β. Πως έκλεβαν τους Γερμανούς.
Ας προχωρήσομε όμως σε ορισμένους τρόπους και μεθόδους κλοπής, που χρησιμοποιούσαν οι Κρητικοί. Γιατί, τα χρόνια εκείνα της Κατοχής, η κλοπή δεν γινόταν μόνο από ανάγκη αυτοσυντήρησης. Αποτελούσε και πράξη αντίστασης, καθώς και ενέργεια πατριωτισμού και ηρωισμού,απέναντι στον Κατακτητή. Τα παραδείγματα που ακολουθούν είναι ενδεικτικά. Και τονίζουν τουλάχιστο τον ψυχισμό και την εφευρετικότητα των ανθρώπων της εποχής εκείνης :
• «Όσοι εδουλεύγαμε αγγαρεία στο αεροδρόμιο στο Καστέλλι, εκαταφέρναμε να κλέφτομε φασούλια, φακές, ροβύθια, ρύζι, ζάχαρη, αλεύρι,και άλλα φαώσιμα ή ό,τι άλλο εβρίσκαμε στσι αποθήκες των Γερμανών. Εράφτανε οι γυναίκες μας μεγάλα σώβρακα, από γερό ύφασμα και τα φορούσαμε από μέσα από το πατελόνι ή τη κιλότα53 και τα στιβάνια. Τα δέναμε μ’ ένα γερό κορδόνι στη μέση μας και στσι αστράγαλους ή από πάνω από τα γόνατα. Οι βρκουλάδες, τα χιαλουβάρια54 δηλαδή, είχανε την απομεσόβρακα. Μ’ αυτή όμως μπορούσες να κλέψεις λίγα πράματα. Όσοι εφορούσανε μακρά πατελόνια και παπούτσα, αυτοί εκάνανε καλή δουλειά. Επηγαίνανε, το λοιπόν, στην αποθήκη των Γερμανών, ελύνανε το κορδόνι τση μέσης, εβάνανε μέσα τα όσπρια και εδένανε πάλι σφιχτά το σπάγγο. Ύστερα ερίχνανε νερό στον πισινό του παντελονιού ντως. Εβαδίζανε μ’ ανοιχτά πόδια, εκάνανε ξύδι τα μούτρα ντως κι εζητούσανε με νοήματα και ανάλογο κούνημα του χεριού από το Γερμανό σκοπό να τους αφήσει να πάνε να... καθαριστούνε. Εκάνανε δηλαδή πως ήτανε, μετα συχωρήσεως, χεσμένοι. Οι Γερμανοί εγελούσανε. Πάντα όμως, εδίνανε άδεια. Εμείς, επηγαίναμε στα χωράφια. Αδειάζαμε, σ’ ένα ντρουβά55 τα όσπρια και εγυρίζαμε στην αγγαρεία, σαν να μην ήτρεχε πράμα. Το βράδυ επαίρναμε τα όσπρια στο σπίτι μας, τα ψήναμε και τα τρώγαμε, εδίδαμε και στσι εδικούς μας ή τα πουλούσαμε στη μαύρη αγορά. Εγώ είχα ανακαλύψει κι ένα άλλο κόλπο : Έστριβα ένα τεράστιο τσιγάρο από εφημερίδα και το έβανα στο στόμα μου. Το κράτουνα με τη ζερβή μου χέρα και ήμπαινα την ημέρα και με θάρρος στσι σκηνές των Γερμανών. Αμα εθώρουνα Γερμαναρά μέσα στη σκηνή, του ζητούσα με νοήματα φωθιά. Οι Γερμανοί εγελούσανε και μου ανάβανε το... τσιγάρο μου. Μόλις έβγαινα από τη σκηνή, ήκοβγα το κα(η)μένο... τσιγάρο, το πέτουνα κι επήγαινα σε άλλη σκηνή. Άμα δεν ήταν-ε Γερμανός στη σκηνή, ήκλεβα ό,τι εμπόρουνα56».
•«Ο Νεραντζούλης 57, εσκαρφίστηκε άλλο κόλπο για να κλέψει ξυλεία από τσι Γερμανούς. Ήτανε γέρος και ήκανε κι αυτός μαζί με όλους μας αγγαρεία στο αεροδρόμιο. Οι Γερμανοί είχανε ανοίξει στα χωράφια ένα μακρύ χαντάκι, για να περάσουνε ένα καλώδιο. Κοντά στο χαντάκι υπήρχε μια μεγάλη ποσότητα ξυλείας των Γερμανών. Κάθε μέρα, μόλις εσουρούπωνε ο Νεραντζούλης ήβγανε ένα μαύρο σύρμα από τη τσέπη του, ίσαμε 15 με 20 μέτρα μάκρος.Εκάρφωνε μια μ-πρόκα στη τάβλα ή στο καδρόνι α-πού ‘θελε να κλέψει. Ήδενε το σύρμα στη μ-πρόκα και στη μέση του ή στο πόδι του. Ήβανε μέσα στο χαντάκι τη τάβλα, ήμπαινε κι αυτός μέσα, επροπάθιενε (περπατούσε) κι επήγαινε τη ξυλεία μακρυά από τσι Γερμανούς. Μετά ήβανε τη τάβλα στον ώμο ν-του και την επήγαινε κοντά στο μουλάρι ν-του, για να τη φορτώσει μαζί με τσ΄ άλλες το βράδυ για το σπίτι του. Ένα βράδυ, ένας κινητός Γερμανός σκοπός, είδε ένα... μεγάλο όφι (την τάβλα), να... κινείται μέσα στο χαντάκι. Αρχισε να πυροβολεί τον ... όφι! Ήκουσε τσι μπαλωθιές ο Νεραντζούλης, εφοβήθηκε κι εσταμάτησε. Ήλυσε το σύρμα από τη μέση ντου, το τράβηξε απότομα, το πήρε μαζί ν-του και εξαφανίστηκε»58 .
• «Ο συχωρεμένος ο άντρας μου59 ήκανε αγγαρεία, επαέ (εδώ) στο Καστέλλι. Εκουβάλιενε 4 κανίστρες νερό με το γαϊδουράκι και τσι πήγαινε στους Γερμανούς, που χτίζανε κάτι παράγκες στο αεροδρόμιο. Ήπαιρνε ύστερα τσ’ άδειες κανίστρες, τσ’ ήφερνε στο χωργιό, τσι ξαναγέμιζε νερό και τσι πήγαινε πάλι στο αεροδρόμιο. Μετά, έγινε φίλος μ’ ένα Αυστριακό που δούλευγε κι αυτός στις παράγγες των Γερμανών. Με τη βοήθεια εκειουνά τ’ αθρώπου, ο άντρας μου για δυό χρόνια και σε κάθε στραθιά, αντί να φέρνει πίσω άδειες κανίστρες, εκουβάλιενε 4 κανίστρες γεμάτες με πετρέλαιο ή με βενζίνα και τσ’ άδειαζε σε βαρέλια στο σπίτι μας. Μετά, τσ’ ίδιες κανίστρες τσι γέμιζε νερό και τσι πήγαινε πάλι στο αεροδρόμιο. Και κιανείς δεν ανακάλυψε ποτέ τίποτα»60.
Κι από τις δολιοφθορές εναντίον των Γερμανών, να προχωρήσομε στις… αιχμαλωσίες.
γ. Οι 20 Κασταμονιτσανοί αιχμάλωτοι.
Ανήμερα της εορτής της Αγίας Κυριακής, πολιούχου της Κασταμονίτσας, στις 07.07.1943, κάποιος ή κάποιοι… «Έλληνες» προδότες, όχι πάντως από το χωριό Κασταμονίτσα, αποκάλυψαν στο Γερμανό Φρούραρχο, που είχε την έδρα του στο Καστέλλι Πεδιάδος, ότι οι Κασταμονιτσανοί :
• « Έχουν στήσει τροκούβερτο γλέντι στο χωργιό τους».
• « Δεν αγαπούν το γερμανικό στρατό». Και το χειρότερο,
• « Συνεργάζονται με Άγγλους στρατιώτες-αντιστασιακούς,που τους φιλοξενούν στα σπίτια τους».
Βέβαια, όλα αυτά ήσαν αλήθεια. Γιατί, ο Σηφάκης Ιωάννης του Εμμ., ο επιλεγόμενος Σηφογιάννης, ετών 81 (+1971), είχε φιλοξενήσει πολλές φορές, τόσο στο σπίτι του στην Κασταμονίτσα όσο και στη μάντρα του στο Αόρι, Άγγλους και άλλους συμμάχους μας που συμπαραστέκονταν στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Επίσης ο γιός του Σηφογιάννη, ο Σηφάκης Εμμανουήλ του Ιωάν., ο επιλεγόμενος Σηφομανόλης, ετών 68 (+1983), βλ., και σημ., 135, φιλοξενούσε μόνιμα, την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, Άγγλους και Αντάρτες στον οντά του σπιτιού του στο Μετόχι Κασταμονίτσας. Πάλι, ο Σαμπροβαλάκης Εμμανουήλ του Μιχ., (Σαμπροβαλομανόλης), ετών 78 (+1964), στο σπίτι του στον Τοίχο (Μετόχι) και ο Καλαϊτζάκης Ιωάννης (Καντερογιάννης), (βλ. σημ. 37, στον οντά του σπιτιού του, ίσως και άλλοι Κασταμονιτσανοί, είχαν φιλοξενήσει Αντάρτες και συμμάχους των Αντιστασιακών στα σπίτια τους. Ακόμη, ο Ρουσάκης Ιωάννης του Γεωργ., ο επιλεγόμενος Ρουσογιάννης, (βλ. σημ. 210), που τον μύησε στην Αντίσταση κατά των Γερμανών ένας συγγενής του από την Κνωσσό, ο Ακουμιανάκης Μιχαήλ του Εμμ., φιλοξενούσε πάντα Άγγλους και συμμάχους μας στο σπίτι του. Αλλά και αρκετοί άλλοι Κασταμονιτσανοί συνεργάζονταν με Αντάρτες, με Άγγλους ή άλλους συμμάχους, εκτελούσαν μυστικές αποστολές, έκαναν μεγάλους αγώνες και πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση με όποιο τρόπο και μέσο μπορούσαν κατά των Γερμανών. Άσχετα εάν, στην αντίσταση των υπόδουλων, οι κατακτητές απαντούσαν άμεσα και με πολύ σκληρά αντίποινα. Δηλαδή, ό,τι ακριβώς έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αλήθεια, επίσης, ήσαν και τα εξής :
Στις 05.07.1943 είχε γίνει και το δεύτερο σαμποτάζ, εναντίον των κατακτητών, στο αεροδρόμιο στο Καστέλλι Πεδιάδος. Σ’ αυτό, ως γνωστό, είχαν σκοτωθεί δύο Γερμανοί στρατιώτες. Είχαν προκληθεί μεγάλες καταστροφές σε γεμανικό στρατιωτικό υλικό και εγκαταστάσεις. Και οι Γερμανοί, όπως ήταν φυσικό, είχαν εξαγριωθεί σε μεγάλο βαθμό. Όταν, λοιπόν, έγινε γλέντι στην Κασταμονίτσα, στο πανηγύρι-ανήμερα- της Αγίας Κυριακής, όπως γινόταν και γίνεται κάθε χρόνο, οι Γερμανοί νόμισαν ότι οι Κασταμονιτσανοί… σαμποτέρ γλεντούσαν για να γιορτάσουν την επιτυχία του σαμποτάζ εναντίον τους!
Ο Φρούραρχος, λοιπόν, Καστελλίου έδωσε αμέσως εντολή και την άλλη ημέρα (08.07.1943), άγρια χαράματα, οι Γερμανοί στρατιώτες είχαν περικυκλώσει ασφυκτικά την Κασταμονίτσα. Οι ξενυχτισμένοι Κασταμονιτσανοί και πολλοί ξένοι, κυρίως Καστελλιανοί, που βρίσκονταν στο χωριό λόγω του πανηγυριού, κοιμόντουσαν τον ύπνο του δικαίου!. Πιάστηκαν εντελώς απροετοίμαστοι, όταν οι κατακτητές μετέτρεψαν την ηρεμία της νύχτας σε εφιάλτη. Ακολούθησε εξονυχιστικός έλεγχος και έρευνα. Οι Γερμανοί, μέσα σε σκόπιμο ψυχολογικό πλαίσιο φόβου, τρόμου, ρυθμικών ή όχι θορύβων της γερμανικής μπότας και άγριων στρατιωτικών παραγγελμάτων που όχι σπάνια συνοδεύονταν με κλάματα γυναικών και μικρών παιδιών, άνοιγαν με βία ακόμη και σπάζοντας τις πόρτες των Κασταμονιτσανών σπιτιών. Όσους άντρες έβρισκαν, τους υποχρέωναν να ντυθούν και με συνοδεία στρατιωτών τους οδηγούσαν στην κάτω μεριά του χωριού, έξω από τα σπίτια των : Σηφάκη Ιωάννη του Μιχ., ετών 85 (+1983), του επιλεγόμενου Κριλίμπα, Κοζυράκη Αντωνίου του Αριστ., ετών 87 (+1987), του επιλεγόμενου Κοζυραντώνη και Ανδριανάκη Εμμανουήλ, του Γεργ., ετών 73 (+1978), του επιλεγόμενου Αντριανομανόλη. Εκεί, ένας Γερμανός αξιωματικός χώριζε τους αιχμαλώτους σε δυό μέρη, δείχνοντας με το δεξιό του αντίχειρα και με πολύ αυστηρό ύφος, σε κάθε άνδρα σε ποια ομάδα θα πήγαινε. Τελικά, διάλεξαν συνολικά 20 άτομα. Τους πήγαν έξω από το χωριό, δυτικά της Κασταμονίτσας, στην τοποθεσία Άη Σίντερος και τους παράταξαν για εκτέλεση ! Ευτυχώς όμως η εκτέλεση αυτή αναβλήθηκε και δεν έγινε ποτέ. Γιατί, στο μεταξύ, οι εξονυχιστικές έρευνες των Γερμανών δεν είχαν εντοπίσει ίχνη Άγγλων στο χωριό. Απλά, οι τελευταίοι είχαν φυγαδευτεί στο βουνό, πολύ πριν περικυκλώσουν οι κατακτητές την Κασταμονίτσα. Ας είναι.
Από τον τόπο της εκτέλεσης, οι 20 αιχμάλωτοι, οδηγήθηκαν στο αεροδρόμιο του Καστελλιού. Εκεί, με την επίδειξη ταυτοτήτων και με τη βοήθεια διερμηνέα, διαπιστώθηκε ότι ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήσαν και έξι (6) Καστελλιανοί. Αυτούς, οι Γερμανοί, τους άφησαν ελεύθερους. Όμως, αμέσως γύρισαν στην Κασταμονίτσα και συνέλαβαν άλλους εξι Κασταμονιτσανούς, για να συμπληρωθεί ο αριθμός είκοσι. Συνολικά, οι εν λόγω Κασταμινιτσανοί αιχμάλωτοι, ήσαν οι εξής :
• Ανδριανάκης Νικόλαος του Εμμ., ετών 74 (+1977), ο επιλεγόμενος Αντριανονικόλης.
• Ανδριανάκης Κωνσταντίνος του Μιχ., ετών 86 (+1991), ο επιλεγόμενος Κωσταντούρος.
• Δηλαβεράκης Ιωάννης του Δαυίδ, ετών 80 (+1988), ο επιλεγόμενος Γιαννιός.
• Καλαϊτζάκης Εμμανουήλ του Μάρκου, ετών 77 (+1967), ο επιλεγόμενος Αμερικάνος.
• Μανουσάκης Χαρίδημος του Κων/νου, ετών 81 (+1984), ο επιλεγόμενος Κολυμπέχης.
• Οικονομάκης Γεώργιος του Κων/νου, ετών 93 (+1999), ο επιλεγόμενος Κονόνμος.
• Παπαδοκωστάκης Γεώργιος του Εμμ., ετών 83 (+1987), ο επιλεγόμενος Πρασανός.
• Παπαδοκωστάκης Γεώργιος του Μιχ., ετών 77 (+1975), ο επιλεγόμενος Κανακάρης.
• Παπαδοκωστάκης Γεώργιος του Νικ., ετών 90 (2003), ο επιλεγόμενος Χαζίρης.
• Πετροδασκαλάκης Γεώργιος του Αντωνίου, ετών 80 (2003), ο επιλεγόμενος Πεδούλας.
• Σαμπροβαλάκης Αντώνιος του Μιχ., ετών 81 (+1978), ο επιλεγόμενος Σαμπροβαλαντώνης.
• Σαριδάκης Δημήτριος του Γεωργ., ετών 65 (+1977), ο επιλεγόμενος Ζωγράφος.
• Σαριδάκης Μιχαήλ του Κων/νου, ετών 69 (+1958), ο επιλεγόμενος Μπαλτζής.
• Σαριδάκης Χαρίδημος του Μιχ., ετών 89 (2003), ο επιλεγόμενος Καμίζος.
• Σηφάκης Ιωάννης του Μιχ., ετών 85 (+1983), ο επιλεγόμενος Κριλίμπας.
• Ψαράκης Ιωάννης του Εμμ., ετών 83 (+1989), ο επιλεγόμενος Κατσοπρίνης.
• Ψυλλάκης Γεώργιος του Εμμ., ετών 88 (+1989), ο επιλεγόμενος Γιωργαράς.
• Ψυλλάκης Γεώργιος του Μιχ., ετών 45 (+1947), ο επιλεγόμενος Τσούλουκας.
• Ψυλλάκης Δημήτριος του Εμμ., ετών 82 (+1983), ο επιλεγόμενος Ψυλλοδημήτρης.
• Ψυλλάκης Ιωάννης του Μιχ., ετών 81 (+1978), ο επιλεγόμενος Κούτας.
Από το Καστέλλι, οι Κασταμονιτσανοί αιχμάλωτοι, οδηγήθηκαν στις φυλακές Αλικαρνασσού στο Ηράκλειο, απ’ όπου για ένα μήνα και κάτω από άθλιες συνθήκες διαβίωσης, αφού τους κούρεψαν τα μαλλιά, τα μουστάκια και τα γένια, έκαναν καθημερινή σκληρή αγγαρεία στους Γερμανούς. Τα γεγονότα αυτά είχαν αναγκάσει, Κασταμονιτσανές γυναίκες και συγγενείς των αιχμαλώτων, να πηγαίνουν ποδαρόδρομο και στην καλύτερη περίπτωση με τα ζώα τους -όχι από το δρόμο αλλά από τα χωράφια, για το φόβο των Γερμανών- στο Ηράκλειο. Δηλαδή, να βαδίζουν μέρα και προπαντός νύχτα την απόσταση, Κασταμονίτσα – Ηράκλειο (42 χιλιόμετρα δρόμος), για να προσφέρουν κουράγιο, λιγοστό φαγητό, ρούχα και να δουν για λίγο –έστω και από μακρυά- τους ανθρώπους τους!
Στο χρονικό αυτό διάστημα οι Γερμανοί συνέχιζαν τους άγριους νυχτερινούς αιφνιδιαστικούς ελέγχους και έρευνες στο σπίτια των Κασταμονιτσανών, για την ανακάλυψη Άγγλων. Όμως, οι έρευνες αυτές δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Γιατί, οι Άγγλοι που έμεναν στην Κασταμονίτσα είχαν μεταφερθεί μόνιμα στα βουνά, στη μάντρα του Σηφογιάννη,στην τοποθεσία Καράς Πηγάδι και στο σπήλιο του Βατονερού, όπου είχαν εγκαταστήσει τον ασύρματο, έκρυβαν τον οπλισμό και τις προκηρύξεις τους. Και είναι γνωστό πως, οι Γερμανοί -τότε- δεν ήθελαν αλλά φαίνεται πως ούτε και μπορούσαν να κάμουν έρευνες στα βουνά, για να ανακαλύψουν τους συνεργάτες των Ανταρτών. Έτσι, οι κατακτητές αφ’ ενός δεν μπόρεσαν να βρούν αποδείξεις ότι οι Κασταμονιτσανοί ευθύνονται για το σαμποτάζ στο αεροδρόμιο του Καστελλιού. Αφ’ ετέρου, πίστεψαν πως οι πληροφορίες τους για Άγγλους στην Κασταμονίτσα ήταν ανακριβείς κι αποφάσισαν να αφήσουν ελεύθερους τους Κασταμονιτσανούς αιχμαλώτους. Στην απόφασή τους αυτή, σίγουρα, έπαιξε καθοριστικό ρόλο και η απειλή των Συμμάχων μας, ότι : Για κάθε εκτέλεση Κασταμονιτσανού αιχμαλώτου θα εκτελούμε δεκαπλάσιους! Γερμανούς στρατιώτες .
Όμως, στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, απ’ όσα μπόρεσα να μάθω, αιχμαλωσίες Κασταμονιτσανών υπήρξαν κι άλλες. Η τραγικώτερη, ίσως, περίπτωση, υπήρξε εκείνη του :
Ζ Δηλαβεράκη Εμμανουήλ του Λεων., ετών 85 (2003), του επιλεγόμενου Μανόλη του Λεωνίδη, που τον αιχμαλώτισαν οι Γερμανοί μαζί με άλλους τέσσερις συγχωριανούς του, βλ. σημ. 61, και έκαναν όλοι μαζί αγγαρεία στο Ηράκλειο και στα Χανιά. Όμως, ο ίδιος δεν τα κατάφερε να δραπετεύσει. Έτσι, από τα Χανιά τον μετέφεραν στην Αθήνα κι από εκεί στη Θεσσαλονίκη. Από τη βορειελλαδική πρωτεύουσα, μαζί με άλλους εξήντα (60) άνδρες, άρχισαν πορεία με τα πόδια! για τη Γερμανία. Μετά από 75 ημέρες ποδορόδρομου και κάτω από άθλιες συνθήκες πείνας και κακουχιών, έφθασαν σ’ ένα στρατόπεδο της Γερμανίας. ΄Αρχισε αμέσως καθημερινή κοπιαστική αγγαρεία, από το έτος 1942 έως το 1945, τόσο στη Γερμανία όσο και σε ανθρακορυχεία της Πολωνίας. Τότε, τους απελευθέρωσαν οι Ρώσσοι και τους παρέδωσαν στους Άγγλους. Τους πήγαν πρώτα στη Γαλλία και μετά στην Αγγλία. Από εκεί τους παρέλαβε ο Ερυθρός Σταυρός. Όταν έφθασαν στην Αθήνα, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος έδωσε από 12.000 δραχμές στον κάθε ένα τους. Με τα χρήματα αυτά, κάθε αιχμάλωτος γύρισε μόνος του, στο σπίτι του61.
Συνεχίζομε, με :
δ. Άλλες «γερμανικές» ιστορίες.
( 1. Τα κρομμύδια. 2.Το μπουκάλι. 3. Το φάντασμα. 4. Το γουρουνάκι.5. Ωρίστε... κόλα (χτύπα). 6. Άμα τα... κεράσεις ; 7. Ας βάζουνε, μόνο να μη βγάζουνε. 8. Ο Χαραλάμπης, ο Γερμανός και το μποξ.)
Είναι γνωστό πως : Την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, όλοι οι Έλληνες υπέφεραν. Είναι γεγονός όμως ότι, όλοι προσπαθούσαν να συντηρήσουν την ελπίδα τους και να αντιδράσουν στη «γερμανική μπότα» με όποιο τρόπο, μέθοδο και μέσο μπορούσαν. Ακόμη και με το αξιοζήλευτο χιούμορ τους. Οι οκτώ χιουμουριστικές Κασταμονιτσανές ιστορίες, που ακολουθούν, πιστεύω –θα συμφωνήσετε μαζί μου- πως το βεβαιώνουν.
1. Τα κρομμύδια.
Όλοι οι άντρες, από τα χωργιά τση Πεδιάδας, εκάναμε αγγαρεία στο αεροδρόμιο στο Καστέλλι. Εμένα με είχανε βάλει, οι Γερμανοί, να φυτεύγω κρομμύδια. Μου είχανε δώσει ένα τσουβάλι κοκκάρι. Με είχανε διατάξει να ανοίξω αυλάκια και να το φυτέψω. Όταν άνοιξα τα αυλάκια, εμετασκέφτηκα : Εγώ δα κάθομαι να φυτεύγω κρομμύδια στους Γερμανούς ; Αποφάσισα, λοιπόν, να τα φυτέψω... ανάποδα ! Να βάλω, δηλαδή, στο χώμα το μέρος που βγάζει το βλαστό και να αφήσω έξω από το χώμα το γένι (ρίζες) του. Αυτό έγινε και συνεχίστηκε για δυό μέρες. Την Τρίτη μέρα, ήρθε από πάνω μου ο Γερμανός σκοπός και με... ξάνοιγε (κοίταγε) καλά-καλά. Εγώ ήκανα τον αδιάφορο και συνέχιζα να... φυτεύγω ανάποδα τα κρομμύδια. Αφού είδε κι από ‘δε ο Γερμανός, με παρατήρησε και μού ‘πε στα γερμανικά:
-Τι δουλειά κάνεις ;
-Δουλειά....
-Κι έτσι δουλεύεις εσύ ;
-Εμείς, έτσι δουλεύγομε...
Με αγριοκύταξε. Μετά, πήρε ένα κοκκάρι (μικρό κρομμύδ)ι. Τόπιασε στα δαχτύλια ν-του και προσπαθούσε να μου εξηγήσει με νοήματα, γιατί δεν ήξερε ελληνικά, ότι : Το κρομμύδι φυτεύγεται αλλοιώς ! Το μέρος που βγάζει το βλαστό, πρέπει να κοιτάζει προς τα πάνω ! Ενώ, το μέρος που έχει τα γένια, τις ρίζες, τις κρύβομε μέσα στο... χώμα! Μου έδειχνε τα γένια του κρομμυδιού, έκανε πολλά φιλάκια με το στόμα του, κοντά στα ενωμένα πέντε δάχτυλα του άλλου του χεριού, σα να μου έλεγε ότι : Από τσι ρίζες, το κρομμύδι απομυζά την τροφή του !
-Κατάλαβες ; Μου λέει πάλι στα Γερμανικά.
Εγώ, με τα πολλά, έδειξα ότι... κατάλαβα και είπα ένα μακρόσυρτο...
-Ά..,α.., α.., α.., κατανόησης.
Εκείνος, με αγριοκοίταξε πάλι. Ήρθε πιο κοντά μου, άνοιξε διάπλατα το στόμα του και φεύγοντας μου πέταξε στα μούτρα ένα θυμωμένο, δυνατό και κοροϊδευτικό : Ά.., α.., α.., α..!
Όταν ξαναγύρισε, εγώ εφύτευγα τα κρομμύδια κανονικά και ... σύμφωνα με τις υποδείξεις του ! Ενώ, τα άλλα κρομμύδια, που φύτεψα ανάποδα, έμειναν έτσι. Άμα, όμως, τα πότισα εγυρίσανε -τα παντέρμα- κι εφυτρώσανε σαν και τ’ άλλα62 .
2. Το μπουκάλι.
Μια πατούλια Κασταμονιτσανοί, εκάναμε όλοι μαζί αγγαρεία, στο αεροδρόμιο στο Καστέλλι. Επειράζαμε-νε, πούρι, ο ένας τον άλλο, για να ξεχνούμε τη φτώχια μας, τη κακομοιριά μας και τη κατάντια μας.
Κάθε μεσημέρι, εκαθίζαμε-νε όλοι μαζί κι ετρώγαμε το φτωχικό μας. Δηλαδή, ένα κρίθινο καύκαλο ψωμί, μερικές σταφιδολιές κι ένα μπουκάλι κρασί, μαθές, ετρώγαμε κι επίναμε κάθε μέρα.
Ένα μεσημέρι, είπα ‘γώ στσ’ άλλους :
-Ελάτε, να κρύψομε το κρασί του Αντριανογιάννη,63 να δούμε ίντα δα κάμει άμα το καταλάβει !
Έ, καθίζομε όλοι μαζί το μεσημέρι να φάμε το… φαϊ μας. Εβγάλαμε όλοι το φτωχικό μας κι ερχινήξαμε να τρώμε... Μια κοπανιά (σε μια στιγμή), σηκώνεται απάνω ο Αντριανογιάννης. Εκούνιενε τα χέρια ν-του νευρικά κι αγαναχτισμένα κι εφώνιαζε :
-Εκλέψανέ μου το μπουκάλι μου, εκλέψανέ μου.., εκλέψανε... κλπ.
Εμείς, α-πού ‘χαμε κάμει τη ζαβολιά, τον-ε ξανοίγαμε κι εγελούσαμε. Ύστερα του λέω εγώ :
-Έ, δεν πειράζει μπρε Γιάννη... Πάρε, να πιείς από τούτο-νέ το κρασί (α-πού ‘τανε το δικό ν-του μπουκάλι) και δώσε, μπρε, τόπο στην οργή...
Παίρνει, που λές, ο Αντριανογιάννης το μπουκάλι το κρασί για να πιεί. Εμετασκέφτηκε όμως. Σηκώνει, λοιπόν, ψηλά το μπουκάλι κι αρχίνηξε να... λέει ένα κατεβατό κατάρες :
-Νταμουλάς (εγκεφαλικό ;) να του ‘ρθει.., α-πού ‘κλεψε το κρασί μου!
-Αμήηηηη..., ελέγαμε-νε, εμείς κι εγελούσαμε...
-Σφούγγουνα (κακό σπυρί ;) να βγάλει..., α-που δα πιεί το κρασί μου !
-Αμήηηηη..., εξαναλέγαμε-νε εμείς κι εκνογελούσαμε κιόλας...
Ε-τότε-σας, ο Αντριανογιάννης ε-πρόσεξε κι εκατάλαβε πως : Το μπουκάλι α-πού εκράθιενε στη χέρα ν-του και το πιοτό α-πού ετοιμαζότανε να πιεί, ήτανε το δικό ν-του κρασί και μπουκάλι ! Ε-ξαφνιάστηκε...! Σηκώνει,λοιπόν, ψηλά τη χέρα α-πού εκράθιενε το πιοτό κι ερχίνηξε να λέει:
-Ετούτο-νέ ‘ναι το... μπουκάλι μου..., ετούτο-νέ ‘ναι το..., ετούτο-νέ ‘ναι..., ετούτο-νέ ‘ναι το μπουκάλι μου64!
3. Το φάντασμα.
Επαίρναμε-νε, τη Κατοχή, μια κολοκύθα ή ένα μεγάλο πορτακάλι. Εκόβγαμε-νε το απάνω μέρος και αφαιρούσαμε το περιεχόμενό του. Ύστερα, μαθές, το τρυπούσαμε και του κάναμε δυό αμάθια κι ένα μεγάλο στόμα με αντόντια (δόντια). Εβάναμε-νε μέσα ένα κεράκι και το ανάβαμε. Εδέναμε-νε, μετά, το... φάντασμα με σπάγγο και το κατεβάζαμε σιγά-σιγά, από τον ανηφορά (καπνοδόχο), στο μουτουπάκι (κουζίνα) του σπιθιού. Ετσά επειράζαμε-νε, πούρι, τσι νοικοκυραίους. Κι αυτοί,εκάνανε πως ε-φοβούντανε την αρχή. Ύστερα, ε-λέγανε : Φάντασμα, σαν τσι Γερμανούς, είναι...! Αρχινούσανε τα γέλια κι ε-ξεχνούσανε τον πόλεμο και τη δυστυχία ντως65.
Στσι κολοκύθες και στα πορτακάλια, φαντάσματα, ε-βάναμε ένα μικιό κερί. Άλλες φορές, πάλι, τα κάναμε καντηλάκια. Τα γεμίζαμε, δηλαδή, ίσαμε το στόμα, με τηγανόλαδο -αν είχαμε κι από ‘κειονά τη Κατοχή- και τα ανάβαμε. Ύστερα, τα κρεμούσαμε τσι νύχτες στα δεντρά α-πού ‘σανε κοντά στσι στράτες. Πολλοί περίεργοι, τα κουνούσανε με τη κατσούνα ντως, για να δούνε ιντά ‘ναι. Αυτά, ε-πέφτανε κάτω και τσι ... λαδώνανε66 !
4. Το γουρουνάκι.
Στην Κατοχή, στο ντουκιάνι του Φραγκιαδονικόλη67, εκρεμάσανε ένα κολοκύθι από τη στέγη μ’ ένα σπάγγο. Το κολοκύθι ήθελε 30 πόντους ν’ αγγίξει χάμε. Ύστερα, εβάλανε μέσα στο ντουκιάνι ένα γουρουνάκι και του δείξανε το κολοκύθι. Ε-τότε-σάς, τα γουρούνια εγυρίζανε στσι δρόμους, μαζί με τσ’ όρνιθες και τσι σκύλους.
Το πεινασμένο γουρουνάκι, εμυρίστηκε το κολοκύθι κι ήρχιξε να το κυνηγά για να το φάει. Το κολοκύθι, όμως, ήφευγε και το γουρουνάκι ήτρεχε, άνοιγε το στόμα ντου για να το δακάσει, μα δεν τα... κατάφερνε. Κι εγελούσανε οι αθρώποι! Εγελούσαμε,δηλαδή, όλοι κι εξεχνούσαμε για λίγο τσι Γερμανούς, τη πείνα μας και τη κακομοιριά μας.
Το γουρουνάκι, ύστερα από πολλές άκαρπες προσπάθειες, ήρχιξε να κουράζεται. Ε-τότε-σάς, ένας ε-ξεκρέμασε το κολοκύθι και το ‘δωσε στο γουρουνάκι. Αυτό, τό ‘ρπαξε στ’ αντόδια ν-του, ήφυγε-νε όξω από το ντουκιάνι κι ήφαε το κολοκύθι68.
5. Ορίστε... κόλα (χτύπα)
Την Κατοχή, όσοι Αμαργιανίτες εκάναμε αγγαρεία στο αεροδρόμιο στο Καστέλλι, επηγαίναμε κάθε πρωί παρέα όλοι μαζί. Κιαμμιά φορά αργούσαμε και δεν ήμαστε στην ώρα μας για την αγγαρεία. Και τότε-σάς ήπεφτε τιμωρία από τσι Γερμανούς.
Μιάν ημέρα, α-πού ‘βρεχε και φαίνεται πως επαρακαθυστερήσαμε, μας ε-μάλλωσε πρώτα ο Γερμανός. Κι ύστερα ήβαλε ένα άλλο Γερμανό και μας ήπιανε έναν-ένα από τη κεφαλή, μας υποχρέωνε να σκύψομε, ήβανε ύστερα τη κεφαλή μας στ’ ασκέλια ν-του και ήσφιγγε τα πόδια ν-του. Μετά, ο αξιωματικός μας ήπαιζε μια δυνατή βεργιά στον… πισινό. Όσοι επροσπαθούσαμε να γλυτώσομε από τη ξυλιά, ετρώγαμε μπλιό πολλές.
Ο Κουζουλομιχάλης69 ήτανε τελευταίος κι ήκοβγε (έκοβε) τα γεγονότα. Κι εσκέφτηκε : Εγώ δα τη φάω τη ξυλιά, α-που δα τη φάω... Μόλις, λοιπόν, ήφταξε η σειρά ν-του, ήσκυψε αμοναχός του, εσήκωσε απάνω το παλτό ν-του και είπε φωναχτά στο Γερμανό : Ορίστε (δηλ., τον πισινό μου), κόλα (χτύπα) !
Εμείς, εγελάσαμε. Κι ο Γερμανός εγέλασε. Ήδωκε μια φιλική κλωτσά στο Κουζουλομιχάλη και τον ήδιωξε70.
6. Άμα τα... κεράσεις ;
Στην Κατοχή, οΤοτόλης (βλ. σημ. 52), εμπήκε-νε σ’ ένα ντουκιάνι τση Κασταμονίτσας και κάποιος τον-ε κέρασε τρεις παστές σαρδέλες και μια κούπα κρασί. Ο Χαραλάμπης ήπιασε τσι σαρδέλες με τα δαχτύλια ν-του, τσι χτύπησε στην άκρα του τραπεζιού, για να φύγει το μπλιό πολύ αλάτσι και τσ’ ήβαλε όλες μαζί στο στόμα ντου. Τσι μάσησε μιάολιά (λίγο), τσι κατάπιε-νε κι ήπιε μονορούφι τη κούπα το κρασί. Ύστερα ήρχιξε να ξανοίγει πέρα πόδε, για να βρει με τα μάθια ν-του κι άλλο για να τον-ε κεράσει. Τον-ε κεράσανε άλλοι 6-7 μια από τα ίδια, μέχρι που τελείωσε το κουτί με τσι παστές σαρδέλες. Ε-τότε-σάς ο καφετζής, ήνοιξε ένα κουτί παστές φρίσες (ρέγγες). Και το πανηγύρι συνεχίστηκε. Οι αθρώποι ερωτούσανε :
- Χαραλάμπη, τρως μια φρίσα με μια κούπα κρασί ; Κι αυτός ήλεγε :
-Άμα τα... κεράσεις ;
Ε-πρόλαβε ο Χαραλάμπης να φάει άλλες τέσσερις φρίσες και να πιεί άλλες τόσες κούπες κρασί, μέχρι που κάποιος μάλλωσε τσι συγχωριανούς του και έπεισε το Χαραλάμπη να πάει να κοιμηθεί.
Επή(γ)ε, ο Χαραλάμπης στο χάλασμα (σπίτι) α-που έμενε, αλλά δεν εμπόργιενε να κοιμηθεί. Επειδή όμως, αυτός ποτέ στη ζωή του δεν είχε ξεράσει, ήπιε ό,τι νερό είχε στο σαρδελοκούτι (μικρό αντλητικό κάδο με σχοινί) αλλά πάλι δεν έγινε τίποτε. Ε-πήρε, λοιπόν, τον κουβά του και ε-πήε στο κοινοτικό πηγάδι. Ανέσερνε νερό, ήπινε λίγο και τ’ άλλο το ‘ριχνε στη κεφαλή ν-του ! Αυτό, λέει, εγίνηκε πολλές φορές, μέχρι που εδροσίστηκε για τα καλά κι ε-πήε και κοιμήθηκε71.
7. Ας βάζουνε, μόνο να μη… βγάζουνε!
Αμέσως μετά την Κατοχή, επήρα το Χαραλάμπη (βλ. σημ. 52) στο σπίτι μου στο Ηράκλειο. Τον έντυνα, τον εκοίμιζα, τον ετάϊζα και τούδινα κι κανένα χαρτζηλίκι για τα στραβά του έξοδα. Του αγόρασα κι ένα καρότσι, για να κάνει το χαμάλη (αχθοφόρο), επαέ στο Ηράκλειο.
Πρέπει να σου πω πως, ο Χαραλάμπης επείνανε συνέχεια. Ένα πρωινό, λοιπόν, στην αγορά τον-ε ‘ρώτηξε ένας άλλος χαμάλης :
-Χαραλάμπη, τρώς ένα ταβλά κουλούρια ;
-Άμα τα πληρώσεις ;
Εφωνιάξανε ένα κουλουρά, α-πού-‘χε-νε γεμάτο το ταβλά ν-του με κουλούρια. Κι ο Χαραλάμπης ερχίνηξε να τρώει και με τα δυό του χέρια τα κουλούρια. Τάκανε, λέει, τυρί και ψωμί! Έ, εμαζευτήκανε όλοι οι χαμάληδες κι οι κουλουράδες κι εκάνανε σεϊρι (χάζι). Κι ο Χαραλάμπης ήτρωε μόνο.
Εκόντευγε να φάει το μισό ταβλά και οι άλλοι κουλουράδες εβάνανε κουλούρια στο ταβλά του Χαραλάμπη, για να μη μπορέσει να τα φάει και να χάσει το στοίχημα.
Αυτός, τους έβλεπε μα δεν εμίλιενε. Τότε κάποιος του είπε :
-Χαραλάμπη, σου βάζουνε κι άλλα κουλούρια...
-Δεν πειράζει, απάντησε αυτός με τσι γεμάτες μασέλες του. Ας βάζουνε, μόνο να μη… βγάζουνε72 !
Υποσημειώσεις 4ου μέρους
53 κιλότα (η).....(για άνδρες), το παντελόνι ιππασίας, η στρατιωτική περισκελίδα, το χαρακτηριστικό παντελόνι Κρητικών κ. ά. Ελλήνων, που φοριέται με στιβάνια, μποτίνα, αρβύλες κ.λπ.
54 χιαλουβάρι (το) η χαρακτηριστική κρητική ή νησιώτικη φορεσιά που φορούσαν οι άνδρες παλιότερα και χρησιμοποιούν σήμερα άνδρες χορευτικών συγκροτημάτων.
55 ντρουβάς (ο), ιδιωμ., & ντορβάς ή τορβάς (ταγάρι), μικρός σάκος, που τοποθετούν μέσα του φαγητά, ποτά, φρούτα, εργαλεία κ.λπ. και κρεμιέται στον ώμο του ανθρώπου, στο σαμάρι (σάγμα) ή το λαιμό του αλόγου ή του γαϊδουριού και περιέχει την τροφή του (τάγιστρο).
56 Αφήγηση : Οικονομάκης Γεώργιος του Κων/νου (Κονόμος), ετών 82 (1988), από Κασταμονίτσα.......
57 Νεραντζουλάκης Νικόλαος (Νεραντζούλης), ετων 65 (+1954), από Ασκούς, κάτοικος Κασταμονίτσας, αριστερός ιεροψάλτης στον ιερό ναό Αγίας Κυριακής στην Κασταμονίτσα.
58 Αφήγηση : Καλαϊτζάκης Στυλιανός του Ιωάν., βλ. σημ.9. Πληροφορίες : Καντεράκης Κων/νος του Εμμ., ετών 87 (+1995), από Κασταμονίτσα......
59 Παπαδάκης Φωκίων, ετών 39 (+1959), από Κασταμονίτσα, κατοικος Καρδουλιανού, Καστελλίου, Πεδιάδος, Ηρακλείου.....
60 Σαμπροβαλάκη Αικατερίνη του Εμμ, σύζ. Παπαδάκη Φωκ., βλ. σημ. 45.
61 Πληροφορίες : * Παπαδοκωστάκης Γεώργιος του Νικολ., ετών 90 (2003), που τον αιχμαλώτισαν οι Γερμανοί δυο ημέρες μετά τον περιπετειώδη ερχομό του στην Κασταμονίτσα από την οπισθοχώρηση. * Πληροφορίες : Καλαϊτζάκης Στυλιανός του Ιωάν., βλ. σημ 9, που θυμάται πως, γλύτωσε την αιχμαλωσία χάρις στην παρατηρητικότητά του. Γιατί, όταν τον συνέλαβαν και είδε αλλά και κατάλαβε τι συνέβαινε, πριν φθάσει στο Γερμανό αξιωματικό που ξεχώριζε τους αιχμαλώτους, ζήτησε επίμονα με χειρονομίες ότι έπρεπε να… κάνει την ανάγκη του. Τον έστειλαν, με συνοδεία Γερμανού στρατιώτη, στο κοντινό ρυάκι του Αρουπακιά. Όταν γύρισαν, τον ερώτησε ο φρουρός του : Εάν τον είχε δει και σε ποια ομάδα τον είχε τοποθετήσει ο Γερμανός αξιωματικός. Απάντησε… ψέμματα : Σ’ αυτή ! Δηλαδή, στην ομάδα των γερόντων Κασταμονιτσανών, που βρίσκονταν και ο Ιερέας Παπαδάκης Ιωάννης, (Παπαγιάννης), ετών 81 (+1981), Εφημέριος Μαθιάς, κάτοικος Κασταμονίτσας, που κι εκείνον τον είχαν συλλάβει οι Γερμανοί. Και όντως η ομάδα αυτή δεν αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς. Επίσης, θυμάται πως στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, λόγω της πείνας, πελέκησε περισσότερα από χίλια ζευγάρια φελλούς (τσόκαρα), που τα πήγαινε στο Λασίθι και τα αντάλλασσε με σιτηρά, όσπρια, πατάτες κλπ. * Πληροφορίες : Τσαπάκης Βαρδής του Μιχαήλ, ετών 91 (2003), ο επιλεγόμενος Βούτας, που γλύτωσε την αιχμαλωσία λόγω της μακράς κόμης που διατηρούσε. Και οι Γερμανοί στρατιώτες –χωρίς να δουν το πρόσωπό του εκεί που κοιμόταν- τον πέρασαν για… γυναίκα και δεν τον ενόχλησαν. Όμως, δεν γλύτωσε το ξύλο και τη φυλάκιση για μια νύχτα από τους Γερμανούς, στο Πηγαϊδούρι (σημερινή Πολυθέα). Γιατί είχε αργήσει ένα πρωί να παρουσιαστεί την ώρα του στην αγγαρεία στο αεροδρόμιο Καστελλίου. Από τη φυλακή αυτή δραπέτερυσε, έκοψε τα μαλλιά του, άλλαξε ρούχα και δεν ξαναπάτησε στην αγγαρεία. Στη θέση του έστελνε τον Ανδριανάκη Ελευθέριο του Γεωργίου, ετών 83 (2003), τον επιλεγόμενο Λεφτέρη του Αντριανογιώργη ή Λεφτέρακα και τον πλήρωνε μια οκά λάδι για κάθε ημέρα αγγαρείας. Ο ίδιος ασχολήθηκε με το εμπόριο. Πουλούσε απίδια (αχλάδια) και μήλα στους Γερμανούς, που του τα πλήρωναν. Να σημειωθεί εδώ, ότι : Όταν συναντηθήκαμε, παρουσία της συζύγου του, Κατίνας Σαριδάκη του Μιχ., βλ. σημ. 135, μου υπαγόρευσε τις μαντινάδες που της τραγουδούσε, στις καντάδες που της έκανε, μέχρι να την πείσει να τον παντρευτεί : Ψιλή λιγνή μου κύπερι,/ δάφνη μου μυρισμένη,/ στα χέρια σου η νιότη μου,/ είναι παραδομένη. * Σαν το παλιό ποκάμισο,/ σαν το παλιό φιστάνι,/ ετσά με μπαντονιάρισες (παραίτησες, παραπέταξες)/ κι ο νους σου δεν το βάνει. * Σαν τον αέρα το δριμύ/ τον ανεκατωσάρη,/ ετσά με μπατονιάρισες/ κι ο νούς σου δεν το βάνει. * Μελαχροινό σε μιάολιά (λίγο),/ μά ‘χεις το το πλανέτο (πλάνεμα),/ αζωντανό τον άθρωπο,/ βάνεις στο καθεγλέτο (νεκροκρέβατο). * Για ένα μήνα και για δυό,/ πού ‘καμα ‘γώ στα ξένα,/ ήκαμες αγαπητικό/ κι αρνήθηκες εμένα ; * Ερίζωσε η αγάπη σου,/ ωσάν το περατζούνι (ο καρπός της αγκινάρας)./ Η παντρεγιά σε χτύπησε/ στο νου και στο αρθούνι (ρουθούνι); * Ξανθά μαλλιά στην κεφαλή,/ πλε(γ)μένα με την τάξη./ Τρίχα και τρίχα γίνουνται, μαχαίρι να με σφάξει.* Έρωτα που με λάβωσες,/ δός μου και το βοτάνι,/ γιατί δε βρίσκω γιατρικό,/ στον κόσμο, να με γιάνει. * Ερωτοχτυπημένο μου/ κι ερωτογιασεμί μου/ κι επήρες μού το το μυαλό/ από την κεφαλή μου. * Πρόβαλε λέω πρόβαλε/ να δεις και να σε δούνε,/ τα μάθια που σε θέλουνε/ και που σ’ επιθυμούνε. * Ανάθεμά του το στενό/ α-που σε ‘ποκολώνει (σε κάνει να μη φαίνεσαι)./ Και να χαρώ το ρούκουνα (σκαλιστή πέτρα-γωνία τοίχου)/ α-πού σε φανερώνει. * Όταν προβάλλεις στο στενό/ με τη στραβή χωρίστρα,/ σαν άγγελος μου φαίνεσαι/ μα την Ευαγγελίστρα. * Πρόβαλε, λέω, πρόβαλε/ από το παραθύρι,/ να δείς τον κόσμο πως κεντά/ δίχως φωθιά (φωτιά) κι απύρι (θειάφι). * ΄Ηκλαιγα, μα δεν κλαίω μπλιό,/ γιατί δα βερεμιάσω (θα γίνω καχεκτικός)./ Και κρίμας είν’ τα νιάτα μου/ για σένα να τα χάσω. * Ω ουρανέ μη βρέξεις μπλιό,/ κάμε μου τη χάρη./ Κι εγώ με τα ματάκια μου/ ποτίζω το χορτάρι. * Ο ήλιος οντε (όταν) πρωτοβγεί/ ντρέπεται να προβάλλει,/ γιατί τον-ε θαμπώνουνε/ τα ε-δικά σου κάλλη. * Τα μάθια σου όποιος κι αν τα ‘δεί,/ ξανοίξει τα κι εμένα (κοιτάξει και τα δικά μου),/ μά το Θεό και λέει το,/ μια μάννα μας-ε γέννα. * Η μάννα σου ‘ναι αφορμή/ που σ’ έφερε στο γάμο/ και σ’ είδανε τα μάθια μου/ και ζάφτι δεν τα κάνω (δεν μπορώ να τα περιορίσω). * Για δές πως με κατάντησες/ μαύρο σαν τον αράπη./ Δεν είμαι από το μαύρισμα (ενν. μαύρος),/ μόνο από την αγάπη. * Ο νούς μου εγίνηκε νερό,/ πουλάκι κι ακλουθά σου (σε ακολουθεί)/ κι αν του πετάς και χαρακές (πέτρες),/ δε φεύγει από κοντά σου. * Νά ‘χα τον ουρανό χαρτί,/ τη θάλασσα μελάνι,/ θά ‘γραφα τα πεισματικά (ενν. τα δικά σου)/ και λίγο θά ‘ναι πάλι. * Η μαντινάδα το καλεί/ και λέει το κι ο λόγος/ κι εσύ με παραξήγησες,/ αγάπη μου ντελόγο (αμέσως). * Νά ‘χα τον ουρανό χαρτί,/ τη θάλασσα μελάνι,/ να γράψω για τα κάλλη σου/ και πάλι δεν τα βάνει. * Πληροφορίες Καλαϊτζάκης Βαγγέλης του Κων/νου, ετών 90 (2003), ο επιλεγόμενος Μαυρούκος, που αιχμαλωτίστηκε κι αυτός από τους Γερμανούς το έτος 1941, μαζί με τους Δηλαβεράκη Μανόλη του Λεων., Σαριδάκη Δημήτριο του Γεωργ. Και Ανδριανάκη Κων/νο του Μιχ. Τους πήγαν στο Γεροντοκομείο στο Ηράκλειο, όπου έμειναν έξι μήνες, κάνοντας αγγαρεία κάτω από άθλιες συνθήκες. Από εκεί, τους πήγαν στα Χανιά, σ’ ένα στρατόπεδο στο Μάλεμε, κοντά στο αεροδρόμιο. Όπου, οι επιλεγόμενοι : Μαυρούκος, Ζωγράφος κι ένας Καλογεράκης από το Γαλατά, Βώνης, Ηρακλείου, κατάφεραν να πληρώσουν το Γερμανό σκοπό και να δραπετεύσουν. Για να φθάσουν με πολλούς κόπους, κακουχίες και κινδύνους με τα πόδια από τα Χανιά (περίπου 300 χλμ. δρόμος) στα χωριά τους. * Πληροφορίες : Σαριδάκης Χαρίδημος του Μιχ., ετών 89 (2003), που πιάστηκε και αιχμαλωτίστηκε δυό φορές από τους Κατακτητές. Μάλιστα, τη δεύτερη φορά, αναγκάστηκε να παραστήσει το χτίστη στους Γερμανούς, χωρίς να έχει ιδέα από χτίσιμο. Δούλεψε 3-4 ώρες και μετά δραπέτευσε. Άλλαξε ρούχα και οι Κατακτητές δεν τον αναγνώρισαν. Όμως, για το… φόβο των Γερμανών, εξαφανίστηκε. Στη θέση του, πλήρωνε έναν που κατάγονταν από το Ξιδά, Καστελλίου, Πεδιάδος (σημερινή Λύττο) και του έκανε την αγγαρεία του στους Γερμανούς. Δεν ξεχνά, ποτέ, τις ταλαιπωρίες που πέρασε εξ αιτίας των Γερμανών και το ότι οι κατακτητές συνήθιζαν να κουρεύουν μαλλιά, μουστάκια και γένια των αιχμαλώτων. * Πληροφορίες : Πετροδασκαλάκης Γεώργιος του Αντων., ετών 80 (2003), που εκτός από τις αιχμαλωσίες, δούλεψε, περισσότερες από 700 ημέρες, αγγαρεία στους Γερμανούς. Για 4 χρόνια, κάθε 15 ημέρες δούλευε 15 μεροκάματα αγγαρεία. * Πληροφορίες : Παπαδοκωστάκη Αικατερίνη του Εμμ., σύζυγος Φραγκιαδάκη Δαυίδ, ετών 88 (2003), που δεν θα ξεχάσει ποτέ τα βάσανα, τις κακουχίες, το φόβο, την πείνα και τη μαυρίλα της Γερμανικής Κατοχής. Όμως, θυμάται και χρωστά ευγνωμοσύνη σ’ ένα Γερμανό γιατρό, που έμενε στου «γιατρού το σπίτι», τον έλεγαν Hantsi και θεράπευσε τον πατέρα της και την αδελφή της Αροδάμη. Να σημειωθεί εδώ ότι : Ο ίδιος Γερμανός γιατρός περιέθαλψε και τον γράφοντα, το έτος 1944, όταν τον είχε κλωτσήσει ένα γαϊδούρι. * Πληροφορίες : Κοντάκης Εμμανουήλ του Ελευθ., ετών 90 (2003), ο επιλεγόμενος Κοντομανόλης, που κι αυτός αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς. Τον πήγαν στα Χανιά, όπου έμεινε τρεις μήνες, κάνοντας αγγαρεία. Επίσης, δούλεψε καταναγκαστική εργασία, μαζί με όλους τους Κασταμονιτσανούς, στο αεροδρόμιο στο Καστέλλι.
62 Αφήγηση : Καλαϊτζάκης Στυλιανός του Ιωάν., βλ. σημ 9. Πληροφορίες : Οικονομάκης Γεώργιος του Κων/νου, βλ. σημ. 57.
63 Ανδριανάκης Ιωάννης του Γεωργ., (Αντριανογιάννης),ετών 82 (+1985), από Κασταμονίτσα...
64 Αφήγηση : Ψαράκης Φώτιος του Εμμ., ( Μουστάκας), βλ. σημ. 52.
65 Αφήγηση: Δηλαβεράκης Δημήτριος του Δαυίδ, βλ. σ

