Στ. ΑΝΕΓΥΡΙΣΤΙΚΑ

[ α) Η Ανοιξη. β) Ο άνθρωπος. γ) Η ποστιλένη. δ) Η πίττα.]

Αξίζει να σημειωθεί εδώ, αυτό που χαρακτηριστικά λέγεται σε πολλά μέρη της Κρήτης, πως : «Όσοι ή όσες καταλαβαίνου-νε τη γλώσσα των πουλιών, κατέχουνε και μια άλλη γλώσσα, τ’ ανεγυριστικά!» Λένε ακόμη πως η γλώσσα αυτή δε μαθαίνεται. «Οι...τυχεροί, τη-νε κληρονομούνε, μόνο απ’ τη κοιλιά τση μάνας τως, οντε δα γεννηθούν!»

Όμως, πως παίζεται το εν λόγω παιγνίδι ;

Η αρχηγός της παρέας των γυναικών, που ονομάζεται κι αυτή μάννα, έχει την υποχρέωση να βρει ένα πρόχειρο βάθρο. Αυτό μπορεί να είναι : Ένα γερό τραπέζι, μια καρέκλα, ένα σκαμνί, ένα σαμάρι, ένας αναποδογυρισμένος γούβελος,ένα κούτσουρο, μια κατάλληλη πέτρα ή ένα τσουβάλι γεμάτο με κάποιο δημητριακό. Πάνω απ’ αυτό το βάθρο, όρθια η μάννα, επιβάλλει ησυχία και απαγγέλει ή τραγουδά -με ή χωρίς μουσική- τη μαντινάδα των ανεγυριστικών :

Ανεγυριστικά μιλώ

κι αν έχεις γνώση , γροίκα.

Το στάρι κάνει προσφορά (πρόσφορο)

και το κριθάρι πίττα.

Οι άλλες γυναίκες επαναλαμβάνουν, απαγγέλοντας ή τραγουδώντας, τον κάθε στίχο. Κι αμέσως, μετά, αρχίζουν τα κρουσταλάκια (χειροκροτήματα). Αυτό είναι, σύμφωνα με το έθιμο, το σύνθημα για ν’ αρχίσει η μάννα την πρώτη ανεγυριστική ιστορία, που εδώ είναι και πρόβλημα-αίνιγμα μαζί και λέγεται :



α. Η Άνοιξη

Μια φορά κι έναν καιρό,κεράδες μου, ήζενε (ζούσε) ένας πλούσιος και παράξενος άρχοντας. Τα πλούτη ν-του και τα καλά ν-του ήταν-ε αμέτρητα. Είχε-νε κι ένα μονάκριβο και πολλά όμορφο ντελικανιδάκι, α-πού ‘τανε και χορατατζήδικο. Έ..., κατά μάννα, κατά κύρη, α-που λένε...

Εμεγάλωσε τ’ αρχοντόπουλο κι ήρθ’ ο καιρός να παντρευτεί.... Μα δεν ήθελε κιαμμιά κοπελιά από τον τόπο ν-του, γιατί -λέει- δεν εκατέχανε τ’ ανεγυριστικά!

Άμα είδε κι από ‘δε, επήρε-νε -πούρι- το δούλο ν-του κι εγυρίζανε χώρες και χωργιά, μπας και βρούνε κοπελιά να μιλεί τ’ ανεγυριστικά !

Ύστερα ‘πό χρόνους και καιρούς, θωρούνε μια πολλά όμορφη κόρη, να κάθεται στην εξοχή να παντά (βλέπει) τα πρόβατά τζης. Δεν ήχασε καιρό τ’ αρχοντόπουλο και κουτσοσιμώνει τζης.

- Ώρα καλή σου κοπελιά..., τση λέει.

- Καλώς τσι τσ’ αρχοντάδες..., του λέει κι αυτή.

- Άρχοντας είναι ο άγγελος που κάθεται σιμά μου, τση ματαλέει τ’ αρχοντόπουλο.

-Τ’ αρχοντιλίκι ‘ναι γιορτή, παρτέρι στολισμένο..., τ’ απηλογάται ντελόγο κι εκείνη. Κι εννοούσε τον ίδιο και τα όμορφα ρούχα ν-του.

Και λέει τζη τ’ αρχοντόπουλο :

- Να σε ρωτήξω να μου πεις,

για να ‘ρθω μπλιό σιμά σου;

Πόσα ανεπιαστά φυλάς ;

Πέ’ μου μπρέ στην υγειά σου...

Δεν ήχασε -πούρι- καιρό κι η βοσκοπούλα, α-πού τον-ε λιμπιζότανε κι εκείνη και λέει ν-του :

-Οσά ‘χω κι άλλα τοσα-νά

και τα μισά ‘π’ οσά ‘χω

κι εφτά κι εννιά κι ‘κοσιεννιά,

μας κάνουνε διακόσα !

Επήδηξεν από τη χαρά ν-του τ’ αρχοντόπουλο. Μόνο που δεν εκουζουλάθηκε... και λέει τζη :

-Θέλεις να γίνεις ταίρι μου

Άνοιξη, για στοχάσου.

Να ‘ρθώ να βλέπομε μαζί,

τα (τόσα-νά) οζά σου ;.....

Αν-ε βρήτε ‘δά πόσα οζά είχε-νε ; Μια φορά, αυτοί επαντρευτήκανε κι εζήσανε και καλά.



Η λύση

Επέρασε-νε, που λές, πολύ ώρα. Μα κιαμμιά γυναίκα δεν εμπόργιενε να βρεί πόσα οζά είχε-νε η βοσκοπούλα. Ύστερα η μάννα εφώνιαξε :

Να ‘ρθώ να βλέπομε μαζί

τα.... ‘ξήντα δυό οζά σου !

Ακολούθησε σιωπή κι ύστερα φασαρία...

-Ελάτε ‘δά, κεράδες μου, να τα λογαριάσωμε κιόλας, ε-ξανά ‘πε η μάννα.

Εξήντα δυό κι εξήντα δυό,

μας-ε κάνουνε εκατον είκοσι τέσσερα.

Και τα μισά ‘π’ όσά ‘χω,

δηλαδή τριανταένα,

μας-ε κάνουνε εκατό πενήντα πέντε.

Κι εφτά κι εννιά κι εικοσιεννιά,

δηλαδή σαράντα πέντε,

μας κάνουνε... διακόσααα! 212



β. Ο άνθρωπος

Σε άλλες περιπτώσεις, τ’ ανυγυριστικά, είναι μόνο πεζός ή και μόνο ποιητικός λόγος. Όπως το παρακάτω δημώδες ποίημα, που περιγράφει τον άνθρωπο από τα πέντε μέχρι και τα εκατό του χρόνια.

Πέντε χρονώ παιδάκι, γυρίζει στο σοκκάκι.

Στα δέκα είναι δασκαλάκι και καλό παλληκαράκι.

Στα είκοσι, εγλεντιστής και καλός τραγουδιστής.

Στα τριάντα, ‘νθεί και δένει και το σπίτι κατασταίνει.

Στα σαράντα, ‘νδρειωμένος και στον κόσμο ξακουσμένος.

Στα πενήντα, για βουλή, αν έχει κεφαλή καλή.

Στα εξήντα καμπουρώνει, βεργαλάκι ανεμαζώνει.

Στα εβδομήντα δε φελά (ωφελεί), μόνο το ψωμί χαλά!

Στα ογδόντα, σαν το βούϊ, ούτε φέγγει ούτε ακούει.

Στα εννενήντα κατουργιέται, το παιδί τον-ε βαριέται.

Κι ύστερα και το παιδί, το Θεό παρακαλεί.

Ε΄ Θέ’ μου και πάρ’ τον-ε και πή’ νε (πήγαινε) ξέβγαλέ τον-ε,

να μη πατήσει τα εκατό, για’ δεν μπορώ να τον τελώ ή γιατί δεν τον-ε βαστούμε μπλιό 213.



γ. Η ποστιλένη.

Ένας λεβεντονιός εγάπανε,πούρι, μια χωριανή ν-του κοπελιά. Ήταν-ε καλός, μα ήταν-ε ο... κακομοίρης και... φτωχός. Η κορασοπούλα ήταν-ε κι αυτή πολλά όμορφη μα και πλούσια. Κι εγάπανε, μαθές, κι αυτή το ντελικανή. Έλα σου όμως... Ο κύρης τση κοπελιάς δεν ήθελε το λεβεντονιό, γιατί ‘τανε -λέει- πολλά φτωχός! Ο ντελικανής, μια φορά, ήλπιζε. Και ποτέ ν-του δεν ήχασε τα θάρρη ν-του.

Τη φορά εκεινιά, στο στρούμπο, την ώρα α-που εγελοχαχαρίζανε οι γυναίκες με τ’ ανεγυριστικά ν-τως, βγαίνει κι αυτός γερά-γερά (γρήγορα-γρήγορα) απάνω στο τραπέζι. Άμα εσωπάσανε ‘δα όλοι, αυτός εκάρφωσε τα μάθια ν-του στο κύρη τση κοπελιάς του και εφώνιαξε μ’ όλη ν-του τη δύναμη :

Δε θέλω αμπελοχώραφα

από τον Ποστιλένη (από το μέλλοντα πεθερό του),

μόνο τη ποστιλένη ν-του (τη θυγατέρα του),

α-πού-‘ναι ποστιλένη (ενν.όμορφη) 214



δ. Η πίττα

Ένας Κασταμονιτσανός γέροντας συνήθιζε να λέει :

Ίσα κάνε γρ(ι)ά την πίττα

κι ίσια την πιττάριζε.

Κι εννοούσε την ισοτιμία στο φαγητό, τη δουλειά, την εκτίμηση, τα δικαιώματα κ.λπ. Επίσης έλεγε :

Απ’ αγαπά την ταχυνή

και τη δροσοπεζούλα,

σηκώνεται κάθε πρωί

και τρώει μια … σκατούλα!

Κι ήθελε να τονίσει πως : Όποιος αργεί να ξυπνήσει το πρωί όχι μόνο δεν βγαίνει ποτέ κερδισμένος, μα –αντίθετα- είναι παντοτινά χαμένος 215.

Όμως, τα πιπεράτα αστεία, τα ανέκδοτα, τα παιγνίδια του στρούμπου, οι αντικρυστές μαντινάδες, τα παρατσούκλια των Κασταμονιτσανών κλπ., κλπ., δεν έχουν τελειωμό. Γιαυτό -και συγχωρέστε με- κρίθηκε απαραίτητο να βγεί και :

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

( 1.Οι μεγάλες αγάπες. 2. Αν είχαν οι αηλιές... φτερά. 3. Το ξύδι. 4. Ιστορίες και παιγνίδια με… τηγανίτες ! 5. Σαρανταδέντρι. 6. Κασταμονιτσανές ιστορίες.7. Κασταμονιτσανές διηγήσεις-ανέκδοτα. 8. Κασταμονιτσανά παρατσούκλια. 9. Κασταμονιτσανά γαϊδουροτραγούδια.)

1.Οι μεγάλες αγάπες

Μια κοπελιά κι ένας νεαρός, που αν και κρυφοαγαπούσαν ο ένας τον άλλο, διαφωνούσαν και καυγάδιζαν κάθε φορά που συναντιόντουσαν. Η θεωρητική διαφωνία τους είχε να κάνει πιο πολύ με την αγάπη. Η κοπελιά υποστήριζε πως :

- Υπάρχουν μεγάλες αγάπες!

Κι ο νεαρός πώς :

- Όλες οι αγάπες είναι ίδιες!

Είχαν προσκληθεί κι οι δυό τους σ’ ένα στρούμπο. Και σκέφτηκαν, ο καθένας για τον εαυτό του, να προετοιμάσουν μαντινάδες για το μαντιναδοκαυγά ! Όμως, δεν τα κατάφερναν. Και σκέφτηκαν, ο καθένας χωριστά και σε διαφορετική χρονική στιγμή, να ζητήσουν... βοήθεια από τον ίδιο άνθρωπο, με αποτέλεσμα ο μαντιναδοκαυγάς τους να εξελιχτεί ως εξής :

Κοπελιά. Δεν τσι χωρίζει ο χωρισμός

τσ’ αγάπες τσι μεγάλες,

γιατί αν-ε τσι χώριζε

θα μοιάζανε με τσ’ άλλες.

Νεαρός. Άμα φλερτάρει ο χωρισμός

τσ’ αγάπες τσι... «μεγάλες»,

λόγιασε πως γινήκανε

μικρότερες απ’ τσ’ άλλες.

Κοπελιά. Πάντα ‘ναι μεγαλύτερες

οι αγάπες οι μεγάλες,

ωσάν τον ήλιο λάμπουνε,

Δε μοιάζουνε με τσ’ άλλες.

Νεαρός. Άμα χωρίσει ο χωρισμός

τσ’ αγάπες τσι... «μεγάλες»,

πάει να πει πως ήτανε

χειρότερες απ’ τσ’ άλλες.

Κοπελιά. Χειρότερες δεν γίνονται

οι αγάπες οι μεγάλες.

Διπλή αγάπη άμα βρούν

τσι ξεπερνούνε τσ’ άλλες.

Νεαρός. Καλύτερες, χειρότερες,

οι αγάπες οι... «μεγάλες»,

σαν τον κομήτη λάμπουνε

και χάνονται με τσ’ άλλες.

Κοπελιά. Εσύ, κομήτης να γενείς,

να μοιραστείς σε στάλες,

μπάς και γλυτώσουν από ‘σε

οι αγάπες οι μεγάλες 216

Ακολουθεί η διήγηση που ονομάζεται :

2. Αν είχαν οι αηλιές (αγελάδες)… φτερά

Ένας μισοφαλακρός, μεσόκοπος και χορατατζής Λασιθιώτης, καθότανε μιαν ανοιξιάτικη μέρα σ’ ένα κουτσούρι, στο χωράφι του κι έβοσκε τις δυο αηλιές του. Σκεφτότανε το δώρο που θά ‘κανε το βράδυ του στρούμπου στο νεογέννητο πρωτότοκο γιό του αδελφού του. Παράλληλα, βλέποντας τα ζώα του που έβοσκαν ήρεμα, άφηνε τη φαντασία του να... φιλοσοφεί:

-Για φαντάσου, λέει, νά ‘χανε οι αηλιές... φτερά!

Την ώρα εκείνη, ένα πουλί που πετούσε από πάνω του... κουτσούλισε τη φαλάκρα του. Εκείνος... ξαφνιάστηκε ! Κοίταξε τον ουρανό, σκούπισε με το χέρι του την κουτσουλιά και θυμόσοφος όπως ήταν είπε :

-Μήστητέ (μνήσθητί) μου Κύριε, ιντά ‘ναι ετουτο-νά το... πράμα!

Και γυρνώντας το πρόσωπό του προς τις αγελάδες, μονολόγησε :

-Ευτυχώς που οι αηλιές (αγελάδες) δεν έχουνε... φτερά!217.

Συνεχίζομε με :

3. Το… ξύδι

Σε πολλούς στρούμπους, όταν κορυφωθεί το κέφι, ο σύντεκνος παίρνει ένα φλασκί 218 γεμάτο με παλιό-δυνατό ξύδι. Ανεβαίνει πάνω σ’ ένα πρόχειρο βάθρο, επιβάλλει την ησυχία, σηκώνει ψηλά το φλασκί, λέει τις ευχές του ια το νεογέννητο και απαγγέλλει δυνατά την παροιμία :

Κατά πως μολογά η φλάσκα

κι οφέτως (αυτό το χρόνο) Λαμπρή

και του χρόνου Πάσκα.

Μετά, απευθύνεται στον πατέρα του νεογέννητου, τον επιλεγόμενο λούχουνο, προσκαλώντας τον να πιεί μετά απ’ αυτόν ξύδι και λέγοντάς του :

- Στην αφεντιά σου λούχουνε...

Για να πάρει, από τον πατέρα του παιδιού, τη συγκεκριμένη απάντηση :

- Καλό να κάμει τση κοιλιάς σου σύντεκνε...

Μόλις ο αρχηγός του στρούμπου, ο επιλεγόμενος σύντεκνος, πιεί μια γουλιά ξύδι, ξινίζει τα μούτρα του και λέει:

- Έ το παντέρμο, ίντα... «καλόοο» ‘ναι !

Προσφέρει στη συνέχεια το φλασκί στο λούχουνο. Εκείνος, ανεβαίνει στο βάθρο, σηκώνει ψηλά το φλασκί,εύχεται στους καλεσμένους του τα καλύτερα και πίνει μια γουλιά ξίδι.

Έπειτα, ο σύντεκνος προσφέρει το φλασκί στον παππού του νεογέννητου, λέγοντάς του :

-Η σειρά σου παππού, να πιείς και να… πεις! (Δηλαδή, να πιείς μια γουλιά ξύδι και να πεις την πρώτη ερωτική – σατυρική μαντινάδα).

Ένας Κασταμονιτσανός καινουργιοπαππούς κι ένας Χερσονιώτης, που ήταν παππούς από χρόνια, κουτσοπίνοντας… φιλοσοφούσαν! Και ο πρώτος… αποφάνθηκε :

Το ότι έγινα παππούς,

είναι μεγάααλο πράμα! (γεγονός).

Μα εδά (τώρα) κοιμούμαι με… γιαγιά,

κι αυτό το λένε… δράααμα!

Επίσης, μια δυναμική γιαγιά, που άκουσε την προηγούμενη μαντινάδα, κατασκεύασε κι εκείνη τη δική της :

Οντεν εγίνηκα γιαγιά

έζησα ένα θαύμα,

μα τώρα θέτω (κοιμούμαι) με… παππού

κι είναι μεγάααλο δράμα!

Κι ένας άλλος… ζωηρός παππούς είπε στη φιλενάδα του μια πειραχτική μαντινάδα, όταν έγινε κι αυτή γιαγιά :

Άμα γενείς, μαθές, παππούς,

είναι ωραίο πράμα !

Μα, να… ερωτευτείς γιαγιά,

είναι… μεγάααλο σφάλμα.

Σύμφωνα με το έθιμο, όσες και όσοι πιούν ξύδι, εύχονται και λένε τις πιο παράξενες και απίθανες ευχές ή μαντινάδες. Ενώ, όσοι δεν ανέβουν στο βάθρο και δεν πιούν ξύδι, δεν συμμετέχουν ενεργά στο παιγνίδι. Παραμένουν μόνο θεατές, λέγοντας το αμήν στις υπερβολικές ευχές ή επαναλαμβάνοντας τον τελευταίο μισό στίχο στις παράδοξες μαντινάδες που λέγονται :

- Νιάτα, χαρές κι αγάπες νά ‘χομεεε...

- Καλιά ‘χω τσι σταφιδολιές,

παρά τσι κολυμπάδες.

Κάλιο ‘χω δέκα κοπελιές,

παρά σαράντα γράααδες!...

- Να χαίρεστε σ’ όλη σας τη ζωή ό,τι αγαπάαατε...

-Ήθελα πάντα μάτια μου

στον άνεμο να μοιάζω,

να ‘ρχόμουνα συχνά πυκνά,

φως μου, να σ’ αγκαλιάζω.

- Ο Θιός να μου τ’ αξ(ι)ώσει νά ‘μαι κορασοπούλα σ’ όλη μου τη ζωήηη...

- Ήθελα νά ‘μουν αστραπή,

νά σκιζα τον αέρα,

να ‘ρχόμουνα να σε φιλώ

χίλιες φορές! τη μέεερα...

-Να ζήσομε, όλοι μας, χίλια χρόοονια !

Χιονίζει, αστράφτει και βροντά

κι αναγαλλιά η καρδιά μου,

γιατί σε νοιώθω μάθια μου

μέσα στην αγκαλιά μου!

- Νάχαμε, λέει, νάχαμε δέκ’ άντρες στην καρδιά μας !

Παράτολμη αγάπη μου

βάλσαμο στην καρδιά μου,

φωθιά φια το κορμάκι μου

και φως στα σωθικά μου !

Όμως, να συνεχίσομε για να δούμε :



4. Ιστορίες και παιγνίδια με ... τηγανίτες !

* Μια κοπελιά είχε ανακατέψει αλεύρι, προζύμι και νερό για να προετοιμάσει τηγανίτες ή λαλαγγίτες,όπως τους λένε στο στρούμπο, να φάνε οι εργάτες μαζί με το βραδυνό φαγητό τους. Όταν τελείωσε η προετοιμασία, πετάχτηκε μέχρι το γειτονικό στρούμπο, για να δει πως πήγαιναν οι ετοιμασίες του εθίμου. Όμως, ήταν ανήσυχη και αναγκάστηκε να φύγει γρήγορα από το στρούμπο για να δει αν είχε φουσκώσει το αλεύρι, όπως εκμυστηρεύτηκε σε μια φιλενάδα της. Η... «έμπιστη» φίλη της, σφύριξε το μυστικό σε παρέα νεαρών, που λογομαχούσε πιο πέρα. Κι αυτοί πήγαν στο σπίτι της πρώτης κοπελιάς κι έφαγαν όλους τους τηγανίτες !

* Σ’ ένα στρούμπο, έδωσε εντολή ο σύντεκνος του εθίμου να φτιάξουν τηγανίτες. Πήρε δέκα λαλαγγίτες, τους μέλωσε, τους καννέλωσε και τους έβαλε σε ισάριθμα πιάτα στο πάτωμα, ώστε να σχηματίζουν ευθεία γραμμή. Αναζήτησε και βρήκε δέκα νεαρούς, που ήθελαν να λάβουν μέρος στο παιγνίδι. Άλλοι δέκα βοηθοί του, έδεσαν το δεξί ή το αριστερό χέρι των παικτών μαζί με το ένα πόδι, όποιο ήθελε ο καθένας, πίσω τους και τους έβαλαν -έναν, ένα- να καθίσουν σε κούτσουρα που είχαν τοποθετήσει στην, παράλληλη με τα πιάτα, γραμμή παιγνιδιού, (βλ. σημ. 103). Ο σύντεκνος έδωσε το σύνθημα και οι παίκτες σηκώθηκαν και όρμησαν προς τους τηγανίτες. Όποιος κατάφερνε να φάει πρώτος το λαλλαγίτη του, έτρεχε πίσω πηδώντας και κάθιζε στο κούτσουρό του. Αυτός ήταν και ο νικητής του παιγνιδιού.

* Στον ίδιο στρούμπο, ο σύντεκνος πήρε πέντε μελωμένους τηγανίτες και τους διαπέρασε σε μια λεπτή βέργα 20 εκατοστών. Έδεσε με σπάγγο, από τις δυο άκριές της, τη βέργα με τους λαλαγγίτες και την κρέμασε στο τσιγγέλι της καμάρας του πόρτεγου, όπου παιζόταν ο στρούμπος. Διάλεξε πέντε ζευγάρια αρραβωνιασμένους, που ήθελαν να λάβουν μέρος στο παιγνίδι. Αφού έδεσε τα χέρια των ανδρών πίσω, τους έβαλε στη σειρά και λίγο πιο πέρα τοποθέτησε τις αρραβωνιαστικές τους. Με το σύνθημα, ένας-ένας παίκτης έτρεχε και πηδώντας μια φορά, κάτω από τους τηγανίτες, προσπαθούσε να δαγκώσει μια δαγκωνιά. Αν τα κατάφερνε, μασούσε επιδεικτικά το λαλλαγγίτη μπροστά στην αρραβωνιαστικιά του, που εκείνη του έδινε ως έπαθλο ένα φιλί. Αν αποτύγχανε, πήγαινε πάλι κοντά στην αρραβωνιαστικιά του. Εκείνη του έλεγε κάτι στο αυτί, προφανώς τι να κάνει για να κερδίσει, του έδινε ένα φιλικό χτύπημα στον πισινό και τον έστελνε στη σειρά του για να ξαναπροσπαθήσει. Κέρδιζε όποιος παίκτης κατάφερνε να μη χάσει καμμιά από τις συμφωνημένες προσπάθειες, όσο κι αν ο σύντεκνος ανέβαζε πιο ψηλά τους τηγανίτες από τα κεφάλια των παικτών. Όμως, για να είναι ακριβοδίκαιος ο αρχηγός του παιγνιδιού, μετρούσε τον κάθε παίκτη και ανάλογα τοποθετούσε,κάθε φορά, 40 πόντους ψηλώτερα τους τηγανίτες.

Τις εποχές εκείνες συνήθιζαν και το λεγόμενο :



5. Σαρανταδέντρι

Δηλαδή, το καυτό ατμόλουτρο και το μπάνιο που έκαναν παλιά στη λεχώνα, «για να γίνει καλά η λουχούνα και να κινήσει ο στρούμπος», όπως χαρακτηριστικά έλεγαν. Επίσης, το μπάνιο που έκαναν στο μωρό και στη μητέρα του, στις 39 ημέρες από την ημερομηνία της γέννας, για να πάνε την επόμενη μέρα στην εκκλησία και να πάρουν την ευχή του σαραντισμού από τον Ιερέα.

Για το σαρανταδέντρι μάζευαν σαράντα χλωρά ή αποξηραμένα κλαδιά αρωματικών φυτών, θάμνων ή δέντρων της κρητικής χλωρίδας (πορτοκαλιά, μανταρινιά, λεμονιά, δάφνη, ευκάλυπτο, κιτριά, βασιλικό, μυρτιά, ρίγανη, θυμάρι, μέντα, φασκομηλιά, δίκταμο, αντωναϊδα, βαλσαμόχορτο κ.ά.)

Αφού συγκέντρωναν όλα τα αρωματικά κλαδιά, τα έβαζαν μαζί με νερό σε μια, δυό ή και τρεις μεγάλες χύτρες και τα έβραζαν. Όταν το νερό γινόταν καυτό, το έριχναν σε ξύλινη σκάφη που πάνω της τοποθετούσαν 4-5 σανίδια. Εκεί επάνω έβαζαν γυμνή τη λεχώνα για το ατμόλουτρο. Κι όταν έπεφτε η θερμοκρασία του νερού, έβαζαν μέσα στη σκάφη τη λεχώνα και την έκαναν μπάνιο. Και έλεγαν -τότε- ότι, τα ευεργετικά-ιαματικά αποτελέσματα του εν λόγω ατμόλουτρου και μπάνιου ήσαν άμεσα και θεαματικά

Στην Κασταμονίτσα, για το σαρανταδέντρι, αντί για αρωματικά φυτά χρησιμοποιούσαν σαράντα χλωρά κλαδιά από αειθαλή φυτά και δέντρα 219.

Ας είναι, εμείς Θα συνεχίσομε με άλλες Κασταμονιτσανές ιστορίες.



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

11ου μέρους

212 Πληροφορίες : * Σαριδάκη Καλλιόπη του Ελ., βλ. σημ 18. * Φαζάκη Φωτεινή (Φαζίνα), από Ποταμιές..., βλ. σημ. 80, * Κανάκη Κλεάνθη, σύζ. Αγ. Τσαγκαράκη, από Ποταμιές...., βλ. σημ. 31. * Χατζημιχάλη Μαρία, συζ. Σάβ. Βουγιούκα, βλ. σημ. 131.

213 Αφήγηση : Βασιλάκη Μαρία χήρα Μιχ. Βαϊλάκη, βλ. σημ. 94.

214 Αφήγηση : Βαϊλάκης Κώστας του Μιχ., από Ποταμιές..., βλ. σημ. 210.

215 Αφήγηση : Παπαδοκωστάκης Νικόλαος του Γεωργ. (Παπαδοκωστονικόλης), βλ. σημ. 210,

216 βλ. Εφημ. Κρητικά Νέα,Νοέμβριος 2002, σελ. 22.

217 Αφήγηση : Ανώνυμος 75χρονος Λασιθιώτης. Πληροφορίες : Σαριδάκη Καλλιόπη του Ελευθ., σύζ. Καλαϊτζάκη Στ, βλ. σημ. 18.

218 φλασκί (το) < φλασκίον < λατιν. flasca, αγγείο, δοχείο για ξύδι, κρασί ή και για νερό που παραδοσιακά κατασκευάζεται από καρπό αποξηραμένης κολοκύθας, από ξύλο, ή από δέρμα μικρού κατσικιού και σωληνωτό ξύλινο στόμιο. φλάσκα (η) < φλάσκη, -ης (η), «αγγείον, δοχείον οίνου ή και ύδατος κατασκευαζόμενον συνήθως εκ του φυτού φλασκία (κολοκύνθη η λαγυνοφόρος) αποξηραινομνένου, ή εκ ξύλου, άλλως φλασκί, τσότρα, τσίτσα» .

219 Πληροφορίες : * Σαριδάκη Καλλιόπη του Ελευθ., σύζ. Καλαϊτζάκη Στυλ., βλ. σημ. 18. * Τσαπάκη Κατίνα του Κων., σύζ. Καλαϊτζάκη Ευαγγ.,βλ. σημ. 135. * Αμαριωτάκη Ελένη, συζ. Τρίμη Ιακ., ετών 61, βλ. σημ. 134.

Συνεχίζεται