5. Τ’ ανιόματα.
Μαζεύονται όσες ή όσοι θέλουν να λάβουν μέρος στο παιγνίδι. Κάθονται ή στέκονται σε κύκλο. Οι θεατές μένουν απέξω και δεν πρέπει να μιλούν. Στη μέση του κύκλου βάζουν μια καρέκλα, ένα τραπέζι, ένα σκαμνί, ένα μεγάλο κούτσουρο (Γωνιές Πεδιάδος), ένα σαμάρι, ένα τρίποδο (Οροπέδιο Λασιθίου) ή και μια μεγάλη πέτρα. Στο πρόχειρο αυτό βάθρο ανεβαίνει ο ή η αρχηγός του στρούμπου, δηλαδή η μάννα ή ο σύντεκνος ή και κάποιος άλλος, που λέει :
- Να σας-ε πώ ένα άνιομα, να δούμε αν-ε το νοιώσετε ;
- Να μας-ε πεί ει ει εις..., απαντούν οι άλλοι.
Τότε, ο αρχηγός λέει το αίνιγμά ή παραμάντεμά του. Αν αυτοί που συμμετέχουν στο παιγνίδι και βρίσκονται στον κύκλο, γνωρίζουν ή ανακαλύψουν τι σημαίνει το αίνιγιμα του αρχηγού, εκείνος χάνει και κατεβαίνει από το βάθρο του. Αν δεν ανακαλύψουν το αίνιγμα, τότε εκείνος κερδίζει, το αποκαλύπτει και λέει καινούργιο αίνιγμα. Όταν χάσει ο αρχηγός, τότε ανεβαίνει άλλος στο βάθρο και λέει το αίνιγμά του.
Στο τέλος, οι κερδισμένοι τιμωρούν τους χαμένους. Τους βάζουν να μιμηθούν ένα ζώο, να κλαίνε, να κοιλοπονάνε σαν την ετοιμόγενη γυναίκα, να κάνουν τους κουζουλούς, να παριστάνουν το γέρο ή τη γριά, να τρέχουν με το ένα πόδι, να παίρνουν τους νικητές στην πλάτη τους και να τρέχουν γύρω-γύρω κ. ά. ΄Ετσι όλοι γελούν και διασκεδάζουν.
Μερικά από τα αινίγματα, που μπόρεσα να μαζέψω, είναι τα εξής :
• Δυό αυλάκια φυτεμένα,το ‘να ‘δώ και τ’ άλλο ‘κεί./ Από κάτω ν-τους μιλούνε/ κι από πάνω ν-τους φυσούνε142.
• Τρικέφαλο, εξάφτικο/ και δεκαποδαράτο/ μεγάλο πράμα απ’ το Θεό/ στον ουρανό ‘ποκάτω143.
• Πέντε-πέντε κουβαλούνε,/ τα σφυριά σφυροκοπούνε/ και η κατσαούνα σύρνει/ και στο κάλαθο τα χύνει144.
• Στα νειάτα μου πολλούς εδρόσισα,/ μα στα γεράματά μου/ άθρωπος δεν εβρέθηκε/ να θάψει τα κόκκαλά μου145.
• Από τση μάνας μου την αγκαλιά, άγρια με ποκόψανε./ Με βασανίσανε,/ με τσαλοπατήσανε,/ με φυλακίσανε.../ Μα άμα, γλυκέ μου, βγώ από τη φυλακή μου,/κουδουνίστρα δα κάμω/ τη κεφαλή του μουστερή μου146.
• Παχιά-παχιά μελιτακιά, πιάνει τον τοίχο και γλακά147.
• Έχω ένα μαύρο αρνί,/ που στον κήπο δεν πατεί/ και τον κήπο μου ξωφλεί148.
• Όσο την τρίβω τρίβεται,/ λιανένει και μακραίνει/ και λιγωμάρα τσ’ έρχεται/ στον πόρο όντε μπαίνει149.
• Κακομούντρουλο μουσκάρι,/ κατσοπρίνια κατεβάζει150.
• Έχει αυτιά που κρέμουνται,/ κέρατα που δεν φαίνονται,/ όπου δει φαϊ αράσει,/ τρώει κι ανεχαράσσει151.
• Έχει πόδια σιδερένια,/ ρούχα δερματοξυλένια152.
• Κέρατα έχει, βούι δεν είναι./ Σομάρι φορεί, γάϊδαρος δεν είναι./ Γράμματα γράφει,γραμματικός δεν είναι. Τι είναι153;
• Μακρύς-μακρύς καλόγερος/ και πίτα η κεφαλή ν-του/ κι από ‘να μίλι κι από δυό,/ ακούγετ’ η φωνή ν-του154.
• Μακρύς-μακρύς καλόγερος/ και κόκκαλα δεν έχει155.
• Τέσσερα καλογεράκια/ ζυγώνουν το ‘να τα’ άλλο156.
• Έχω δυό καλογεράκια,/ σύρνουν ο γ-είς τ’ αλλού τα γένια157.
• Κοιλιά με κοιλιά/ και στη μέση παλουκάκι158.
•Αέρι, αερότατο/ κι από το μέλι πιο γλυκότατο159.
• Ψοφισμένη κλωσσού/ ζωντανά πουλιά πυρώνει160.
•Πράσινο σπιτάκι κόκκινα στρωμένο,/ μαύροι καλογέροι μέσα κατοικούν161.
• Πετεινός ατζάτος/ και μαυροκοντυλάτος,/ πατεί και σύρνει/ τη δικαιοσύνη162.
• Όλη μέρα μπούκα-μπούκα/ και τη νύχτα χάσκα-χάσκα163.
• Από πάνω δωματάκι/ κι από κάτω δωματάκι/ και στη μέση ξυλαράκι164.
• Κάπου ανθεί, κάπου μυρίζει,/ κάπου ανθεί και λουλουδίζει,/ κάνει κάπανθα μεγάλα,/ ξανανθεί και κάνει κι άλλα165.
• Χίλια δώδεκα ευζωνάκια,/ με τα καφετιά φεσάκια166.
• Ο μπάρμπα Κοντοθόδωρος,/ με τα πολλά ζωνάρια167.
• Χιλιοτρύπητο λαγήνι/ και σταλιά νερό δε χύνει168.
Ζ Μια σανίδα λαλοσανίδα,/ μέσα στο νερό μουσκεύει169.
• Ο μικρός δεν μεγαλώνει/ κι ο μεγάλος δεν γερνά170.
• Όλος ο κόσμος κι αν καεί,/ ο δρόμος απομένει171.
• Από πάνω σαν πλαστάρι/ κι αποκάτω σαν σκαφίδι172.
• Ψηλό-ψηλό καμπαναριό,/ κάνει πολλά κουδούνια173.
• Έχω μία προβατίνα,/από το λαιμό τη δένω/ κι από την ουρά τη σέρνω174.
• Έχω μία αγελάδα,/ εδώ τη δένω, εκεί πέρα πάει/ και γεννάει175.
• Δυό μικρά καλογεράκια,/ που ξανοίγουν το ‘να τ’ άλλο176.
• Κίτρινο ή και πράσινο,/ κρατεί όλους τους μήνες./ Όσο κι αν φαίνεται ξυνό,/ είν’ όλο βιταμίνες177.
• Πότε μαύρα μας τα δίνει,/ πότε άσπρα και με τάξη/ και με ούζο μας ποτίζει/ και μας ντύνει με μετάξι178.
• Πράσινος πύργος,/ κόκκινα τζάμια,/ μαύροι αράπηδες,/ κατοικούνε μέσα179.
• Τα’ αρνάκι μου το κόκκινο,/ Θεός να τα φυλάει./ Αν φάει ξύλο τρέφεται/ κι αν πιεί νερό ψοφάει180.
• Από ‘παέ και στα Χανιά,/ θωρώ τη θειά μου και γελά/ και πατεί τα τζάρναρά τζης/ και μαζεύγει τα παιδιά τζης181.
• Ένα ζευγάρι περιστέρια,/ που ζούνε χωριστά,/ πετάνε ως τα ουράνια,/ χωρίς να βγαίνουν απ’ τη φωλιά182.
• Σφαλίζω τη κασέλα μου,/ τα κρούσα ‘φήνω απ’ όξω183.
• Του φτωχού και του χωριάτη/ είναι σύντροφος πιστός./ Στα παλιά τα χρόνια ‘κείνα,/ το καβάλησε ο Χριστός184.
• Βασιλιάς δεν είμαι,/ κορώνα φορώ./ Ρολόϊ δεν έχω,/ τις ώρες μετρώ185.
• Άσπρο είναι σαν αυγό,/ στρογγυλό σαν το πιπέρι./ Μα τον άγιο Λευτέρη,/ ούτε αυγό ‘ναι, ούτε πιπέρι186.
• Γαϊδουρίτσα φορτωμένη,/ στη σπηλίτσα μέσα μπαίνει187.
• Νύφη ανεβαίνει,/ χήρα κατεβαίνει , ω την κα(ϋ)μένη! 188
• Στέκομαι όπου στέκεσαι,/ κινούμαι όταν κινείσαι./ Αδύνατο να είμαι ‘κεί,/ όπου εσύ δεν είσαι189.
• Στον κήπο δεν φυτεύγεται,/ σε περιβόλι όχι./ Ο βασιλιάς το γεύεται/ κι όλος ο κόσμος το ‘χει190.
• Έχω ένα βαρελάκι/ κι έχει δυό λογιώ κρασάκι191.
•Όσο μεγάλο κι αν με δεις,/ μικρό θα με φωνάζεις192.
• Mακρύς - μακρύς καλόγερος, κουδούνια φορτωμένος193.
• Μπατσελοκοπώ τη θειά μου και ταϊζω τα παιδιά μου194.
• Από ‘παέ και στα Χανιά θορώ τη θειά μου και γελά και σουν τα κολαράκια τζης και πέφτουν τα ψυράκια τζης και πετούνε σαν τον ψύλλο και δακάνουν σαν το σκύλο195.
• Έχω ένα εκκλησάκι κι είναι γεμάτο κοκκινοφόρους196.
Ακολουθεί το παιγνίδι που ονομάζεται :
6. Ζωντανή σβούρα.
Εκειά ‘που ετρώγαμε και πίναμε και σιγοτρογουδούσαμε, γιατί ενημέναμε -μαθές- και άλλη παρέα, σηκώνεται ολόρθος ο Μανολιός και λέει:
- Ποιος είναι άντρας, να ‘ρθεί να παίξωμε τη ζωντανή σβούρα ;
Στο λεφτό εξεσμηλιώσαμε-νε όλοι, ωσάν τσι μέλισσες κι επεταχτήκαμε όρθιοι. Και φωνιάζαμε : Εγώ... κι εγώ... κι εγώ..., κι εγώ..., κι εγώωω... Επαραξενεύτηκε-νε, πούρι, ο Μανολιός. Δεν ενήμενε, μαθές, ετόσεσάς (τόσες) συμμετοχές. Γιατί, κατέχεις το ‘δά, το παιγνίδι τση σβούρας θέλει οχτώ το πολύ δέκα νοματαίους. Κι εμείς είμαστε πάνω από είκοσι. Ήξησε μιαολιά (λίγο) τη κούτρα ν-του,ο Μανολιός. Κι ύστερα ήβγαλε την απόφαση.
- Τον κόμπο δα παίξωμεεεε...(βλ. σημ. 105).
Άμα επαίξαμε ‘δά τον κόμπο, επήρε ο Μανολιός τσι 10 τυχερούς σε μια γωνιά. Ήμουνε κι εγώ σ’ αυτούς και μας ορμήνεψε μυστικά ίντα δα κάμομε.Το κατόπι, εξεκινήσαμε ‘ολοι μαζί για το κοντινό κοπράνι (γρασίδι). Δεν είχαμε φτάξει ίσαμε την αυλόπορτα κι ο Γιωργής ήβαλε τσι φωνές...
- Μα εκουζουλαθήκετε, χωριανοί ; Χωρίς ρακί και λυράρηδες δα πάμε στο κοπράνι ; Ίντα πράματά ‘ναι ετουτα-νά. Εεεέ..;
Άμα εφτάξαμε ‘δά στο κοπράνι, σ’ ένα σιάδι, ο Μανολιός είχεν-ε ‘κειά χωσμένες δυό ειδικές πέτρες. Η μια ‘τανε πλακωτή και μεγάλη. Είχε-νε, στην απάνω μερά τζης, ένα βαθούλωμα ωσάν το βαθύ πιάτο. Η γι-άλλη ήτανε στενομάκρουλη, ωσάν την κεφαλή ν-του!
Εμείς εξανοίγαμε μόνο κι εντουχιουντίζαμε (σκεφτώμαστε), ίντα δα μας-ε ξετελέψει, χωρίς να βγάνομε μιλιά.
Ύστερα ο Μανολιός ήνοιξε ‘να λάκκο, στη μέση στο κοπράνι κι ήβαλε μέσα τη μεγάλη πέτρα. Κι εκανόνισε νά ‘ναι ίσα-ίσα με το χώμα. Επήρε-νε ύστερα τη μική πέτρα και την ήβαλε στο βαθούλωμα τση μεγάλης.
Στο μεταξύ, ήρθε κι ο λούχουνος. Αφού μας-ε χαιρέτηξε όλους, ήβαλε μπαξίσι στσι λυράρηδες και διέταξε κοντυλιές. Είπε και την πρώτη μαντινάδα :
Χαρώ τη τη παρέα μας
και νά ‘ταν άλλη τόση,
να το διασκεδάζωμε
ώσπου να ξημερώσει.
Είπε κι ο αδερφός του άλλη μια μαντινάδα :
Να ζήσει ο νεογέννητος
μαζί με τη λουχούνα
κι ο λούχουνος να τσι χαρεί,
χωρίς κιαμμιά φουρτούνα.
Ένας Κασταμονιτσανός, είπε τη μαντινάδα :
Στο στρούμπο που κινήσαμε,
μύτη να μην ανοίξει.
Του λούχουνου η φαμελιά,
χρόνους πολλούς να ζήσει.
Κι ένας άλλος είπε μια, που μας άρεσε πολύ :
Ωσάν τα μάθια μου αγαπώ,
αυτούς που με μισούνε.
Φαντάσου πόσο αγαπώ,
‘κείνους που μ’ αγαπούνε.
Είπαμε-νε κι άλλες μαντινάδες. Κι όλοι μαζί εσυμπαίναμε τσι μαντιναδολόγους κι ετραγουδούσαμε μαζί ν-τως.
Άμα εχορτάσαμε-νε δα χορό και τραγούδι κι ήπιαμε και τσι ρακές μας, ο Μανολιός εφώνιαξε :
- Σύντεκνε, έλα επαέ να δείς ίντα παιγνίδι δα παίξωμε, για το χατήρι του λεβέντη του γιού σου.
- Καλό κι ευλοημένο, απηλοήθηκε-νε ο λούχουνος.
Ύστερα ο Μανολιός ήβαλε τσι παλάμες του στα μάγουλά ν-του κι εφώνιαξε τσι τυχερούς για το παιγνίδι τση σβούρας. Κι όλοι μας εβγαίναμε ανάμεσα από τσ’ αθρώπους και με πηδαράκια επή(γ)αμε εκειά απού ‘στεκε ο Μανολιός. Αυτός αρχίνηξε να διατάζει : Ξάπλωσε Δημήτρη ανάσκελα,επαέ (εδώ). Εσύ Γιωργή, δίπλα ν-του. Εσύ Γιάννη, μπλιό πέρα. Εσύ Στελιανέ, από ‘παέ. Εσύ Λευτέρη, από κοντά μου. Εσύ..., εσύ..., εσύ..., εσύ... Κύκλο θέλω να κάμετε με τα πόδια σας στσι πέτρες. Γροικάτε ;
- Γροικούμεεε, απηλοηθήκαμε-νε εμείς.
Ύστερα ε-ξάπλωσε κι αυτός μαζί μας. Κι ετσά ήκλεισε ο κύκλος.
Πατήσετε,εδά, το ζερβό σας πόδα στην πέτρα. Λυγίσετε το δεξό πόδα, μέχρι να πατήσει η πατούχα μας στο χώμα. Πιάσετε δυνατά τα χέρια σας. Αρχινήξετε όλοι σας να σφίγγετε τα χέρια σας, για να σηκωθούμε από τη μέση κι απάνω. Να βοηθά κι ο δεξός πόδας. Ένα, δύο, τρία... ελάτε. Ψηλά οι κεφαλές μας. Γυρίζομε, όλοι μαζί, δεξιά. Ελάτε λεβέντες μου, ωωωόπ. Φύγαμεεε!
Ε, δε δα το πιστέψεις... Η ζωντανή σβούρα αρχίνηξε να γυρίζει, λες κι ήταν-ε ξύλινη! Κι οι αθρώποι, α-πού ‘χανε καταπιεί τη γλώσσα ν-τως, εφωνιάζανε κι επαίζανε κρουσταλάκια. Σε λιγάκι, εσηκωθήκαμε-νε κι εμείς, ανοίξαμε το πρόχειρο καμινάκι κι εφάγαμε τσι ζεστές -ψητές- πατάτες, ήπιαμε-νε τσι ρακές μας, εφάγαμε και την πολυσαλάτα μας κι αρχινήξαμε πάλι το χορό197.
Το παραπάνω παιγνίδι, όταν παίζεται από παιδιά, λέγεται τροχός. Και παίζεται, από οκτώ παίκτες, ως εξής : «Τέσσαρες κάθηνται σταυροειδώς καταγής ενώνοντες τας πτέρνας, τέσσαρες δε άλλοι όρθιοι μεταξύ των καθημένων εναλλάξ, κρατούσιν αυτούς εκ των χειρών. Διδομένου του προστάγματος οι καθήμενοι εντείνοντες τας ιγνύας, υπερεγείρουσιν άκαμπτα τα σώματα εν είδει ακτίνων, ενώ αι πτέρναι αυτών μόναι εγγίζουσι τα έδαφος και χρησιμεύουσιν ως πόλος, οι δε όρθιοι τρέχουσιν πέριξ γοργότατα σχηματίζοντες την περιστροφήν του τροχού» 198.
Όμως, να συνεχίσομε με ένα άλλο παιγνίδι, που ονομάζεται :
7. Μαστραπάς199
« Το μαστραπά τον τσάκισες, κι εδά κρασί γυρεύγεις ;» Αυτή την παροιμία έπλασε ο σοφός Λαός μας, για να χαρακτηρίσει τους αδιάφορους και ανεύθυνους ανθρώπους, που δεν αναγνωρίζουν (και το χειρότερο) ούτε καταλαβαίνουν τις επιπτώσεις του κακού που προξενούν στον εαυτό τους και στους άλλους με λόγια ή με πράξεις τους. Σ’ αυτήν ακριβώς την παροιμιώδη φράση στηρίχτηκε, για να δημιουργηθεί, το ομώνυμο παιγνίδι του στρούμπου, που παιζόταν στο Οροπέδιο Λασηθίου, σε χωριά της Επαρχίας Πεδιάδος και του Νομού Ρεθύμνης Κρήτης, μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα. Το εν λόγω παιγνίδι είχε κι άλλες ονομασίες, όπως : Ο Δεσπότης, ο Αφέντης, ο Επιστάτης, ο Μαχαραγιάς, η Μαμή, η Ξυλένια200, κ. ά.
Ένας άνδρας, που φορούσε ράσο201 ή ρασίδι202, ανέβαινε πάνω σ’ ένα βάθρο, κρατώντας με τα χέρια του ένα μαστραπά, μισογιομάτο με νερό, πάνω στο κεφάλι του. Το δοχείο δεν έπρεπε να φαίνεται, γιαυτό ήταν τυλιγμένο μ’ ένα μαντήλι ή ένα τσεμπέρι203.
Όταν ήσαν όλα έτοιμα, η μάννα εντελάλιζε την εν λόγω παροιμία, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Μετά, έλεγε. - Ποιοί..., οί..., οί..., ποιέ...έ...ές θέλουν να :
• ‘Ξομολογηθούν ;
• Κάμουν μετάνια στο Δεσπότη ;
• Ζητήξουν ό,τι χάρη θέλουν από το Μαστραπά ;
• Χαιρετίσουν το Μαστραπά ;
Όσοι δεν γνώρίζαν τις επιπτώσεις του παιγνιδιού, δέχονταν ευχαρίστως την πρόσκληση. Τότε, η μάννα τους τοποθετούσε μπροστά στο Μαστραπά. Κι εκείνος, μετά από ένα μακρόσυρτο μ.μ.μ.μ., έσκυβει και τους... κατάβρεχε!
Υπήρχε κι άλλη, πολύ νεώτερη, εκδοχή του παιγνιδιού : Έτυναν κάποια ή κάποιο με ένα σεντόνι. Στο κεφάλι του τοποθετούσαν ένα κάρτο, γεμάτο με νερό. Κάλυπταν το κάρτο με ένα άλλο μικρότερο σεντόνι, ώστε να μην φαίνεται το δοχείο του νερού. Ο… Μαστραπάς, κρατώντας προσεκτικά το κάρτο του νερού, με το ένα του χέρι, περπατώντας καμαρωτά «ευλογούσε» τους θεατές του παιγνιδιού. ΄Όμως, όπου είχε εμπιστοσύνη και θάρρος, έσκυβε λίγο το κεφάλι και... κατάβεέχε το υποψήφιο θύμα!
Με τον ίδιο τρόπο παιζόταν ο Μαστραπάς και από κορίτσια ή γυναίκες, ως καθαρά γυναικείο παιγνίδι. Με τη διαφορά ότι, αντί της παραπάνω παροιμίας, έλεγαν το λαϊκό δίστιχο : Είσαι ξυλένιος ( ή γιαλένιος) μαστραπάς κι όποιο-νε ‘δείς τον αγαπάς.
Το ίδιο παιγνίδι, παιζόταν και με άλλο τρόπο : Εδεναν με σπάγγο ένα μισογεμάτο κύπελο με νερό, στο μέσα μέρος και πάνω από μια μισοανοιγμένη πόρτα του σπιτιού. Η μάννα καλούσε τον εθελοντή ή την εθελόντρια να σπρώξει την πόρτα και να μπει στο πόρτεγο που παιζόταν ο στρούμπος, για να... δει το Μαστραπά ! Όποιος περνούσε, άνοιγε την πόρτα, με αποτέλεσμα να... αυτοκαταβρεχτεί!204.
Συνεχίζομε με ένα άλλο παιγνίδι που λέγεται :
8. Η κλώσσα
Σ’ ένα στρούμπο, που έγινε το έτος 1932, στην Κασταμονίτσα, στη γέννηση ενός πρωτότοκου αγοριού205, παίχτηκε και το εν λόγω παιγνίδι, με αρχηγό-μάννα τον παπού του νεογέννητου τον Ιωάννη Γ. Καλαϊτζάκη (Καντερογιάννη), βλ. σημ. 124.
Ένας καθόταν σε μια καρέκλα κι είχε ανοικτά τα σκέλη του. Κάτω και μέσα στα πόδια του, υπήρχε ένα κοφίνι. Απέναντί του καθόταν ένας άλλος σ’ ένα σκαμνί και παρίστανε την κλώσσα. Δηλαδή, φώναζε : κο..., κο..., κο..., κο..., κο..., κουνώντας πέρα-δώθε, μπρος-πίσω το κεφάλι του. Σε ανύποπτο χρόνο και απότομα, κατέβαζε το κεφάλι του και το έχωνε μέσα στο κοφίνι. Στο μεταξύ, εκείνος που καθότανε στην καρέκλα, έχοντας ανοιχτές τις παλάμες των χεριών του στο εσωτερικό μέρος των μηρών του, προσπαθούσε να χτυπήσει το κεφάλι της... κλώσσας την ώρα που εκείνο κατέβαινε απότομα προς το κοφίνι. Αν τα κατάφερνε γινόταν αλλαγή θέσεων, ενώ οι θεατές του παιγνιδιού γελούσαν, πείραζαν εκείνον που καθόταν στην καρέκλα, προσπαθούσαν να του αποσπάσουν την προσοχή 206κ.λπ.
Άλλο παιγνίδι, που έπαιζαν, ήταν :
9. Η βιτσίλα
Σ’ όλους τους στρούμπους, που γινόταν στο Μαγουλά Λασηθίου, παιζόταν μέχρι και την αρχή της γερμανικής κατοχής, μαζί με πολλά άλλα μπαίγνια -όπως τα λέγανε- και το παιγνίδι της... βιτσίλας (γυπαετού).
Κάποιος έπαιρνε ένα ρασίδι, (βλ. σημ. 202), ή ένα σεντόνι κι ένα τυλιγάδι207, που του είχαν αφαιρέσει το ένα κάθετο ραβδί και έβαζε το ρασίδι επάνω στο κάθετο ραβδί του τυλιγαδιού. Μετά, κρατώντας το τυλιγάδι με τα χέρια του, το τοποθετεύσε μαζί με το ρασίδι επάνω στο κεφάλι του. Έτσι, πέφτοντας η κάπα στο τυλιγάδι, στο κεφάλι και στους ώμους του, η εν λόγω... βιτσίλα, μεγάλωνε κατά ένα μέτρο.
Κάποιος άλλος, παρίστανε το ψοφίμι. Δηλαδή, ξάπλωνε επάνω σ΄ ένα σεντόνι, κουβέρτα, κουρελού κ.λπ., που είχαν απλώσει στο πάτωμα.
Η... βιτσίλα, πηδώντας, έτρεχε γύρω-γύρω από τον ξαπλωμένο και κοιτάζοντας πέρα-δώθε, άρχιζε να... τρώει το δήθεν ψοφίμι, χτυπώντας με το... ράμφος της . Οι θεατές φωνάζανε, γελούσανε και προτρέπανε το...όρνιο, να... φάει, να... ξεσκίσει, να... αποτελειώσει τον ξαπλωμένο. Όμως, η... βιτσίλα δεν περιοριζότανε μόνο στο... ψοφίμι. Πηδούσε ψηλά και κυνηγούσε τους παρευρισκόμενους. Έκανε ετίθεση στις κοπέλλες της παρέας. Ανέβαζε και κατέβαζε το ράμφος της μέχρι το έδαφος. Έπεφτε κάτω, παρίστανε η ίδια το... πτώμα. Σηκωνόταν απότομα, κυνηγούσε πάλι τους θεατές κ.λπ. Μέχρι να διασκεδάσουν, να κουραστούν όλοι και να το ρίξουν στο πιοτό και στο χορό208.
Σε πολλούς στρούμπους, συνήθιζαν να παίζουν κι ένα άλλο, κυρίως ανδρικό, παιγνίδι που το ονόμαζαν :
10. Χωνί
Η μάννα καλεί όποιον θέλει από την παρέα για να παίξουν το παιγνίδι του... χωνιού. Κάποιος, που δεν ξέρει την παγίδα που κρύβει το συγκεκριμένο παιγνίδι, πάντα προθυμοποιείται να γίνει... εθελοντής.
Τότε, του βάζουν ένα μεγάλο χωνί στη ζώνη του, με το κάτω μέρος του χωνιού να βρίσκεται μέσα στο παντελόνι του. Του δείχνουν μια χρυσή λίρα, που τη βάζουν στην κορυφή του κεφαλιού του ή την... κολλούν με σάλιο στο μέτωπό του και του λένε :
- Αν καταφέρεις να ρίξεις τη λίρα μέσα στο χωνί, την κερδίζεις. Αν αποτύχεις κερδίζεις... ένα κατάβρεγμα!
Όμως, πριν αρχίσει ο εθελοντής μας την προσπάθειά του, κάποιος άλλος, που έχει συννενοηθεί προηγουμένως με τον αρχηγό-μάννα του στρούμπου : Παίρνει τη λίρα –πιέζοντάς την δήθεν στό κεφάλι ή στό μέτωπό και του ρίχνει ένα κάρτο νερό στο... χωνί!!!209.
Σε στρούμπους της επαρχίας Πεδιάδος Ηρακλείου παιζόταν, μέχρι το πρώτο τρίτο του περασμένου αιώνα και το παιγνίδι , που λέγεται :
11. Ο μυλωνάς
Ένας, συνήθως η μάννα, κάθεται σε μια καρέκλα και παριστάνει το... μυλωνά. Δυο εθελοντές, που παριστάνουν τα... κουλούκια (σκυλάκια) του μύλου, κάθονται δίπλα του σε δυο σκαμνιά. Ο μυλωνάς έχει εξηγήσει από πριν στο καθένα κουλούκι χωριστά πως : Πρέπει να γαυγίζουν συνέχεια. Κι αν δουν μουτζουρωμένο κάποιον, να μην το μαρτυρήσουν αλλά να... γελούν γαυγίζοντας ! Στη συνέχεια, ο μυλωνάς φεύγει για να βάλει δήθεν το μύλο μπροστά. Όμως, στην πραγματικότητα πηγαίνει και μουντζουρώνει με μουντζούρα τηγανιού τα χέρια του. Και επιστρέφει καμαρωτός, με τα χέρια πίσω του. Μόλις καθίσει στην καρέκλα του, αρχίζουν τα... κουλούκια να γαυγίζουν. Πλησιάζει ο πρώτος πελάτης κι ερωτά το μυλωνά :
- Έ μυλωνά, πότε θα αλέσεις το άλεσμά μου ;
- Τώρα, αμέσως, απαντά ο μυλωνάς.
- Μα, τα κουλούκια σου γαυγίζουν!
- Σωπάστε, κουλουκάκια μου, ν’ αλέσομε το άλεσμα, προστάζει ο μυλωνάς τα... σκυλάκια του. Κι όταν εκείνα δεν σταματούν, ο μυλωνάς τα... καλοπιάνει ή τά… μαλλώνει θωπεύοντάς ή χτυπώντας τα στο πρόσωπο και τα... μουντζουρώνει ! Κι ενώ όλοι γελούν, το παιγνίδι συνεχίζεται μέχρι να καταλάβουν τα... κουλούκια ότι τα μουτζούρωσε και τα δυό210 !
Το ίδιο παιγνίδι, στο Οροπέδιο Λασιθίου, παίζεται ως εξής : Όποιος κάνει το μυλωνά, παιρνει την κατσούνα του και καθίζει ανακούρκουδα στη μέση του δωματίου που γίνεται ο στρούμπος. Γυρνά το χέρι του στο ρυθμό της πέτρας του μύλου και με το στόμα του μιμείται το χαρακτηριστικό θόρυβο του μύλου την ώρα που δουλεύει. Ένας άλλος γυρνά γύρω-γύρω από τον μυλωνά πολλές φορές. Σταματάει απότομα και λέει :
- Εδά δα κόψω το νερό του μύλου, να δούμε ίντα δα κάνει ο μυλωνάς ! Και πέφτει απότομα πάνω στον... μυλωνά. Εκείνος θυμώνει και σηκώνεται πάνω, φωνάζοντας :
- Ποιος μού ‘κοψε το νερό ; Έεεε ;
Κι αφού δεν απαντά κανείς, παίρνει την κατσούνα του, τη γυρνά χαμηλά, γύρω από τον εαυτό του -γυρνώντας κι αυτός μαζί- κουτσοποδίζοντας τους θεατές του παιγνιδιού, που πηδούν για να αποφύγουν τα χτυπήματα του... θυμωμένου μυλωνά211!
Σε πολλούς στρούμπους, την ώρα που οι άντρες πίνουν τσικουδιά και ασχολούνται με τα δικά τους παιγνίδια, οι γυναίκες μαζεύονται σε δικό τους χώρο ( σε σπάνιες περιπτώσεις συμμετέχουν και άνδρες), για να πούνε ή να παίξουν -όπως λένε- τα ανεγυριστικά :
Yποσημειώσεις 10ου μέρους
142 Τα μουστάκια.
143 Οζευγάς με τα βόδια του.
144 Τα δάχτυλα, τα δόντια, η γλώσσα και η κοιλιά.
145 Η στάμνα.
146 Το κρασί.
147 Ο καπνός.
148 Το τσουκάλι.
149 Η φραντζόλα ή η κουλούρα, όταν πλάθεται και όταν μπαίνει στο φούρνο για ψήσιμο.
150 Ο φούρνος.
151 Το μικρό μοσχαράκι.
152 Ο γάϊδαρος με τα πέταλα και το σαμάρι.
153 Ο χοχλιός.
154 Το όπλο.
155 Ο καπνός.
156 Η ανέμη.
157 Τα χειρόχτενα.
158 Ο χειρόμυλος.
159 Ο ύπνος.
160 Το πάπλωμα ή η κουβέρτα.
161 Το καρπούζι.
162 Ο καμπανός (καντάρι).
163 Τα στιβάνια, οι αρβύλες, τα παπούτσια.
164 Το μανιτάρι.
165 Η λεμονιά με τα λεμόνια.
166 Τα σπίρτα.
167 Το κρασοβάρελο.
168 Το σφουγγάρι.
169 Η γλώσσα.
170 Ο βράχος.
171 Το ποτάμι.
172 Η χελώνα.
173 Το κυπαρίσσι.
174 Η βελόνα.
175 Η κολοκυθιά.
176 Τα σκαρβέλια του σαμαριού που φοράνε τα γαϊδούρια.
177 Το λεμόνι.
178 Η μουριά.
179 Το καρπούζι.
180 Η φωτιά.
181 Η πυρκαγιά.
182 Τα μάτια.
183 Τα ματόκλαδα.
184 Ο γάϊδαρος.
185 Ο κόκορας.
186 Το χαλάζι.
187 Το κουτάλι.
188 Η φλόγα της φωτιάς
189 Η σκιά.
190 Το αλάτι.
191 Το αυγό.
192 Το μηδέν.
193 Το κυπαρίσσι.
194 Η κρισάρα.
195 Η φωτιά.
196 Το ρόγδι.
197 Αφήγηση : * Ανώνυμος 75χρονος Λασιθιώτης. * Δηλαβεράκης Δημήτριος του Δαυίδ, βλ. σημ 19. * Σαϊτάκης Ιωάννης, (αγρονόμος), βλ. σημ. 125. Πληροφορίες : * Καρκανομανόλης, βλ. σημ.7., * Φαζάκη Φωτεινή, (Φαζίνα), από Ποταμιές..., βλ. σημ.80. Το εν λόγω παιγνίδι είχε παρακολουθήσει ο συγγραφέας, όταν ήταν μικρός.
198 βλ. Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, Εκδοτ. Οίκος Ελευθερουδάκη Α.Ε., τόμ. 12, εν Αθήναις 1931, σελ. 318.
199 μαστραπάς (ο) [< τουρκ., mastrapa] «δημ. πήλινον ή μετάλλινον δοχείον υγρών χωρητικότητος μέχρι δυο περίπου οκάδων». * «μικρής χωρητικότητας δοχείο (μέχρι δύο οκάδες) από ξύλο, πηλό, γυαλί ή μέταλλο, μέσα στο οποίο έβαζαν νερό, κρασί, τσικουδιά και άλλα υγρά». Λαϊκό δίστιχο : «είσαι γυαλένιος μαστραπάς κι όποιονε ‘δείς τον αγαπάς». Παροιμία : «το μαστραπά τον έσπασες, κρασί τι μου γυρεύεις ;».
200 Πληροφορίες : * Βασιλάκη Μαρία, σύζ. Μιχ. Βαϊλάκη, από Ποταμιές, βλ. σημ. 94. * Φαζάκη Φωτεινή (Φαζίνα), από Ποταμιές...., βλ. σημ. 80, * Ανδριανάκη Δέσποινα, συζ. Εμμ. Φραγκιαδάκη, βλ.σημ. 80. * Σαριδάκης Χαρίδημος του Μιχ., βλ. σημ. 61. * Πετροδασκαλάκης Γεώργιος του Αντων., βλ. σημ. 61.
201 ράσο (το) < λατιν. rasum, το μαύρο, μακρύ και φαρδύ, με φαρδιά επίσης μανίκια, εξωτερικό ένδυμα των κληρικών και των μοναχών.
202 ρασίδι (το) χαρακτηριστικό χοντρό με κουκούλα, πανωφόρι γερόντων Κρητικών, η κάπα άλλων περιοχών της Χώρας μας, από μαλλί, συνήθως προβάτου, που φορούν οι εργάτες, οι βοσκοί και οι γεωργοί για προστασία από το κρύο.
203 τσεμπέρι (το) < τουρκ.tcemper, μαύρο μαντήλι από λεπτό ύφασμα, που φορούν οι γυναίκες της υπαίθρου και των χωριών στο κεφάλι τους.
204 Πληροφορίες : * Ανώνυμος 70χρονος Λασιθιώτης. * Καρκανομανόλης, βλ. σημ.7. * Καλαϊτζάκης Στυλιανός,του Ιωάν., βλ. σημ 9. * Οικονομάκης Γεώργιος ( Κονόμος), βλ. σημ. 56.
205 Ήταν το πρωτότοκο αγόρι του Γερακιανάκη Κων/νου, ετών 68 (+1968) και της συγύγου του Καλαϊτζάκη-Γερακιανάκη Μαρίας, βλ. σημ 87, κατοίκων Κασταμονίτσας, ο Γιώργης Γερακιανάκης, ετών 70 (2003).
206 Πληροφορίες : * Καλαϊτζάκης Ιωάννης, του Γεωργ. (Καντερογιάννης), βλ. σημ. 37. * Ψαράκης Φώτιος, του Εμμ. (Μουστάκας), βλ. σημ. 64.
207 τυλιγάδι ή τυλιχτάρι (το) λεπτή ράβδος του μέτρου με στερεωμένα στις άκριες της δυο μικρότερα και λεπτότερα ραβδιά, που χρησιμεύει στις νοικοκυρές για να τυλίγουν σ΄αυτό το υφαντικό νήμα τους.
208 Πληροφορίες : * Καρκανομανόλης, βλ. σημ 7. * Ανώνυμος 70χρονος Λασηθιώτης. * Ιερέας π. Κων/νος Χατζογιάννης, από Ψυχρό Λασιθίου.
209 Πληροφορίες : * Καλαϊτζάκης Ιωάννης του Γ. (Καντερογιάννης), βλ. σημ. 37, * Ψαράκης Φώτιος του Εμμ. (Μουστάκας), βλ. σημ. 52, * Βασιλάκη Μαρία, συζ. Μ. Βαϊλάκη, βλ. σημ.94, * Ανώνυμος 75χρονος Λασηθιώτης.
210 Πληροφορίες : * Παπαδοκωστάκης Νικόλαος του Γεωργ., (Παπαδοκωστονικόλης), ετών 96 (+1963), από Κασταμονίτσα...., * Ρουσάκης Ιωάννης (Ρουσογιάννης), ετών 82 (+1978), από Κασταμονίτσα...., * Σαριδάκης Χαρίδημος του Μιχ., βλ. σημ. 61. * Αργυράκη Ελένη, ετών 80 (1973), από Κράσι Πεδιάδος...., * Βαϊλάκης Κων/νος του Μιχ., ετών 67 (1986), από Ποταμιές.... * Πετροδασκαλάκης Γεώργιος του Αντων., βλ. σημ. 61.
211 Πληροφορίες : * Μανολόπουλος Κων/νος, ετών 80(1984), βλ. σημ. 81.* Πιταροκοίλης Μιχαήλ, ετών 66(1984), από Ψυχρό Λασιθίου..., βλ. σημ 67. * Ανώνυμος 70χρονος Λασιθιώτης.
Συνεχίζεται

