δ) Σαν τά ‘δα ‘γω τα πόδια σου.
Στο χωριό Μαγαρικάρι Ηρακλείου, το έτος 1948, έγινε ένας απρογραμμάτιστος μαντιναδοκαβγάς, με πρωταγωνιστές ένα ντεληκανή - σκέτο πειραχτήρι - και μια μικρή κοπελίτσα. Αφορμή -σύμφωνα με την αφηγήτριά μου - ήταν ένα ολονύκτιο γλέντι, που έγινε τότε στο χωριό της, για να γιορτάσουν τη γέννηση ενός πρωτότοκου αγοριού.
Η αφηγήτριά μου ήταν πολύ καλή χορεύτρια, όπως μου τόνισε χαρακτηριστικά. Στο γλέντι όμως αυτό δεν μπορούσε να χορέψει, γιατί πονούσε το πόδι της, επειδή την είχε δαγκώσει ένα σκυλί. Όμως, δεν άντεχε να βλέπει τους άλλους να χορεύουν και τον εαυτό της να κάθεται. Κι αποφάσισε να διατάξει και να χορέψει -τουλάχιστο- ένα σιγανό χορό.
Μόλις άρχισε το χορό η κοπέλα, σηκώθηκε κι ο νεαρός-πειραχτήρι κι άρχισε να χορεύει μαζί της. Δεν περιορίστηκε όμως μόνο στο χορό. Θέλησε να παραστήσει τον έξυπνο στην κοπελίτσα, λέγοντάς της μια πειραχτική μαντινάδα. Η κοπέλα αντέδρασε, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί ο παρακάτω μαντιναδοκαβγάς. Απολαύστε τον:
Νεαρός : Σαν τα ‘δα γω τα πόδια σου
με τα πανιά δεμένα,
ντελόγο το κατάλαβα.
δεν είσαι ‘σύ για μένα.
Κοπελιά : Άμε να πεις τση μάννας σου
να σε καλαλατσίσει.
Και στω Χανιώ την αγορά
να πα να σε πουλήσει.
Νεαρός : Σα να το πολυψήλωσες,
αν και ψηλή δεν είσαι.
Στη γειτονιά μου κάθεσαι
και ξέρω τίνος είσαι.
Κοπελιά : Σάπιο ταβάνι δε πατώ,
γιατί ‘ χω μεγαλεία.
Σε ξέκοβο υποκείμενο,
δεν δίνω σημασία.
Νεαρός : Ασπάλαθε κι αγκούτσακα
κι αργουλιδένια βέργα,
εφτά φορές να γεννηθείς
δεν είσαι ‘σύ για μένα.
Κοπελιά : Εγκάνισεν ο γάϊδαρος
από το πέρ’ αχύρι,
γιατί δεν του ‘βαλαν ταγή
του πεντακακομοίρη. 83
Συνεχίζομε, με ένα πρωτότυπο και λίγο ως πολύ άγνωστο χορό. Είναι ο λεγόμενος:
4. Αγκαλιαστός χορός
Σε πολλούς στρούμπους, σε δημόσια γλέντια, σε γάμους κ.λπ. παιζόταν-χορευόταν παλιά και ο αγκαλιαστός, σιγανός, χορός. Αποτελείται από τρία βήματα, δυο μπροστά και ένα πίσω. Στο χορό αυτό συμμετέχουν όσοι θέλουν. Είναι όμως υποχρεωμένοι ν’ ακούσουν μια μαντινάδα από τον αρχηγό του χορού, που να έχει σχέση με το άτομό τους. Στη συνέχεια, όσοι μπουν στο χορό, πρέπει να απαντήσουν με δικιά τους μαντινάδα, που να ταιριάζει στον πρωτοχορευτή.
Ο άνδρας (αρχηγός), πρωτοχορευτής ή όχι, που λέγεται και πλουμιστής ή η γυναίκα αρχηγός, που λέγεται και πλουμίστρα, ανοίγει το χορό λέγοντας τη μια ή και τις τρεις μαντινάδες που θα δούμε πιο κάτω. Πρέπει ακόμη να πει τόσες μαντινάδες, όσοι και οι χορευτές. Και να προσέξει ώστε η κάθε μαντινάδα να ταιριάζει στον συγκεκριμένο χορευτή ή χορεύτρια.
Ο καλός πλουμιστής ή η καλή πλουμίστρα, απευθύνει μαντινάδες και στους λυράρηδες. Κι αυτοί πάλι - σύμφωνα με το τυπικό του συγκεκριμένου χορού - πρέπει να απαντήσουν με μαντινάδα, που να ταιριάζει στον πρωτοχορευτή ή την πρωτοχορεύτρια.
Οι χορεύτριες και οι χορευτές του αγκαλιαστού χορεύουν, πιασμένοι χέρι - χέρι, με τα χέρια όμως σταυρωμένα μπροστά στην κοιλιά τους. Εκεί που χορεύουν, ο αρχηγός τραγουδάει συνήθως - και πολύ σπάνια απαγγέλει - την πρώτη μαντινάδα, που απευθύνεται σ’ αυτόν που χορεύει δίπλα στον ίδιο,. στον δευτεροχορευτή δηλαδή. Μόλις τελειώσει η μαντινάδα, ο δευτεροχορευτής δένεται. Δηλαδή, φέρνει πάνω στο κεφάλι του, χωρίς να σταματήσει να χορεύει και να αφήσει τον διπλανό του, το αριστερό του χέρι και το τοποθετεί στο δεξιό του ώμο. Και συνεχίζει να χορεύει δεμένος, όπως χαρακτηριστικά λέγεται. Όταν μετά ο δεμένος πει την μαντινάδα του στον Πλουμιστή, ξεδένεται χορεύοντας. Διαφορετικά, με εντολή του αρχηγού, χορεύει δεμένος στο τέλος του χορού (κουντούρα), μέχρι να σκεφτεί και να πει τη μαντινάδα του. Και ο χορός συνεχίζεται, με τον ίδιο τρόπο, μέχρι να ειπωθούν μαντινάδες για όλους τους χορευτές. Και οι συμμετέχοντες να πουν τις δικές τους μαντινάδες - απαντήσεις - στην πλουμίστρα ή τον πλουμιστή,αρχηγό. Όσοι χορεύουν αγκαλιαστό χορό, επαναλαμβάνουν τραγουδιστά όλες τις μαντινάδες.
Σύμφωνα με πληροφορίες αιωνόβιου συνομιλητή μου (του 98χρονου Ε. Καρκανάκη, βλ. σημ. 7), ο αγκαλιαστός χορός - τα παλιότερα χρόνια - χορευόταν : «μόνο από ζευγάρια (άνδρας-γυναίκα) και κυκλικά». Αυτή η εκδοχή επιβεβαιώνεται και από μια αρχαία ανάγλυφη πλάκα που βρέθηκε στο Παλιόκαστρο και φυλάσσεται στο μουσείο Σητείας Κρήτης. Εκεί βλέπομε να χορεύουν, κατά τον ίδιο - περίπου - τρόπο, οι αρχαίοι χορευτές. Ο σεβάσμιος γέροντας συνομιλητής μου, μου τόνισε ακόμη πως: Η πρώτη γυναίκα ή ο πρώτος άνδρας (αρχηγός) του χορού -που δεν παρεξηγιόταν ποτέ, ό,τι κι αν έλεγε- ανελάμβανε το ρόλο της πλουμίστρας ή του πλουμιστή. Αυτός ή αυτή κανόνιζε «και τσ’ άλλους παλιούς χορούς του στρούμπου, α-πού θυμούμαι -παιδί μου- τον τεράχορο, το μικιό-μικιό, την ανάπαλη, το συρτό, την εκατερίδα, τον τρανό χορό»84
Πιο κάτω ακολουθεί ένας αγκαλιαστός χορός, με πλουμίστρα μια μικροκαμωμένη, μα όμορφη και πανέξυπνη κοπελίτσα δέκα έξι χρόνων.Στον χορό αυτό, που έγινε το έτος 1935 στην Κασταμονίτσα Καστελλίου Πεδιάδος Ηρακλείου Κρήτης, η αρχηγός άρχισε να τραγουγά τις επόμενες τρεις εισαγωγικές μαντινάδες του αγκαλιαστού χορού :
Αγκαλιαστός χορός κινά
κι έλα ν’ αγκαλιαστούμε.
Γιά μέσα να περάσουμε,
γιά πίσω να σταθούμε.
Αγκαλιαστός χορός κινά
και πως πονεί η καρδιά μου.
Και ποιός θα την
αγκαλιαστεί
την κιτρολεμονιά μου ;
Αγκαλιαστός χορός κινά
και πως πονώ στη χέρα.
Και ποιός θα την αγκαλιαστεί, την άσπρη περιστέρα ;
Αμέσως μετά, ενώ η μικρή πλουμίστρα πήγε στο τέλος (κουντούρα) του χορού, είπε την πρώτη μαντινάδα στον πρωτοχορευτή που την ώρα εκείνη είχε βάλει μπαξίσι και είχε μπει επιδεικτικά στην ομπρός μερά του χορού. Ήταν ένας μεσόκοπος Αμαθιανός (παέι να πει, καταγόταν από το χωριό Μαθιά Καστελλίου Πεδιάδος) που φορούσε ένα παπούτσι και μια κλαρόνα(=παλιότερο παπούτσι, κομμένο στη φτέρνα και στα δάκτυλα), ίσως γιατί τον πονούσε το πόδι του. Η πλουμίστρα τον πρόσεξε καλά και του είπε την εξής μαντινάδα :
Μα στην ομπρός μερά
κρατεί
μια γρά και καμπουρίζει,
χαρώ τη τη κλαρόνα τζης
πως τη... στρουφογυρίζει.
Όμως, η συνομιλήτριά μου δεν θυμάται την απάντηση-μαντινάδα που της είπε ο εν λόγω Αμαθιανός.
Στη συνέχεια η κοπελίτσα-αρχηγός, είπε την δεύτερη μαντινάδα στον δευτεροχορευτή του χορού,, που ήταν γέρος και φορούσε παλιά και μπαλωμένα χιαλουβάρια. Ιδιαίτερα, το γιλέκο του ήταν χιλιομπαλωμένο. Σύμφωνα με το έθιμο, συνεχίζει η πλουμίστρα, ως γέροντας, δεν έπρεπε να λάβει μέρος στον αγκαλιαστό χορό. Άλλωστε όλοι οι άλλοι, χορευτές και χορεύτριες, ήσαν κοπελιές και νεαροί. Γιαυτό η αρχηγός του χορού του είπε την εξής μαντινάδα :
Μα ίντα θέλεις να σου πω
Ατζή Χατζή Τζατζάρη,
απούναι το γιλέκο σου
σκέτο μαργαριτάρι.
Όταν ήλθε η σειρά του γέροντα, χωρίς να θιχτεί, απάντησε στην κοπελίτσα-πλουμίστρα, με την ακόλουθη μαντινάδα :
Είσαι κοντή, κοντούτσικη,
σα λεμονιά στη γάστρα.
Μόνο τα νέφη λείπεσαι,
νά σ’ ουρανός με τ’ άστρα.
Ενώ όλοι γελούσαν με την καρδιά τους, η πρωτοχορεύτρια σκεφτόταν ποιά μαντινάδα θα ταιριάξει στον επόμενο χορευτή, που ήταν ένας 30χρονος νταλικανής. Ο νέος αυτός, φορούσε άσπρο πουκάμισο, κόκκινη ζώνη, γκιλότα, στιβάνια κι ένα κιτρινόγυρο φτηνό μαντήλι στο κεφάλι του. Τα μαντήλια αυτά - μου εξηγεί η αφηγήτριά μου - τα φορούσαν τότε, μόνο οι γέροι και οι φτωχοί. Και πουλιόντουσαν δέκα οκτώ δραχμές.
Η πλουμίστρα τα πρόσεξε όλα αυτά και του είπε την εξής μαντινάδα :
Κόκκινη ζώνη ζώνεσαι,
μα ‘ναι λίγο στενή σου.
Μαντήλι δεκαοχτώ δραχμώ
φορείς στην κεφαλή σου.
Η πρωτοχορεύτρια - αφηγήτριά μου όμως δεν μπόρεσε να θυμηθεί με ποιά μαντινάδα της απάντησε ο χορευτής αυτός, όταν χόρευε δεμένος.
Στην συνέχεια, η πλουμίστρα είπε κι άλλες μαντινάδες στους υπόλοιπους χορευτές. Και αυτοί της απάντησαν με τις δικές τους μαντινάδες, που πάλι δεν θυμάται. Δεν έχει ξεχάσει όμως την μαντινάδα, που είπε στον λαουτιέρη του χορού εκείνου, που ήταν η επόμενη :
Σαν πύργος φαίνεσαι
στη γη,
σαν αϊτός στη σέλα.
Και σα σγουρός βασιλικός
κάθεσαι στη καθέγλα.
Κι ο λαουτιέρης-πασαδόρος της απάντησε σε διανοουμενίστικη γλώσσα - καθαρεύουσα της εποχής εκείνης :
Όταν εσύ περιπατείς
το έδαφος στολίζεις,
τους βλέποντας χαροποιείς
την φύσιν ευπρεπίζεις.85
Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι: Στο χωριό Κασταμονίτσα, όταν ο αγκαλιαστός χορός γινόταν σε σπίτι και υπήρχε στενότητα χώρου, τότε ; Τότε, ορισμένες κοπελιές, νεαροί ή και παιδιά-πειραχτήρια, έρραβαν με σακοράφα και κλωστή το φουστάνι της κοπελιάς με το παντελόνι του νεαρού ή τη μπλούζα της κοπέλλας με το πουκάμισο του συνοδού της.
Και μετά τον αγκαλιαστό χορό, ας περάσομε στα :
Δ. ΛΑΪΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ - ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ.
(1. Το Σεούλ Τζανάκι. 2. Δυο αδέλφια είχαν αδελφή. 3. Κυνηγός που κυνηγούσε. 4. Μια κόρη ανθούς εμάζωνε. 5.Τση Σούσας το τραγούδι. 6.Μάνα με τσι εννιά σου γιούς. 7. Μια βοσκοπούλα στο βουνό. 8. Η ρωμιοπούλα.)
Εκτός από τους χορούς και τους μαντιναδοκαβγάδες, τα παλιά χρόνια, συνηθίζονταν στους στρούμπους αλλά και σε άλλες οικογενειακές ή φιλικές συγκεντρώσεις, τα έμμετρα παραμύθια. Αυτά, όπως μου αποκάλυψαν οι αφηγήτριες και αφηγητές μου, ήταν πολύ δημοφιλή και μεταδίδονταν προφορικά από στόμα σε στόμα. Και σηνήθως τα έλεγαν οι κάπως μεγαλύτερες γυναίκες και λιγότερο οι ηλικιωμένοι άνδρες.
Η απαγγελία γινόταν χωρίς μουσικά όργανα. Όμως, σε εξαιρετικές περιπτώσεις υπήρχε συνοδεία μαντούρας, ασκομαντούρας, κρητικής λύρας, λαγούτου ή και των δύο μαζί.
Τα ποιήματα - παραμύθια μιλούσαν για τα βάσανα, τη ξενητιά, το θάνατο, τη ζωή, τον έρωτα, το γάμο, την αγάπη, κ.λπ.
Ακολουθούν οκτώ έμμετρα παραμύθια που έχουν απαγγελθεί πολλές φορές σε φιλικές συγκεντρώσεις, γλέντια, στρούμπους, αποσπερίδες, σε περιπάτους, στην εξοχή κ.λπ.
1. Το Σεούλ Τζανάκι
Κάθε πρωί με τη δροσ(ι)ά
π’ανοίγει το πορτάκι,
αφρουκαστήτε να σας πω
για το Σεούλ Τζανάκι.
Με ίντα νου και λογισμό
εγάπαν το Λενάκι.
Με φορεσές με αλλαξές
περνά ‘πό το σοκάκι
και το βιολί στη χέραν του
τρελλαίνει το Λενάκι.
Μια μέρα συλλογίστηκε
χαιρετισμό να πέψει,
μια ταμπακέρα ολόχρυση
κι αποκομμό (ξεκόλλημα) δεν έχει.
Στη ταμπακέρα τη χρυσή
βάνει το δαχτυλίδι
και με χαρά το δούλον του
κράζει και του το δίνει.
Να δούλε και αν-ε γενεί (αν γίνει)
μπαξίσι δα σου δώσω.
Χαίρε και χαιρετίσματα
να πεις εις το Λενάκι.
Χαίρε και χαιρετίσματα
απ’ το Σεούλ Τζανάκι,
χάρη φιλίας σούστειλε
χρυσό δαχτυλιδάκι.
Το λόγο μό(λι)ς τον άκουσε
το πρόσωπο τζη ‘δρώνει
και τον καλό το δουλευτή
ξυλιές τονε φορτώνει.
Με τόση παραπόνεση
στ’ αφεντικού γυρίζει.
Καλώς τονε το δούλο μου
μα ήργησες λιγάκι.
Ήργησ’ αλήθεια ‘φεντικό
μα ‘ρχομαι με φαρμάκι. . .
Δεν το πιστεύγω, μα το Θιό,
να πάρεις το Λενάκι. . . .
Πή(γαι)νε ν’ αλλάξεις φορεσιά,
ν’ αλλάξ’ η φορεσά σου,
να βάλεις γυναικίστικα
να πας να δεις τη… θειά σου.
Ο λόγος δεν τον ήφταξε,
λόγος δεν τονε φτάνει
και μπαίνει και στολίζεται
και βάνει το φιστάνι,
χρυσούς φελλούς στα πόδια ν-του,
σαν ανεράϊδα πάει.
Και πή(γ)ε και κουρκούνανε
την αργυρή τζη πόρτα.
Άνοιξε ‘δα ξαδέρφη μου,
δεν είναι σαν και πρώτα. . .
Κοντά - κοντά δα νά ‘ρθω ‘γω
να σε καλορωτήξω,
‘πό που ‘ναι η εδικότη μας
κι απόϊ δα σ’ ανοίξω.
Η μάννα σούχεν’ αδερφή,
στα ξένα ξορισμένη
κι είναι και χρόνοι δεκαχτώ
απούναι ποθαμένη.
Η... «κόρη» γοργονύσταξε
τα κόκκαλα ριγούσα,
γι’ από το δρόμο το πολύ
τη τρίψαν τα παπούτσα.
Πάρε την Ελενάκι μου
κι έμπα στη κάμερά σου,
ρακί την καλεστάρισε
την εδικολογιά σου.
Σαν αδερφή δα θέσετε,
βάλ’ την από κοντά σου.
Ως σήκωσε-ν- το πάπλωμα
κι είδε τη στόριά ν-του,
ε-τότε-ς εχαρήκανε
τα φύλλα τση καρδιάς του.
Να σε ρωτήσω δα Λενιώ
και μοσχαναθρεμένη,
τίνος αγγέλου ζωγραφιά
έχεις ζωγραφισμένη;
Σεούλ Τζανάκι αγαπώ,
Σεούλ Τζανάκι θέλω
κι αν δε μου τον-ε πάρουνε
να τον-ε κλέψω θέλω.
Δεν τόλπιζα να σκεπαστώ
‘πόψε τη στόριά μου
και το πουλάκι π’ αγαπώ
νάχω στην αγκαλιά μου.
Τη νύχτα τα μεσάνυχτα,
στου ύπνου το κανάκι,
ετζίμπα ν-τη κι εφίλιε ν-τη
και φώνιαζε. . . Λενάκι!
Η κόρη απ’ την εντροπή
έπεσε λιγωμένη. . .
Εννιά λογιώ ροδόσταμα
εβάστα ‘πό την Πόλη,
εκείνα βοηθήξανε
κι εξελιγώθ’ η κόρη.
Τη ταχυνή σηκώνεται
βάνει τη φορεσά ν-του
και σαν... «καλή νοικοκερά»
χαιρέτηξε τη θειά ν-του.
Να σε ρωτήξω κερα θειά,
πούρι δεν είσαι ξένη,
η γι’ αξαδέρφη το Λενιώ
τσι πόσους χρόνους μπαίνει;
Τσι δεκοχτώ επήντησε
τη σημερνήν ημέρα.
Καλή ‘ναι η θυγατέρα μου,
τση Άνοιξης κοπέλα.
Καλή ‘ναι η θυγατέρα μου,
που νάχει την ευκή μου
και να γενεί νοικοκερά
ως θέλει η γιόρεξή μου.
Και πως η αξαδέρφη μου
δεν είναι παντρεμένη,
σα νάναι παραριξιμιά
και παραπονεμένη.
Επέψανέ τζης προξενιά
απ’ το Σεούλ Τζανάκι,
μα δεν εθελημάτισα,
γιατί ‘ταν κοπελάκι.
Θαυμάζομαί σε κερά θειά
τόπο που τονε διώχνεις,
σε σπίτι και σ’ αρχοντικό
πούθελε να τη δώσεις.
Απού κρατούν στον τόπο μας
οι μέλισσες χιλιάδες
και τα περβόλια με τσ’ α(ν)θούς
και με τσι πρασινάδες.
Πράσινα στρώσανε τη γη
και παίξαν τσι καμπάνες
οντέ την-ε βλοήσανε
δώδεκα δεσποτάδες.86
2. Δυο αδέλφια είχαν αδελφή.
Δυο αδέλφια είχαν αδελφή
στο κόσμο ξακουσμένη.
Τη ζήλεψεν η γειτονιά,
τη ζήλεψε κι η χώρα.
Τη ζήλεψε κι ο χάροντας
κι ήθελε να την πάρει.
Στο σπίτι τρέχει και βροντά,
σα να ‘ταν νοικοκύρης.
Άνοιξε κόρη για να μπώ
‘τοιμάσου να σε πάρω.
Κι εγώ ‘μαι ο γιός τση μαύρης γης,
τσ’ αραχνιασμένης πλάκας.
Άσε με χάροντ’, άσε με. . .
σήμερα μη με πάρεις!
Ταχύ Σαββάτο να λουστώ,
τη Κυριακή ν’ αλλάξω.
Και τη Δευτέρα το ταχύ
έρχομ’ αμοναχή μου.
Απ’ τα μαλλιά την άρπαξε
κι η κόρη κλαίει και σκούζει.
Τ’ αδέλφια της επρόφταξαν
ψηλ’ απ’ τα κορφοβούνια.
Το χάροντα κυνήγησαν
και γλύτωσαν τη κόρη87
Υποσημειώσεις 6ου μέρους
83 Αφήγηση : Αρχοντάκη Αικατερίνη, συζ. Γ. Παπαδομανωλάκη, ετών 62 (1990) από Μαγαρικάρι Ηρακλείου Κρήτης.
84 Πληροφορίες : Καρκανάκης Μανόλης του Κων., βλ. σημ. 7. * τετράχορος (ο), «χορός χορευόμενος υπό τεσσάρων (ή ενίοτε και πλειόνων) ζευγών, τασσομένων κατά μέτωπον αλλήλων, δημ. καδρίλια (η) < ιταλ. guadrilia < guadro = τέσσερα, παλιός ευρωπαϊκός χορός που χορεύεται αντικρυστά σε σχήμα τετραγώνου από τέσσερα ζευγάρια και απαρτίζεται από πέντε διαδοχικές κινήσεις ή κομμάτια». * μικιός-μικιός (ο), με τη χαρακτηριστική του μαντινάδα : Άλλο χορό δε ρεύγομαι (χαίρομαι),/ σαν το μικιό-μικιό μου,/ απού τον-ε χορεύγουνε / κι εμένα στο χωργιό μου. * ανάπαλη (η) «αρχαιότατος ελληνικός χορός καθ’ όν εγίνετο απομίμησις γυμναστικών ασκήσεων παίδων : Αθήν. 14, 631 Β «έοικε δε η γυμνοπαιδική τη καλουμένη αναπάλη παρά τοις παλαιοίς», νεώτ., κατά πληθ. αναπάλαι χειρών = είδος γυμναστικής ασκήσεως.» * συρτός χορός (ο) δημοτικός κυκλικός χορός που μοιάζει με τον καλαματιανό. Αποτελείται από 12 βήματα, 9 μπροστά και 3 πίσω.» * εκατερίς, -ίδος (η) «είδος πηδηκτού χορού, καθ’ όν ο αρχούμενος έπληττε τα ισχύα αυτού εναλλάξ δια των πτερνών ή των χειρών», πρβλ. εκατερώ Πολυδ. 4, 102 «εκατερίδες δε και θερμαστρίδες έντονα πηδήματα». * τρανός χορός (ο)..., που τον ανοίγει ο γεροντότερος του χωριού και κλείνει με τους νεώτερους.» * Ο πρωτοχορευτής στους αρχαίους Έλληνες λεγόταν : πρωτόχορος ή χοροστάτης (ο) « ο τον χορόν ιστάς, οχοροστατών, ο εξάρχων ή κατάρχων του χορού : Ιμέρ. 9, 3, Ιουλ. 421Α και η πρωτοχορεύτρια : χοροστάτης (η) το θηλ. του χοροστάτης : Αλκμ. Παρθ. 84
85 Αφήγηση : Ανδριανάκη Δέσποινα συζ. Ε. Φραγκιαδάκη, βλ. σημ. 80. Ο γέροντας «Ατζή Χατζή Τζατζάρης» ήταν ο Πετροδασκαλάκης Αντώνιος του Νικολ., βλ. κεφ. Οι 20 Κασταμονιτσανοί αιχμάλωτοι.
86 Αφήγηση : Γερακιανάκη Κυριακή του Μιχ., συζ. Γ. Ανδριανάκη, ετών 82 (1981), από Κασταμονίτσα...., που έλεγε την εξής ανεγυριστική ιστορία : Ένας γαμπρός έστειλε προξενητή, να πάει στο σπίτι μιάς κοπελιάς και να της πεί πως τη θέλει για γυναίκα του. Πήγε αυτός και της είπε : - Ο τάδε ντεληκανής σε θέλει. Πέ μου, μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι, αν τον θές κι εσύ. Η κοπελιά , απάντησε : όχι. Γύρισε ο προξενητής και συνάντησε το ντεληκανή σε μια παρέα. Κι αυτός, που βιαζότανε να μάθει, ρώτησε : - Είπες, τά ‘πα, ‘κειά που σού ‘πα ; - Είπα τά ‘πες, κειά που μού ‘πες. – Κι είντα στα ‘πα σού ‘πανε ; - Άσπρες ρασές, μαύρες ρασές, το πάπλωμα δεν είν’ για ‘σε ! Οι άλλοι δεν κατάλαβαν τίποτα. Όμως, ο ντεληκανής πληροφορήθηκε πως η κοπέλα δέν… τον ήθελε ! Έλεγε επίσης : Όποιος τα πίσω σωντηρά (βλέπει),/ πριχού κοντά σιμώσει,/ εκείνος δεν μπορεί ποτέ/ να στερνομετανοιώσει. * Υπαγόρευση : Φαζάκη Φωτεινή, βλ. σημ. 19 και * Ανδριανάκη Άννα του Γεωργ., σύζ. Σ. Καλαϊτζάκη, βλ. σημ.78.
87 Αφήγηση : * Γερακιανάκη Μαλαματένια, σύζ. Γ. Κοντάκη, ετών 83 (1978), από Κασταμονίτσα... * Καλαϊτζάκη Μαρία του Ιωάν., συζ. Κων. Γερακιανάκη, ετών 83 (1993), από Κασταμονίτσα.........
Συνεχίζεται

