) από Κασταμονίτσα.





ΣYNEXIZETAI