Ε’ ΠΑΙΓΝΙΔΙΑ

Ι. ΕΥΡΕΤΙΚΑ95

[ α) Τα ζάλα. β) Χαλίκι, θράψαλο, όστρακο. γ) Η μάϊνα, οι αμάδες. δ) Μοσχοκάρυδο. ε) Ο κόμπος και το νόμισμα, μονά ή ζυγά. στ) Η γούβα, η γούρνα, ο κουβάς, τα ξυλαράκια, τα σπίρτα. ζ) Σκοροδομάχοι, κρεμμυδομάχοι, πατατομάχοι.]

Κάθε στρούμπος, όπως ήταν φυσικό τους χρόνους εκείνους, συγκέντρωνε όλα τα μικρά, μεγαλύτερα και μεγάλα παιδιά του χωριού ή της περιοχής που λάβαινε χώρα το έθιμο.

Στη διάρκεια της τελετής του στρούμπου, τα παιδιά εύρισκαν την ευκαιρία να παίξουν, τις περισσότερες φορές μόνα τους και άλλες (σπάνιες) μαζί με μεγάλους, τα ομαδικά παιγνίδια τους.

Πριν αρχίσει κάποιο ατομικό ή ομαδικό παιγνίδι, τα παιδιά καθόριζαν με προκαταρκτικούς-ευρετικούς τρόπους και μεθόδους : Ποια παίκτρια, ομάδα ή συμπαίκτης, που ο αρχαίοι Έλληνες τον έλεγαν ομέψιο (βλ. γλωσσάριο), αρχίζει πρώτος το παιγνίδι που αποφάσιζαν να παίξουν.

Τα ευρετικά-προκαταρτικά αυτά, σύντομα παιγνίδια, ήσαν πολλά και διάφορα. Μπόρεσα να συγκεντρώσω ορισμένα, που είναι :

α) Τα ζάλα96

Δυό κορίτσια, ισάριθμα αγόρια ή κορίτσι και αγόρι, ξυπόλυτα ή με παπούτσια, στέκονται σε στάση προσοχής το ένα απέναντι στο άλλο σε απόσταση 1,5 έως 2 ή και περισσότερα μέτρα. Το ένα απ’ αυτά φέρνει πρώτο το ένα του πόδι-πέλμα μπροστά από το άλλο, ώστε η φτέρνα του πέλματος να αγγίζει τα δάχτυλα του άλλου ποδιού, προς την κατεύθυνση του απέναντι παιδιού και λέει τον αριθμό ένα (1). Το απέναντι παιδί, επαναλαμβάνει ό,τι και το πρώτο, λέγοντας κι αυτό τον αριθμό ένα, σύγχρονα με την κίνηση του δικού του ποδιού. Το πρώτο παιδί συνεχίζει με δεύτερο βηματισμό, λέγοντας τον αριθμό δύο (2). Το ίδιο επαναλαμβάνει και το άλλο παιδί. Οι βηματισμοί (ζάλα) συνεχίζονται μέχρι να συναντηθούν τα πέλματά τους. Αυτή ή αυτός, που πατάει με τη φτέρνα στο έδαφος και με το υπόλοιπο πέλμα πάνω στο πόδι του συμπαίκτη του, θεωρείται νικητής, αρχηγός, βασιλιάς κλπ. και αρχίζει πρώτος το παιγνίδι. Αν τα ζάλα δεν αναδείξουν νικητή, οι βηματισμοί επαναλαμβάνονται από διαφορετική απόσταση.

β) Χαλίκι,97 θράψαλο,98 όστρακο99

Ένα κορίτσι ή ένα αγόρι κρατά στην τσέπη του ή βρίσκει ένα μικρό πλακοειδές χαλίκι, θράψαλο ή όστρακο. Φτύνει στη μια του πλευρά και ρωτά την ή τον απέναντί του : Χειμώνα ή Καλοκαίρι ; Σάλιο ή πέτρα ; Νερό ή χρώμα. Και όταν το θράψαλο έχει πίσσα στη μια του μεριά: Πίσσα ή Παράδεισος;

Αφού απαντήσει το άλλο παιδί, τότε το χαλίκι πετιέται ψηλά σε περιστροφική κίνηση. Κερδίζει ο παίκτης που πρόβλεψε την πλευρά του όστρακου που βλέπουμε όταν εκείνο βρίσκεται προσγειωμένο στο έδαφος ή στο χέρι του παίκτη. Και η παίκτρια ή ο παίκτης αυτός κερδίζει, γίνεται αρχηγός για (όπως έλεγαν) τη βασιλίνδα ή παίζει πρώτος στο συγκεκριμένο παιγνίδι100.

γ) Η μάϊνα101, οι αμάδες102.

Τα παιδιά, περισσότερο τα αγόρια και λιγότερο τα κορίτσια, που ήθελαν να συμμετάσχουν (να παίξουν) στο παιγνίδι π.χ. αμάδες ή και σε άλλα παιγνίδια, χάραζαν μια ευθεία, γραμμή παιγνιδιού την έλεγαν103, στο έδαφος. Στη συνέχεια τοποθετούσαν μια μάϊνα στο χώρο του παγνιδιού και σε απόσταση 4-10 μέτρα από τη γραμμή. Κάθε παιδί είχε στην κατοχή του ή προσπαθούσε να βρει την ώρα εκείνη από τους αγρούς, μιαν αμάδα, ένα απαλέτι που ταίριαζε στο χέρι του και χάραζε πάνω του ένα προσωπικό σημάδι, τα αρχικά του ή το μικρό του όνομα. Μετά, ένα-ένα τα παιδιά πετούσαν, με το ένα ή και τα δυό τους χέρια, την αμάδα τους προς το μέρος της μάϊνας. Πρώτο, έβγαινε το παιδί που κατάφερνε να φέρει το απαλέτι του όσο γινόταν πιο κοντά στη μάϊνα. Δεύτερο, το αμέσως επόμενο κ.ο.κ.

Σε άλλες περιπτώσεις, τα παιδιά χρησιμοποιούσαν -με τον ίδιο τρόπο και για τους ίδιους λόγους- μόνο τη γραμμή παιγνιδιού.

δ) Μοσχοκάρυδο104

Το, άγνωστης προέλευσης, έμμετρο που ακολουθεί χρησιμοποιούσαν στο πρώτο μισό του αιώνα που αποχαιρετήσαμε πρόσφατα, τα κοριτσάκια προκειμένου να :

• Αποκλείσουν από το παιγνίδι κάποια συμπαίκτριά τους.

• Ορίσουν ποιο κοριτσάκι θα παίξει δεύτερο ρόλο.

• Φανερωθεί το κοριτσάκι ή τα κοριτσάκια που θα τιμωρηθούν.

• Αναδείξουν το κοριτσάκι - αρχηγό.

Τα κοριτσάκια, αν ήσαν 2, έστεκε το ένα απέναντι στο άλλο. Αν ήσαν 3, σχημάτιζαν τρίγωνο. Κι αν ήσαν 4 -10 ή και περισσότερα σχημάτιζαν κύκλο. Τότε, ένα κορίτσι, δείχνοντας ή αγγίζοντας τον εαυτό του, άρχιζε να απαγγέλλει τον πρώτο στίχο του έμμετρου. Κάθε στροφή αντιστοιχούσε και σε μια παίκτρια. Ο τελευταίος στίχος φανέρωνε το όποιο αποτέλεσμα. Το έμμετρο ήταν το εξής : Μοσχοκάρυδο / κανέλλα / ποιά ‘ναι / η πιο καλή / κοπέλλα. / Από τούτη / μέχρι ετούτη, / πιο καλή ‘ναι / π ά λ ι τ ο ύ τ η.

ε) Ο κόμπος, το νόμισμα105, μονά ή ζυγά106.

Άλλος προκαταρτικός τρόπος για να γίνει γνωστό το ποια ή ποιος θα κερδίσει, θα γίνει αρχηγός του παιγνιδιού, ποιός θα παίξει πρώτος κ.λπ. είναι ο κόμπος.

Κάποια ή κάποιος παίρνει ένα μαντήλι. Σε μια άκρη (γωνία του) δένει ένα κόμπο. Μετά, κρυφά από τους άλλους, βάζει το μαντήλι στη μια ή στις δυό του φούχτες, ενώ αφήνει να εξέχουν οι τέσσερις άκριες-γωνίες του μαντηλιού. Εννοείται ότι οι άλλοι παίκτες δεν μπορούν να διακρίνουν, ούτε να καταλάβουν ή να μαντέψουν σε ποια γωνία του μαντηλιού αντιστοιχεί, «κρύβεται», ο κόμπος. Έπειτα, γυρίζει προς τους συμπαίκτες του και τους προτρέπει να πιάσουν καθένας τους από μια γωνία του μαντηλιού. Όταν αποφασίσουν όλοι, εκείνος ανοίγει τη φούχτα ή τις φούχτες του. Οποιος κρατάει την άκρη του μαντηλιού που έχει τον κόμπο, χάνει ή κερδίζει, ανάλογα με το τι είχαν συμφωνήσει προηγουμένως.

Όσο για το νόμισμα, κάποια ή κάποιος έχει στην τσέπη του ένα οποιοδήποτε κέρμα της συγκεκριμένης εποχής ή και παλιότερο. Το βάζει στην παλάμη του, δείχνει και τις δυο πλευρές του στους συμπαίκτες του και τους ερωτά: «Κορώνα ή γράμματα ;», «Κεφάλι ή γράμματα;» Όταν απαντήσει ό άλλος ή οι άλλοι, εκείνος τοποθετεί το κέρμα μεταξύ του λυγισμένου δείκτη του και στο νύχι του αντίχειρα του χεριού του. Πετάει ψηλά το κέρμα στρίβοντάς το. Όταν το κέρμα προσγειωθεί στο χέρι του παίκτη ή στο έδαφος, η πλευρά του (αυτή που φαίνεται) αναδεικνύει τη νικήτρια ή το νικητή.

Το παιγνίδι πάλι (προκαταρκτικό ή όχι) μονά-ζυγά, παιζόταν όπως ακριβώς και στην αρχαία Ελλάδα. Με τον ίδιο τρόπο παίζεται μέχρι σήμερα από τους, μικρούς ή από τους μεγάλους, Έλληνες. Δηλαδή, μια παίκτρια ή ένας παίκτης κλείνει κρυφά στη μια ή και στις δυο φούχτες του μια ποσότητα ομοειδών μικρών αντικειμένων, όπως: κουκιά, ρεβύθια, φυστίκια, μπιζέλια, αστυρακοτσίκουδα, κουμπιά, κέρματα, μικρά χαλίκια (σκύρα) κ.λπ. ή τίποτα. Ερχεται μπροστά στην, στον ή στους «αντιπάλους» συμπαίκτες του, βάζει πίσω του το χέρι που κρατάει τα αντικείμενα ή γυρίζει πλάτη στους συμπαίκτες του και ρωτάει : «Μονά ή ζυγά;» «Μονά ή άρτια;» «Ζυγά ή άζυγα;». Μόλις πάρει απάντηση, ανοίγει το χέρι ή τα χέρια του και αδειάζει το περιεχόμενό τους πάνω σ’ ένα τραπέζι, στην ποδιά τους τα κορίτσια ή στο δάπεδο. Όλοι μαζί μετρούν τα αντικείμενα. Ανάλογα με το αν είναι μονά ή όχι ή τίποτε, κερδίζει107 εκείνη ή εκείνος ο παίκτης που πρόβλεψε σωστά.

στ). Η γούβα108, η γούρνα109, ο κουβάς110, τα ξυλαράκια111, τα σπίρτα112.

Όταν το παιδικό παιγνίδι παιζόταν στην εξοχή και τα παιδιά ήθελαν να εκλέξουν αρχηγό, άνοιγαν ένα μικρό λάκκο (γούβα) στο χώμα. Από μια συγκεριμένη απόσταση (γραμμή παιχνιδιού, βλ. σημ.103) κάθε παίκτης έριχνε πέντε (5) μικρές πέτρες-βώλους, βότσαλα θάλασσας ή μικρές σφαίρες από γυαλί, πορσελάνη, σίδερο κ.λπ. στη γούβα ή σε μια γούρνα. Κέρδιζε όποιος κατάφερνε να βάλει περισσότερα αντικείμενα μέσα στη γουβίτσα ή στη γούρνα.

Στην περίπτωση που τα παιδιά έπαιζαν σε ξύλινο ή τσιμεντένιο πάτωμα, τότε σχημάτιζαν χάμω ένα ή περισσότερους ομόκεντρους κύκλους με κιμωλία. Κάθε παίκτης έρριχνε ένα κέρμα, ένα βότσαλο, ένα βελανίδι ή ένα καρύδι στο κέντρο του κύκλου ή στο μικρότερο, από τους ομόκεντρους, κύκλο. Κέρδιζε όποιος πετύχαινε με το κέρμα του το κέντρο του κύκλου ή το μικρότερο, από τους ομόκεντρους, κύκλο.

Σε άλλες περιπτώσεις που τα παιδιά έπαιζαν στην αυλή του σπιτιού που γινόταν ο στρούμπος, για να εκλέξουν αρχηγό χρησιμοποιούσν πάλι βότσαλα, γυάλινες σφαίρες, κέρματα κ.λπ. Αντί όμως γούβας, γούρνας, κύκλου ή κύκλων επιστράτευαν ένα κουβά (κάδο) ή ένα μεγάλο τενεκέ, ένα ανοιχτό βαρέλι, ένα κοφίνι, ένα καλάθι ή ό,τι άλλο κατάλληλο δοχείο είχαν διαθέσιμο. Κέρδιζε όποιος έβαζε μέσα στο δοχείο τα περισσότερα αντικείμενα.

Άλλες φορές πάλι τα παιδιά χρησιμοποιούσαν μικρά ξυλάκια ή σπίρτα. Το προκαταρτικό αυτό παιχνίδι παιζόταν ως εξής : Ένας παίχτης είχε στην κατοχή του τέσσερα-πέντε ή και περισσότερα μικρά, ισόπαχα και ισομήκη ξυλαράκια μυρτιάς, σκίνου, ελιάς, αστύρακα ή σπίρτα κλπ. Ένα απ’ αυτά ήταν μακρύτερο ή και κοντύτερο και στα σπίρτα ένα δεν είχε κεφάλι. Ο αρχηγός του παιχνιδιού τοποθετούσε κρυφά τα ξυλάκια ή τα σπίρτα στη φούχτα του, με τρόπο που να φαίνονται όλα ίσια και στα σπίρτα όλα χωρίς κεφάλι. Εκείνος που διάλεγε το μακρύτερο ή το κοντύτερο ξυλάκι ή το σπίρτο που δεν είχε κεφάλι αναδεικνυόταν νικητής.

ζ). Σκοροδομάχοι 113 , κρεμμυδομάχοι, πατατομάχοι.

Δυο κύκλοι ή ισάριθμα τετράγωνα στο πάτωμα ή στην εξοχή, με διάμετρο ή πλευρά μια οργυιά114 και 5-8 ασκέλια, απόσταση ο ένας από τον άλλο. Από δέκα (10) ισομεγέθη σκόρδα, κρεμμύδια και πατάτες. Ένα δυο ή και περισσότερα ζευγάρια παικτών, του ίδιου ή και του αντίθετου φύλου και πολύ κέφι : Ήσαν και είναι τα απαραίτητα, για το εν λόγω πικάντικο αρχαιοελληνικό παιγνίδι που παιζόταν, στην Κρήτη, τουλάχιστο μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα.

Κάθε παίκτης ή παίκτρια, από το πρώτο ζευγάρι, παραλάμβανε από τον αρχηγό του παιγνιδιού, πέντε (5) σκόρδα, κρεμμύδια ή πατάτες, ανάλογα με το τι προτιμούσε και έμπαινε στον κύκλο ή στο τετράγωνό του.

Ο...πόλεμος άρχιζε με το σύνθημα του αρχηγού. Όποιος παίκτης χτυπούσε τον αντίπαλό του, έπαιρνε ένα βαθμό. Κάθε παίκτρια ή παίκτης μπορούσε να μετακινείται μέσα στον κύκλο του, όπως ήθελε, για να αποφεύγει τα κτυπήματα του συμπαίκτη του. Δεν είχε όμως δικαίωμα, κανείς από τους παίκτες, να βρεθεί την ώρα του παιγνιδιού έξω από τον κύκλο ή έστω να πατήσει τη γραμμή του κύκλου ή του τετραγώνου του. Γιατί, τότε, ο αρχηγός τον χρέωνε με ένα αρνητικό βαθμό. Όποιος ήταν αμφιδέξιος115, μπορούσε δηλαδή να σημαδέψει και να χτυπήσει τον αντίπαλό του με επιτυχία και με τα δυο του χέρια, αυτός υπερτερούσε και κέρδιζε τις περισσότερες φορές.

Το ή τα έπαθλα ήσαν πολλά και διάφορα, ανάλογα με τους θεατές και κυρίως με τους παίκτες ή τις παίκτριες που δέχονταν να λάβουν ενεργό μέρος στο εν λόγω παιγνίδι.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι, σε όχι λίγες περιπτώσεις, το παιγνίδι συνεχιζόταν μέχρι να αναδειχθεί ένας ή μία νικήτρια. Τότε, όλοι οι νικημένοι γινόντουσαν «δούλοι»! Δηλαδή, υπάκουαν δουλικά στο νέο αρχηγό, για όσο χρονικό διάστημα συνεχιζόταν το παιγνίδι ή ο στρούμπος! Αλλοτε πάλι, νικητές και νικημένοι ήσαν ισάριθμοι με τις ομάδες που λάβαιναν μέρος στο παιγνίδι. Οπόταν, οι νικημένοι σήκωναν στις πλάτες τους τούς νικητές κλπ. Σε άλλες περιπτώσεις, που οι «αντίπαλοι» ήσαν άνδρες-γυναίκες, το έπαθλο ήταν ένα φιλί, ένας -όσο κι αν φαίνεται απίστευτο- αρραβώνας ή και ένας γάμος!116.

Στο τέλος του παιγνιδιού, όλοι οι παίκτες, έψηναν στη χόβολη τα σκόρδα, τα κρεμμύδια και τις πατάτες τους. Έστρωναν πρόχειρο τραπέζι και μαζί με λιόλαδο, ελιές, κρίθινο παξιμάδι, τσικουδιά ή κρασί έπιναν, έτρωγαν, χόρευαν και γλεντούσαν μέχρι την αυγή.

Κι από τα προκαταρτικά παιγνίδια, να περάσομε στα κυρίως :

ΙΙ. ΠΑΙΔΙΚΑ

(1. Η κυρά Πινακωτή. 2. Το τόπι.3. Σκλαβιά. 4. Κάτω ‘πά. 5. Γουρούνα. 6. Κισκιντάκι. 7. Η ζώνη. 8. Τ’ απαλέθια. 9. Τα μαϊνέλια. 10. Ντελής. 11. Αυγοδρομία.)

1. Η κυρά Πινακωτή.

Μέχρι να αρχινήσει ο στρούμπος τα παιδιά, που συμμετέχουν στο έθιμο, δημιουργούν τις δικές τους παρέες. Και φυσικά παίζουν τα δικά τους παιδικά παιγνίδια. Ένα από τα παιγνίδια αυτά, ίσως η συνέχεια και η εξέλιξη της αρχαίας χελιχελώνης, της χύτρας ή της σχοινοφιλίνδας, βλ. σημ. 134, είναι η κυρά Πινακωτή117.

Σύμφωνα με όσα θυμάται η αφηγήτριά μου, το εν λόγω παιγνίδι παιζόταν στους στρούμπους, στα πανηγύρια, στα δημόσια γλέντια, στους γάμους, στα βαφτίσια, στα διαλείμματα των μαθημάτων, στις παρέες κλπ., μόνο από κοριτσάκια και πολύ σπάνια και από αγοράκια.

Το παιγνίδι χρειάζεται τουλάχιστον έξι κοριτσάκια. Τα πέντε κάθονται σε καθίσματα, σε κούτσουρα, σε πέτρες ή και χάμω, σχηματίζοντας κύκλο. Το έκτο, που μένει όρθιο, αρχίζει να τρέχει έξω από τον κύκλο. Σταματά σ’ ένα παιδάκι κι αρχίζει να το επιθεωρεί και να το προσέχει, για να διαπιστώσει : Αν κάθεται καλά, αν είναι σοβαρό, αν είναι φρόνιμο κλπ. Έπειτα βάζει τις παλάμες των χεριών του στο στόμα του, πλησιάζει το καθιστό κοριτσάκι και του λέει στο αυτί :

Έεεε, κυρά Πινακωτή ;

Το καθιστό κοριτσάκι, κάνοντας πως δεν ακούει, απαντά σε λίγο.

Πήγαιν’ από τ’ άλλο αυτίιι !

Το όρθιο κοριτσάκι τρέχει γρήγορα και κάνοντας τον κύκλο των άλλων παιδιών, πηγαίνει από το άλλο αυτί του καθιστού παιδιού και λέει :

Μα, έεε κυρά Πινακωτή ;

Το καθιστό κοριτσάκι, μετά από λίγο, απαντά :

Είν’ η μάννα μου κουφήηηηη !

Τότε, το όρθιο παιδάκι εγκαταλείπει το εν λόγω κοριτσάκι και πηγαίνει στο δεύτερο επαναλαμβάνοντας ό,τι έγινε πριν.

Τα ίδια επαναλαμβάνονται μέχρι και το προτελευταίο κοριτσάκι.

Στο τελευταίο καθιστό κοριτσάκι, τα πράγματα αλλάζουν. Γιατί μόλις αυτό απαντήσει, «Πήγαιν’ από τ’ άλλο αυτί», τα δυό κοριτσάκια αρχίζουν να τρέχουν -με αντίθετη κατεύθυνση- για να κάνουν τον κύκλο των παιδιών, ώστε ένα από τα δυό να προλάβει να καθίσει στη θέση που κάθονταν το καθιστό κοριτσάκι. Συνήθως προλαβαίνει το όρθιο κοριτσάκι και κάθεται στην άδεια θέση.

Όποιο παιδάκι μείνει όρθιο, συνεχίζει με τον ίδιο τρόπο το παιγνίδι μέχρι να κουραστούν τα παιδιά και να σταματήσουν.

Ακολουθεί ένα άλλο παιδικό παιγνίδι, που ονομάζεται :

2. Το τόπι

Βρίσκαμε μια παραλληλόγραμμη πέτρινη πλάκα, με πάχος 10-15 εκ., πλάτος 25-30 εκ. και ύψος 30-40 εκ. περίπου, τη στηρίζαμε σε κάποιο τοίχο ή στην άκρη του δρόμου, του γηπέδου κλπ. και τη λέγαμε μάϊνα (βλ. σημ. 101). Αν δεν έστεκε μόνη της όρθια, την υποστηρίζαμε με μικρά χαλίκια.

Το τόπι (η μπάλα), σε μέγεθος ανδρικής γροθιάς, ήταν πάνινο (κουρέλια πιεσμένα σφικτά και ραμμένα) ή από πιεσμένο στις χούφτες μας ανοιξιάτικο μαλλί αγελάδας.

Το παιγνίδι χρειάζεται από 2 και πάνω, μέχρι 10 ή και 15 παίκτες. Ο αρχηγός, δηλαδή ο πρώτος παίκτης ή παίκτρια, που βγαίνει με κάποιο από τα προκαταρκτικά παιγνίδια, παίρνει το τόπι και πηγαίνει στη μάϊνα. Οι υπόλοιποι παίκτες τοποθετούνται απέναντι από τον πρώτο παίκτη και τη μάϊνα, 10 -15 μέτρα μακρύτερα.

Ο πρώτος παίκτης, που κρατάει το τόπι με το δεξί του χέρι, αρχίζει το παιγνίδι πετώντας τη μπάλα ψηλά. Και πρίν εκείνη πέσει κάτω, τη χτυπά δυνατά με την παλάμη πάλι του δεξιού του χεριού, μακρυά και προς το μέρος που βρίσκονται οι υπόλοιποι παίκτες. Αν κάποιος απ’ αυτούς πιάσει τη μπάλα, πριν αυτή πέσει κάτω (την επιτυχία αυτή την λέγαμε ελιμά118), ο κερδισμένος πηγαίνει στη μάϊνα και αντικαθιστά τον πρώτο παίκτη, ενώ εκείνος παίρνει θέση στην ομάδα των υπόλοιπων παικτών. Στην περίπτωση που η μπάλα πέσει στο έδαφος, τρέχουν όλοι μαζί και προσπαθούν να πιάσουν πρώτοι τη μπάλα. Ο... τυχερός πετάει τη μπάλα, από τη θέση εκείνη, στη μάϊνα. Κι αν η μπάλα χτυπήσει την πέτρινη πλάκα, ο παίκτης αυτός παίρνει τη θέση του αρχηγού, ενώ ο πρώτος παίκτης πηγαίνει με τους πολλόύς.

Να σημειωθεί εδώ ότι : Ο αρχηγός του παιγνιδιού απαγορευόταν να εμποδίσει τη μπάλα, την ώρα που κάποιος παίκτης την πετούσε προς το μέρος του αρχηγού, στοχεύοντας τη μάϊνα.

Υπήρχαν άλλες πέντε (5) αμφιδέξιες φάσεις του παιγνιδιού, (βλ. σημ. 115), που εκτελούσε ο αρχηγός –αν βέβαια προλάβαινε- ως εξής:

• Το τόπι στο αριστερό χέρι. Πέταγμα της μπάλας πολύ ψηλά και χτύπημά της, όταν κατέβαινε , με την αριστερή παλάμη προς τους συμπαίκτες.

• Πιάσιμο της μπάλας με τα δυο χέρια, πέταγμά της προς τα πάνω και ξαναπέταγμά της με το δεξί χέρι προς τους συμπαίκτες.

• Πέρασμα της μπάλας κάτω από το δεξιό σκέλος με το δεξί χέρι, πιάσιμό της με το αριστερό και πέταγμά της προς τους συμπαίκτες.

• Πέρασμα της μπάλας κάτω από το αριστερό σκέλος με το αριστερό χέρι, πιάσιμό της με το δεξί και πέταγμά της προς τους συμπαίκτες. Τις δυο αυτές φάσεις τις λέγαμε, ασκέλι119.

• Χτύπημα της μπάλας στο έδαφος κι όταν αυτή αναπηδούσε, τζίνι ή τζινιά (αφάλα;)120 , δηλαδή λάκτισμα προς τους συμπαίκτες.

Όταν ο αρχηγός έχανε σε μια από τις παραπάνω φάσεις του παιγνιδιού, χρεωνόταν έναν αρνητικό βαθμό και παραχωρούσε τη θέση του στον επόμενο αρχηγό. Αν έπαιζε και τις πέντε φάσεις, χωρίς λάθος, πετύχαινε ένα ιζούνι121. Ένα βαθμό- ιζούνι έπαιρνε και όποιος παίκτης κατάφερνε να πιάσει τη μπάλα,πριν αυτή πέσει στο έδαφος. Το όριο επιτυχίας ορίζονταν, συνήθως, στα δέκα (10) ιζούνια. Όποιος έμενε τελευταίος στους βαθμούς, έχανε και ήταν υποχρεωμένος να υποστεί τη συμφωνημένη τιμωρία, που τις πιο πολλές φορές ήταν οι καβάλες122.

Ακολουθεί ένα άλλο παιγνίδι, που τότε το λέγαμε :

3. Σκλαβιά

Αυτό, για να παιχτεί χρειάζεται δυό ομάδες 4-5 παιδιών, αγοριών ή κοριτσιών, μιαν αλάνα, ένα φαρδύ δρόμο ή μια πλατεία. Μοιράζεται ο χώρος σε δυό ίσα μέρη, με μια ευδιάκριτη χαρακιά (γραμμή παιγνιδιού, βλ. σημ. 103). Ο αρχηγός, της ομάδας που παίζει πρώτη, πηγαίνει στη γραμμή παιγνιδιού, σηκώνει ψηλά το ένα του χέρι και προκαλώντας με τη στάση του σώματός του, με μορφασμούς ή και με φωνές, μπαίνει στο χώρο της αντίπαλης ομάδας. Αμέσως ξεκινά τρέχοντας ο αρχηγός της άλλης ομάδας και κυνηγά τον... καταπατητή αντίπαλό του. Αν καταφέρει και τον αγγίξει, όσο εκείνος βρίσκεται στη δική του περιοχή, τον... «αιχμαλωτίζει». Αν ο αντίπαλός του προλάβει και μεταφερθεί στην περιοχή της ομάδας του ...σώζεται και περιμένει ανάλογη πρόκληση του ή των αντιπάλων του, όσο και των συμπαικτών του, που αρχίζουν όλοι μαζί να παραβιάζουν την περιοχή των αντιπάλων τους. Μέσα στην... πολεμική ατμόσφαιρα που δημιουργείται, οι... αιχμάλωτοι της κάθε ομάδας οδηγούνται σε συγκεκριμένο σημείο της περιοχής τους και παραμένουν εκεί ακίνητοι και αμίλητοι μέχρι να τελειώσει το παιγνίδι.

Νικήτρια ομάδα αναδεικνύεται εκείνη που ... αιχμαλωτίζει πρώτη όλους τους αντιπάλους της. Η νικημένη ομάδα υποχρεώνεται να πάρει στην πλάτη τους νηκητές, που στους αρχαίους Έλληνες λεγόταν : ιππάς ή κηβησίνδα και να τους κουβαλήσει σε μιαν απόσταση (καβάλες), που έχει καθοριστεί από πρίν. Ενώ οι... καβαλάρηδες (βλ. και σημ. 122) κουνούν τα χέρια, τα πόδια και φωνάζουν : Σέεε!, πρρρρ! Είσαι καλός γάϊδαρος ή γαϊδάρα! Καλύτερο μουλάρι ή μουλάρα! δεν έχω ξαναδεί! Καβαλάω το πιο καλό άλογο ή την πιο καλή φοράδα! κ.ά123.

Ακολουθεί ένα άλλο ομαδικό παιγνίδι, που παιζόταν από μεγάλα παιδιά ή άνδρες και πολύ σπάνια από κορίτσια ή γυναίκες, που λέγεται :

4. Κάτω ‘πά

Ή γαϊδούρα ή ανθογομαράκι και παίζεται από οκτώ (8) ή και περισσότερους παίκτες μιάς ομάδας ή και από δυό ομάδες με ισάριθμους παίκτες, οπόταν το παιγνίδι αποκτούσε και την ανάλογη συναγωνιστικότητα. Πριν αρχίσει το παιγνίδι, κάθε παίκτης χρεώνεται με έναν αριθμό, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στα προκαταρτικά-ευρετικά παιγνίδια. Εάν ο χώρος είναι περιορισμένος, οι παίκτες τοποθετούνται κυκλικά σε απόσταση δύο (2) περίπου μέτρων ο ένας από τον άλλο. Εάν ο τόπος του παιγνιδιού είναι πλατύς δρόμος ή πλατεία, οι παίκτες των δύο ομάδων τοποθετούνται παράλληλα σε δύο σειρές. Και σε πολλές περιπτώσεις το παιγνίδι, όταν έχει μεγάλο αριθμό παικτών (π.χ. στο στρούμπο του αγοριού του τσιφλικά ή άλλου διάσημου μέλους της τοπικής κοινωνίας, στις Μ. Απόκριες κ.λπ.) εξελίσσεται σ’ όλους τους δρόμους του χωριού και ονομάζεται ποταμός.

Το συναγωνιστικό κάτω ‘πά παίζεται ως εξής : Μόλις ο αρχηγός του παιγνιδιού, που δεν παίζει ο ίδιος, τοποθετήσει τους παίκτες των δύο ομάδων, κατ’ άνδρα, σε παράλληλες σειρές και χαράξει τις γραμμές εκκίνησης, δίδει το σύνθημα έναρξης. Αμέσως, οι παίκτες των δύο ομάδων με το νούμερο ένα (1) τρέχουν στη δεύτερη γραμμή παιγνιδιού, σκύβουν και στηρίζοντας τα χέρια τους στα γόνατά τους, σταθεροποιούνται. Τότε, οι παίκτες των δύο ομάδων με τον αριθμό δύο (2), τρέχουν όσο πιο γρήγορα μπορούν και ξεπερνώντας με πήδημα τους συμπαίκτες τους , λένε, μάλλον φωνάζουν : Κάτω ‘πά, σκύβουν κλπ. και τοποθετούνται, σε απόσταση 1-2 μέτρα πιο μακρυά, από τους σκυμμένους συμπαίκτες τους. Ακολουθούν οι παίκτες με το νούμερο τρία (3), ξεπερνούν τον αριθμό 1 και 2 της ομάδας τους, λέγοντας συγχρόνως το, κάτω ‘κεί σε κάθε πήδημά τους, σκύβουν κλπ. Συνεχίζουν οι παίκτες με το νούμερο τέσσερα (4), ξεπερνούν κλπ., λέγοντας το, κάτω στην Αμερική. Ακολουθούν οι παίκτες με το νούμερο πέντε (5) κλπ., λέγοντας, πάει η πέρδικα να πιεί. Ο αριθμός έξι (6) λέει : και τσακίζει το σταμνί. Το νούμερο επτά (7) : Πάει και το περδικάκι. Και ο αριθμός οκτώ (8) : και τσακίζει το σταμνάκι124.

Το ίδιο παιγνίδι, στο Γεράκι Καστελλίου Πεδιάδος, παιζόταν από δέκα πέντε (15) παίκτες, που σε κάθε πήδημα έλεγαν : Κάτω ‘πά / κάτω ‘κειά, / στου Τσαντούρο τα κουκιά, / ήπεσε πολλή αδικιά. / Κι ο Τσαντούρος το μαθαίνει / κι αρματώνεται και βγαίνει. / Σύρνει τη σκουρολεμπίδα, / να σκοτώσει τη ζουρίδα. / Κι η ζουρίδα του γρυλλώνει / κι άρκαλος τ’ ανεματσώνει. / Στένει τη κοιλιά του ντάργα / και το κώλο ν-του μπουρμπάδα. / Και τη κεφαλή ν-του βόλι, / για να πολεμά στην Πόλη125.

Ακολουθεί το ομαδικό, παιδικό παιγνίδι, που λέγεται :

5. «Γουρούνα»

Και παιζόταν, από 3-6 ή και περισσότερα παιδιά, σε εξοχικό χώρο. Κάθε παίκτης είχε στην κατοχή του ένα γουρουνόξυλο. Δηλαδή, ένα κορμό ξεριζωμένης μικρής αγριελιάς ή αγκινάρας126, που είχαν μήκος ένα (1) μέτρο περίπου. Η ρίζα της αγριελιάς σκαλιζόταν, μέχρι να μοιάσει με γροθιά ή με μισόκλειστη χούφτα ανθρώπινου χεριού. Ενώ... γουρούνα, ονομάζονταν ένα μικρό ξύλο ή μια πέτρα σε μέγεθος ανθρώπινης γροθιάς, που έβαζαν στους λάκκους τους οι παίκτες.

Όταν οι έξι (6) παίκτες εξασφάλιζαν τα γουρουνόξυλα, άνοιγαν μ’ αυτά ή με μυτερές πέτρες, πέντε (5) λάκκους (γουβίτσες) σε σχήμα κύκλου στο χώμα. Στη συνέχεια, ο αρχηγός του παιγνιδιού έμπαινε στη μέση των παικτών και «οδηγούσε» τη... γουρούνα με το ξύλο του, προσπαθώντας να την βάλει μέσα σε λάκκο συμπαίκτη του. Ο παίκτης, που είχε το λάκκο, έδιωχνε με το ξύλο του τη... γουρούνα του αρχηγού. Δινόταν αληθινή μάχη! Ο ένας να προσπαθεί να καταλάβει το λάκκο του αντιπάλου του και ο κάτοχος του λάκκου να αμύνεται. Μάλιστα, πολλές φορές, τα παιδιά δεν έσπρωχναν μόνο τη γουρούνα τους ή χτυπούσαν εκείνη του αντιπάλου τους αλλά αθέλητα ή και θελητά έκαναν επιθέσεις και στα πόδια των συμπαικτών τους, αναγκάζοντάς τους να πηδούν, να στηρίζονται μονο στο ξύλο τους κλπ. Πάντως, τα παιδιά του παιγνιδιού που ήσαν ξυπόλυτα πληγωνόντουσαν πάντα. Οι παίκτες που φορούσαν παπούτσια υπέφεραν λιγώτερο, ενώ εκείνοι που φορούσαν αρβύλες ή στιβάνια ήσαν οι πιο τυχεροί και, οι σίγουρα, κερδισμένοι.

Οι κανόνες του παιγνιδιού όριζαν ότι : Στην περίπτωση που ο αρχηγός δεν κατάφερνε να... κατακτήσει το λάκκο ενός παίκτη, οδηγούσε τη... γουρούνα του σε λάκκο άλλου συμπαίκτη του. Κι όταν τα κατάφερνε, έπαιρνε ένα βαθμό, ενώ ο νικημένος μεταφερόταν στη μειωνεκτική θέση του αρχηγού.

Στο τέλος του παιγνιδιού, οι παίκτες τοποθετούσαν έναν παλιό κουβά σε ορισμένη απόσταση και προσπαθούσαν να τον χτυπήσουν με τα ξύλα-ρόπαλά τους, για να εκπαιδεύονται στο λεγόμενο λαγοβόλο ή στη... ροπαλοβολή (βλ. γλωσσάριο).

Ακολουθεί το ομαδικό παιδικό-γυναικείο παιγνίδι που λεγεται :

6. Κισκιντάκι

Είναι η κρητική εκδοχή του παιγνιδιού πεντόβολα127, που χρειάζεται πέντε (5) στρόγγυλα βελανίδια, κάστανα, λιθαράκια ή ισάριθμα κουφέτα ή και μπίλιες. Το ένα απ’ αυτά πρέπει να είναι πιο μεγάλο από τα υπόλοιπα και λέγεται κούκης ή κούκος. Αυτό πετούμε κάθε φορά επάνω, για να πιάνουμε τους υπόλοιπους βόλους, στους οκτώ (8) διαφορετικούς τρόπους του παιγνιδιού που είναι οι εξής :

Ι. «Ρίχνομε και τσι 5 πέτρες κάτω ή χάμω ή πάνω στο τραπέζι, στο σοφρά κλπ. που θέλομε να παίξομε το κισκιντάκι. Παίρνομε τον κούκη και τον πετούμε απάνω, με τη δεξά μας χέρα. Την ώρα που βρίσκεται στον αέρα ο κούκης, πιάνομε με τη δεξάς μας χέρα μια πέτρα από χάμω και την-ε βάνομε στη χούφτα τση ζερβής μας χέρας. Ύστερα, κατεβαίνοντας ο κούκης πέφτει πάλι στη χούφτα τση δεξά μας χέρας. Με τον ίδιο τρόπο και πολύ γρήγορα πιάνομε και τσι υπόλοιπες τρεις πέτρες από χάμε και τσι βάζομε στη χούφτα τση ζερβής μας χέρας, χωρίς να χάσομε.»

2. «Βάνομε χάμε, δυό-δυό, τσι τέσσερις πέτρες. Πετούμε τον κούκη απάνω και πιάνομε τσι δυό πρώτες πέτρες και τσι βάνομε στη χούφτα τση ζερβής μας χέρας. Ξαναπετούμε τον κούκη απάνω και πιάνομε με τον ίδιο τρόπο και τσι άλλες δυό πέτρες.»

3. «Αφήνομε όλες τσι πέτρες χάμε, τσι τρεις μαζί και τη μια χώρια. Πετούμε τον κούκη και πιάνομε τσι τρεις πέτρες μαζί και τσι βάνομε στη ζερβή μας χούφτα. Ξαναπετούμε τον κούκη και με τον ίδιο τρόπο πιάνομε και την άλλη πέτρα. Προσέχομε να μη μας-ε πέσει κιαμμιά πέτρα χάμε.»

4. «Τοποθετούμε χάμε και τσι τέσσερις πέτρες μαζί, για να μπορούμε να τσι πιάσομε με μια κίνηση. Πετούμε πάλι τον κούκη, λίγο πιο ψηλά, ώστε να προλάβομε να πιάσομε και τσι τέσσερις πέτρες μαζί για να τσι βάλομε στη ζερβή μας χούφτα.»

5. «Πετούμε τον κούκη ψηλά, αφού τον-ε βάλομε στο ανύχι του μεγάλου δάχτυλα (αντίχειρα) και στο ημικύκλιο που κάνομε με το δεύτερο δαχτύλι (δηλ. το λυγισμένο δείχτη) τση δεξά μας χέρας. Κι όπως έχομε τσι πέτρες στη ζερβή μας χέρα, τσ’ αφήνομε όλες μαζί χάμε. Μετά, ξαναπετούμε ψηλά τον κούκη και πιάνομε όλες μαζί τσι πέτρες με τη δεξά μας χούφτα. Κι ενώ ο κούκης πέφτει στη ζερβή μας χέρα, εμείς φωνάζομε : πίτα.»

6. «Πετούμε πάλι τον κούκη ψηλά, με τον ίδιο τρόπο που τον πετάξαμε και πριν, αλλά με τη ζερβή μας χέρα. Μέχρι να κατέβει ο κούκης, ανοίγομε το δείκτη τση δεξά μας χέρας και γράφομε ένα κόμμα στο πάτωμα ή στο τραπέζι που παίζομε, φωνάζοντας : ψίου, ενώ ο κούκης πέφτει στη ζερβή μας χέρα.»

7. «Χρησιμοποιούμε τη ζερβή μας χέρα για να πετάξομε τον κούκη ψηλά, ενώ αφήνομε τσι πέτρες χάμε και τσι ταχτοποιούμε σαν τετράγωνο. Ξαναπετούμε τέσσερις φορές με τη ζερβή τον κούκη και πιάνομε μια-μια τσι πέτρες με τη δεξά μας χέρα.»

8. «Συγκεντρώνομε τσι πέτρες όλες μαζί πάνω στο τραπέζι. Φέρνομε τον κούκη στη δεξά μας χέρα. Κάνομε καμάρα, κοντά στι πέτρες, τη ζερβή μας χέρα. Πετούμε ψηλά τον κούκη και κάθε φορά περνούμε μια πέτρα μέσα από τη καμάρα τσι χέρας μας128.»

Να υπογραμμιστεί εδώ ότι, το εν λόγω παιγνίδι ασκεί -εκτός των άλλων- και την αμφιδεξιότητα της παίκτριας ή του παίκτη του σε αρκετά μεγάλο και ικανοποιητικό βαθμό (βλ. & σημ. 115).

Ακολουθεί στη συνέχεια το ομαδικό παιδικό παιγνίδι που λέγεται : λούρα (η), ή ζώνη.



Yποσημειώσεις 8ου μέρους

95 ευρετικός, -ή, -ό «ο επιτήδειος εις το ευρίσκειν, εφευρετικός, επινοητικός : Πλάτων, φιλόσοφος (339 π.Χ.), Συμπόσιο 209Α , Πολιτεία 286Ε, 287Α & 455Β. * Μένανδρος, κωμικός (300 π.Χ.), 39. * Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί...(228 μ.Χ.) 2,43F. * Διονύσιος ο Αλικαρνασεύς...(30 π.Χ.) περί Λυσίου 15. * Πολυδεύκης γραμματικός (180 μ. Χ,) 9.110, «βασιλίνδα παιδιά... καθ’ ήν εις των παίδων εξελέγετο βασιλεύς».

96 ζάλο (το) «βήμα, βηματισμός, περιστροφικός γύρος διασκέλισις, πήδημα : μ’ ένα ζάλο διαβήκαμε από τον άλλον όχτο»

97 χάλιξ-ικος (ο) χαλίκι (το), μικρός λίθος, ιδίως απόκομμα μεγαλυτέρου, σκύρο, βότσαλο.

98 θράψαλο (το) & θράψαλος (ο) = θρύψαλο (το), θρύμμα (το)<(θρύπτω, θραύω), σύντριμμα, λιάνισμα, θρούψαλο (το), τρίμμα (το), μικρό κομμάτι πέτρας, πιθαριού, στάμνας κλπ. * Γιώργος Σεφέρις (+1971) «και τ’ ακρογιάλι γεμάτο θρύψαλα παλιά πιθάρια».

99 όστρακον (το) [...] « θραύσμα πηλίνου αγγείου ή κεράμου» : Λυκόφρων , τραγικός (270 π.Χ.) 778. * Ηρωδιανός, ιστορικός (238 μ. Χ.) 7,12,5 «οστράκου περιστροφή» = το παιγνίδι «οστρακίνδα». Ευστάθιος,Θεσσαλονίκης (110 μ.Χ) 1160 & Πλάτων, φιλόσοφος (339 π.Χ.), Πολιτεία 521C «τούτο ουκ οστράκου αν είη περιστροφή, αλλά ψυχής περιαγωγή». * Πλάτωνος Φαίδρος 241Β. * βλ. και : οστρακίνδα (επίρρημα) [...] «επί τω οστράκω, όνομα παιδιάς καθ’ ήν όστρακον βεβαμμένον δια πίσσης κατά το εν μέρος αναρρίπτεται και αναλόγως της προς τα άνω επιφανείας μετά την πτώσιν η αντίστοιχος ομάς των παικτών καταδιώκει την ετέραν, άλλως περιστροφή οστράκου : Αριστοφάνης Ιππής 855 ει...βλέψειας οστρακίνδα (υπαινίσσεται τον οστρακισμόν)», επίσης : «οστρακίνδα, παιδιά παιζομένη δι’ οστράκων, ήν περιγράφει ο Πολυδεύκης,λεξικογράφος (180 μ.Χ.) Θ,111 ως εξής : οστρακίνδα δε, όταν γραμμήν ελκύσαντες οι παίδες εν μέσω και διανεμηθέντες, εκατέρα μερίς, η μεν το έξω του οστράκου προ αυτής είναι νομίζουσα η δε το ένδον, αφέντος τινός κατά της γραμμής το όστρακον, οπότερον αν μέρος υπερφανή, οι μεν εκείνω προσήκοντος διώκωσιν, οι δε άλλοι φεύγωσιν υποστραφέντες, όπερ είδος παιδιάς αινίττεται και Πλάτων εν τοις εις Φαίδρον ερωτικοίς. Ο μεν τοίνυν ληφθείς των φευγόντων, όνος ούτος κάθηται, ο δε ρίπτων το όστρακον επιλέγει : νυξ ημέρα, το γαρ ένδοθεν αυτού καταλήληπται πίττη και τη νυκτί επιπεφήμισται, καλείται δε και οστράκου περιστροφή το είδος τούτο της παιδιάς». * Ερμείας ο Αλεξανδρινός (5ος αι. μ. Χ.), σχόλια εις Πλάτωνος Φαίδρον 9,90Α. Επίσης : «εξ οστράκου κρόταλα» : Αριστοφάνης, Βάτραχοι 1305.

100 βασιλίνδα επιρ. «εν χρήσει και ενάρθρως η βασιλίνδα (ενν. παιδιά), επί παιδιάς, καθ’ ήν εις των παίδων εξελέγετο βασιλεύς, βλ. Πολυδ. 9,110 η βασιλίνδα παιδιά - ΑΒ 1353. Ακόμη : Πολλά παιδιά τη δεκαετία 1945-55, θυμούνται πολλοί αφηγητές μου, είχαν πάντα στην τσέπη τους ή φυλαγμένα στο σπίτι τους ένα ή περισσότερα δισκοειδή-φακοειδή βότσαλα που στη μια τους πλευρά είχαν κηλίδα πίσσας ή χρώματος.

101 μάϊνα, προστ. του ρ. μαϊνάρω (=αφήνω ελεύθερο το σχοινί, χαλώ) * ναυτικόν κέλευσμα, υπόστειλον, χάλα : μάινα τα πανιά. * εν τοις ελαιοτριβείοις, κέλευσμα προς τους στρέφοντας τον μοχλόν εργάτας, παύσον, χάλα. * μάϊνα (η) «είδος παιδιάς καθ’ ην οι παίζοντες χωρίζονται εις δυο αντίθετα στρατόπεδα και κυνηγούν οι μεν τους δε, όταν εισέρχονται εις την περιφέρειάν των, σκλαβάκια», βλ. Δ. Δημητάκου, Μέγα Λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης, έκδ. Χ. Τεγόπουλος-Β. Ασημακόπουλος, Αθήνα 1964, τόμ.9, σελ. 4435. * μάϊνα (η) «κωνοειδής, οβελισκοειδής ή πυραμοειδής πέτρα, 20-30 εκατ. ύψος, με σταθερή βάση που τοποθετούσαν σε ελεύθερο - ανοικτό χώρο, για τις ανάγκες ορισμένων παιδικών ή και άλλων παιγνιδιών.

102 αμάδα (η), μικρός-λεπτός δισκοειδής ή πλακοειδής λίθος : «έρριξες την αμάδα σου μακρυά» * στον πληθ. αμάδες=παιδικό παιγνίδι, που παιζόταν με αμάδες : «μην αφήνεις τα παιδιά να παίζουν αμάδες στο δρόμο». * φτενάδα (η) « μικρός πλακοειδής λίθος, μικρό πλακάκι» * Την αμάδα ή φτενάδα, στην επαρχία Πεδιάδος Ηρακλείου Κρήτης, την έλεγαν απαλέτι (το) και το ομώνυμο παγνίδι, απαλέτια (τα).

103 Η εν λόγω γραμμή παιγνιδιού χαράζονταν στο δάπεδο με κάρβουνο, με κιμωλία κλπ. Καθορίζονταν στο δρόμο με σπάγκο, με σχοινί, με μακρυά ραβδιά, με δυο αντικείμενα σε απόσταση κλπ. Όταν έπαιζαν στο έδαφος, άνοιγαν μια αυλακιά ή τοποθετούσαν πολλές μικρές πέτρες (χαλίκια) σε γραμμή 2-3 μέτρων. Όπως έκαναν οι αρχαίοι Έλληνες στο παιγνίδι «επίσκυρος» (= παιδιά τις δια σφαίρας), που λάξευαν πέτρες και τις «φύτευαν» στο χώμα με τέτοιο τρόπο ώστε να εξέχουν και να σχηματίζουν γραμμή. [Πολυδεύκης Λεξικογράφος (180 μ. Χ.) στο λ. επίσκυρος]. Η γραμμή παιγνιδιού, στους αρχαίους Έλληνες λεγόταν σκύρος (ο), γιατί ήταν φτιαγμένη με σκύρα, μικρές λατύπες, χαλίκια, συντρίμματα από μεγάλες πέτρες που λάξευαν. Το αναφέρει στο λεξικό του ο Πολυδεύκης ο λεξικογράφος (180 μ.Χ.), για το αρχαίο παιγνίδι «επίσκυρος, παιδιά τις δια σφαίρας».

104 μοσχοκάρυον (το) & μοσχοκάρυδο ή μοσκοκάρυδο : ο καρπός της μοσχοκαρύας (= το φυτόν μυριστική η ευώδης) εν χρήσει ως αρωματικόν, εν δε τη φαρμακευτική ως ευστόμαχον : Δουκάγγιος,λεξικογράφος (1650 μ.Χ.), Αραβικόν Μυθολογικόν Χαλιμά (18ος αι. μ. Χ.) 1,225 & 1,227.

105 κόμπος (ο) (< αρχ. κόμβος), το δέσιμο νήματος, σχοινιού, λωρίδας, μαντηλιού, πετσέτας κτλ. και το εξόγκωμα που σχηματίζεται στο σημείο του δεσίματος. * Ο κόμπος του μαντηλιού λεγόταν και στρόμπος (ο) «δημ. μανδήλιον φέρον κόμβον εις την μίαν του άκραν, δι’ ού ο επιτυχών παίς εις τους αστραγάλους (στα κότσια), πλήττει εις την παλάμην τους αποτυχόντας συμπαίκτας του». *νόμισμα -ατος (το).... «το ισχίον, το κυκλοφορούν χρήμα έ τινι επικρατεία» : Αριστοτέλης, Φιλόσοφος (347 π.Χ.), Ηθικά Νικομάχεια 1133b,II * το χρήμα, σε κέρματα ή τραπεζογραμμάτια, που κυκλοφορεί σ΄ένα κράτος.

106 ζυγόν (το)... ειδικά στον πληθ. ζυγά ή άρτια * «ζυγά ή άζυγα, είδος παιδιάς (μονά ή ζυγά), καθ’ ό ο είς των παικτών ερωτά, ο δ’ έτερος απαντά αν τα δια της χειρός ή εν τη χειρί του ερωτώντος κρυπτόμενα αντικείμενα συμποσούνται εις αριθμόν άρτιον ή περιττόν» : Αριστοφάνης (425 π.Χ.), Πλούτος 817 (σχόλια). * αρτισμός (ο) η παιδιά του αρτιάζειν. [< αρτιάζω = παίζω μονά ζυγά : Πολυδεύκης, γραμματικός (180 μ. Χ.) 9, 101 ]. Το παιγνίδι μονά ζυγά : Αριστοτέλης, φιλόσοφος (347 π. Χ.), Ρητορική Τέχνη 1407b, 3.

107 Το συγκεκριμένο προκαταρτικό παιγνίδι, όπως και άλλα παιγνίδια του στρούμπου, πολλές φορές είχε ή έχει μετατραπεί σε τζόγο. Άλλες φορές πάλι, ανάλογα με τα κέφια και την παρέα, το «έπαθλο» μεταξύ αγοριών και και κοριτσιών ήταν ένα φιλί. * « Εκειά, παιδί μου, με πρωτοφίλησε ο προκομένος ο άντρας μου. Επαίζαμε-νε πούρι το μονά ζυγά», μου εκμυστηρεύτηκε μια ηλικιωμένη συνομιλήτριά μου.

108 γούβα (η) « μικρά κοιλότης, λακκούβα γης ή βράχου» : Δραγούμης Ιωάννης (+1920 μ. Χ.), Όσοι ζωντανοί κ. ά. * «εισέχον λάξευμα λίθου, ξύλου, μαρμάρου κ.λπ. * η πολύ βαθιά γούβα λέγεται : γούβαθος (ο,η), ενώ η μικρή και ρηχή γούβα λέγεται : γουβί (το) * η γούβα λέγεται και γούφα (η) ή γκούφα (η) * Το υποκοριστικό της γούβας λέγεται γουβίτσα (η) λακκάκι (το)... «παιδιά, καθ’ ην εντός ανοιγομένης οπής της γης ρίπτωνται βώλοι εξ αποστάσεως, κερδίζει δ΄ο πλείονας ρίψας εν αυτή» * ώμιλα (η) «είδος παιδιάς καθ’ ήν οι παίκται έρριπτον αστράγαλον ή άλλο τι εντός κύκλου κεχαραγμένου επί του εδάφους, ενίκα δε εκείνος, ούτινος ο αστράγαλος έμενεν εντός του κύκλου ή εξετόπιζεν τον του αντιπάλου» * «η ώμιλα έστιν όταν περιγράψαντες κύκλον επιρρίπτωσιν αστραγάλους ή άλλο τι, ως τη μεν εντός βολή νικώντων, τη δε εκτός ηττωμένων» : Σχολιαστής Πλάτωνος 320 (Εκδ. Βεκκ.). * Επίσης, γκεζάκι (το) «παιδιά ομοιάζουσα προς την ώμιλλαν των αρχαίων, καθ’ ήν οι παίκται αμιλλώνται όπως ρίψωσιν εξ ωρισμένης αποστάσεως βώλους ή άλλα αντικείμενα εντός στόχου αποτελουμένου εξ ομοκέντρων κύκλων χαρασσομένων επί του εδάφους» και γκεζί (το) « κύκλος χαρασσόμενος επί του εδάφους και αποτελών τον στόχον είς τινας παιδιάς οίον εις το γκεζάκι» * Παροιμιακή φράση : «έμπα μέσα στο γκεζί, επί των κομπορρημονούντων και προκαλουμένων όπως εμπράκτως επιδείξωσιν την ικανότητα αυτών». * τρόπα (η) «είδος παιδιάς, καθ’ ήν έρριπτον εις βόθρον τινα αστραγάλους ή βαλάνους ή άλλους ξηρούς καρπούς» : Πολυδ. 9, 103, Ησ. « τρόπα, είδος παιδιάς, καθ’ ήν στρέφουσιν τους αστραγάλους εις το έτερον μέρος» : Κρατίν. Απ. Πυλαιάς 4 «ή Διονυσίοις ακύλοις παίζουσ’ ανεμένοι τρόπα», πρβλ. λακκούβα (η)... «μικρό βαθούλωμα σε λεία ή επίπεδη επιφάνεια», υποκορ. λακουβίτσα και μεγεθ. λακκουβάρα (η) * λακκούβα (η) & λακκούδα, υποκορ. λακκουβίτσα, όρυγμα, κοίλωμα επί του εδάφους, λάκκος, λάκκα, γούβα, παιδιά παιζομένη διά βόλων. * λακκουβάκια (τα) παιδιά παιζομένη διά σφαίρας, με το τόπι.» * λάκκος (ο) φυσικό ή σκαμμένο από τον άνθρωπο κοίλωμα στη γη.

109 γούρνα (η)... «φυσικόν κοίλωμα ιδίως επί βράχου, εν ω συναθροίζεται ύδωρ», Ζερβός Ιωάννης (+1944), Τραγούδια Καλού Καιρού 65, 11 * «γενικά, πας λάκκος φυσικός ή τεχνητός : η γούρνα των προβάτων, των χοίρων, το ποτιστήρι = επίμηκες ξύλινον δοχείον». * γούρνα (η) «λιθίνη λάρναξ ή λεκάνη, η γούρνα του λουτρού, της βρύσης, του πλυσταριού, ειδ. η μονόλιθος των ελαιοτριβείων σκάφη, εν η χύνεται το εκπιεζόμενον έλαιον».

110 κουβάς (ο) < τουρκ. «αγγείον συνήθως μετάλλινον προς άντλησιν ή μεταφοράν ύδατος», που στην αρχαιότητα λεγόταν : «ιβάνη» (η), βλ. Ησύχιο, Λεξικογράφο (450; μ.Χ.) «κάδος, αντλητήριον» ή «ίβανον» (το) «κάδος, σταμνίον, χαλκίον». * κάδος (ο) «αγγείον προς εναπόθεσιν ύδατος ή οίνου» : Ανακρλεων, λυρικός (540 π.Χ.) 17, Αρχίλοχος, ιαμβογράφος (700 π. Χ.) 4. * «φοινικήϊον οίνου κάδον», Ηρόδοτος , ιστορικός (443 π.Χ.) 3, 20. * «κάδος αντλητικός», Αριστοφάνης (425 π.Χ.), Αχαρνής 549. * κάδος (ο) = «ξύλινον δοχείον προς πήξην τυρού», επίσης : «μέγα ξύλινον ανοικτόν άνω, βυτίον γλεύκους, οίνου, ύδατος κ. ά. υγρών. * σίκλος (ο) [...] κάδος προς άντλησιν ή μεταφοράν ύδατος, κουβάς. * μέδιμνος (ο) και σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, τον ιστορικό (443 π.Χ.) μέδιμνος (η) = «μέτρον χωρητικότητος των στερεών και ιδίως του σίτου...».

111 ξυλάριον (το), «υποκορ. του ξύλον, μικρόν τεμάχιον ξύλου, ξυλάκι, ξυλαράκι, κλαδάκι» * Πάπυροι, «ξυλάριον ερίκινον, - σύκινον ξυλάριον» *ξυλήφιον (το), «υποκορ. του ξύλον, ξυλάριον, τεμάχιον ξύλου, ράβδος, ξυλαράκι», βλ. Ιπποκράτης, ιατρός (430 π.Χ.), περί Αφόπων 230, «ξυλήφιον μυρρίνης έχουσα λεπτόν ορθόν εν τοις χείλεσιν», Άλεξις, κωμικός (356π.Χ.) 98, 24 κ. ά. * ξυλίφιον (το).... αντί ξυλήφιον : «σιαγόνι [...] όφεως, και ταύτη ξυλίφιον μικρόν διαπρίσας», Διόδωρος ο Σικελιώτης (8ος αι. π.Χ.) 4, 76. * Επίσης, σκαρφίον (το), «τεμάχιον ή ακίς εκ σανίδος εν χρήσει αντί κλήρου», Βυζ., βλ. Λεξικόν Henry G. Liddel & Robert Scott, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, Εκδοτ. Οίκος Ι. Σιδέρης, Αθήναι.

112 σπίρτο (το) «λεπτό ξυλαράκι με κόκκο εύφλεκτης ύλης, στο άκρο του, αναφλεγόμενο με τριβή, πυρείο» * «πυρείον (το).... ιων. Πηρήϊον, συνήθ. κτ. πληθ. πυρεία = τεμάχια σκληρού ξύλου τα οποία προσετρίβοντο επ’ άλληλα μέχρις ότου αναφθώσι (τούτων το ακίνητον διαμένον εκαλείτο εσχάρα ή στορεύς, το δε επ’ αυτού ταχέως στρεφόμενον εκαλείτο τρύπανον), πρβλ. Θεόφραστος, φιλόσοφος (322 π.Χ.), περί πυρός, 64. * «μικρόν και λεπτόν ξυλάριον απολήγον κατά το έτερον άκρον εις κεφαλήν εξ ευφλέκτου ύλης, ήτις δια προστριβής αναφλέγεται, σπίρτο».

113 σκοροδομάχοι, «οι διά σκορόδων μαχόμενοι αντί λίθων, κωμ. προσωνυμία φανταστικού έθνους» Λουκ. π. Αληθ. Ιστ. 1.13.* σκοροδίζω «παρέχω τινί σκόροδον, ειδ. περί αλεκτρυόνων ους έτρεφον δια σκορόδων, πριν ή κινήσωσιν αυτούς εις αγώνα κατ’ αλλήλων», Αριστφ. Ιππ. 946, αυτ. 494, αυτ. Αχ. 166.* Άλλωστε, ορισμένα από τα ήθη και έθιμα, αλλά και δεισιδαιμονίες, για το σκόρδο και το κρεμμύδι κυριαρχούσαν και την περίοδο που παιζόταν ο στρούμπος. Έχει γραφτεί ότι : «Παρ’ ημίν θεωρείται (ενν. το σκόρδο) ως αποτρεπτικόν της βασκανίας, [...] ή και λέγεται απλώς ως απευχή όταν τις θαυμάζων επαινή βρέφη ή ζώα : σκόρδα (στα μάτια σου) [...], ως και το κρόμμυον, ορεκτικόν και υγιεινόν προσφάγιον των λιτοδιαίτων, εξ ου και η παροιμία : σκόρδο και νερό-κάνει κόκκαλο γερό [...] διαιτητικός αφορισμός : το κρομμύδι το ταχύ-κάνει τάντερο παχύ και το σκόρδο αποσπέρα δίνει του κορμιού αέρα», βλ. Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη, τόμ. 11, σελ. 556. * σκοροδοκρεμμυδομάχοι, αυτοί που έδιναν μάχη με ολόκληρα σκόρδα ο ένας και με μεγάλα ισομεγέθη κρεμμύδια ο άλλος.

114 οργυιά (η) «το μήκος των εκτεταμένων βραχιόνων, το μεταξύ των δυο εκτεταμένων χειρών διάστημα από του ενός άκρου μέχρι του άλλου (1.83 μ.) εν χρήσει ως μονάς μήκους κατά το μάλλον ή ήττον ακριβούς», Πολυδεύκης, γραμματικός (180 π.Χ.), Ιλιάδα Ψ 327, Οδύσσεια Ι 325, Κ. 127, Ξενοφών, ιστορικός (401 π. Χ.) 2,3,19, Καινή Διαθήκη, Πράξ.27,28, Ερωτόκριτος 2, 1638 κ. ά.

115 Περισσότερα για την αμφιδεξιότητα, βλ. π. Μ. Καλαϊτζάκη, Εργαλεία Ξυλογλυπτικής, έκδ. «Τροχαλία» & «Το Ροδακιό», Αθήνα 2001, σελ. 17, 28, 155 και υποσ. 21 & 28. Επίσης, άρθρο του ίδιου : Η αμφιδεξιότητα των αρχαίων και των συγχρόνων Νεοελλήνων, Εφημερ. Τα Κρητικά Νέα, Ιούλ.-Αύγ.2001, σελ. 27.

116 Τα ηλικιωμένα άτομα αλλά και τα ζευγάρια, που μου περιέγραψαν το εν λόγω παιγνίδι και τα παράδοξά του, μου υπογράμμισαν «του λόγου το αληθές». Όμως θέλησαν , πράγμα απολύτως σεβαστό, να παραμείνουν ανώνυμοι. Και μου τόνισαν πως προϋπήρχε η συμπάθεια και η αγάπη τους. Κι ακόμη, ότι το έθιμο-παιγνίδι ήταν απλά το πρόσχημα, για να «ξεφανερώσουν» το... δεσμό τους.

117 Αφήγηση : Κυριακή Καβάλου, βλ. σημ. 74, * χελιχελώνη (η) «παιδιά τις παρθένων καθ’ ήν η μεν κάθηται και καλείται χελώνη, αι δε περιτρέχουσαι ανερωτώσαι χελιχελώνη τι ποιείς εν τω μέσω ; η δε αποκρίνεται έρια μυρίομαι και κρόκην Μιλησίαν, είτ’ εκείναι πάλιν εκβοώσιν ο δε έκγονός σου τι ποιών απώλετο ; η δε φησί λευκάν αφ’ ίππων εις θάλασσαν άλατο». Πολυδ. 9,125, πρβλ. Ευστ. 1914, 56. * χύτρα (η)< χέω, «πήλινον μαγειρικόν σκεύος»..., «φίλημα καθ’ο εις εκράτει τον έτερον από των ώτων ως από λαβών» : Εύνικ. Εν Αντεία, «λαβούσα των ώτων φίλησον την χύτραν»..., Θεοκρ. 5, 133 «ότι με πραν ουκ εφίλασεν των ώτων καθελοίσα»..., Πολυδ. 10, 100 «ειδέναι δε ου φαύλον ότι χύτρα και φιλήματος είδος ην, οπότε τα παιδία φιλίη, των ώτων επιλαμβανόμενα» * «χυτρίνδα παίζειν : είδος παιδιάς, Πολυδ. 9, 13 , η δε χυτρίνδα, ο μεν εν μέσω κάθηται και καλείται χύτρα, οι δε τίλλουσιν (=τραβούν τα μαλλιά της κεφαλής του) ή περικνύζουσιν (= τον τσιμπούν από γύρω-γύρω) ή και παίουσιν αυτόν περιθέοντες(= τον χτυπούν και τρέχουν γύρω του). Ο δ’ υπ’ αυτού περιστρεφομένου ληφθείς αντ’ αυτού κάθηται. Έσθ’ ότε ο μεν έχεται της χύτρας κατά την κεφαλήν τη χειρί τη λαιά (=πέτρα) περιθέων εν κύκλω, οι δε παίουσιν (=χτυπούν) αυτόν επερωτώντες, τις την χύτραν ; κακείνος αποκρίνεται εγώ Μίδας. Ου δ’ αν τύχη τω ποδί, εκείνος αντ’ αυτού περί την χύτραν περιέρχεται». Ησ. «χυτρίνδα, παιδιάς είδος τοιαύτης, καθέζεταί τις εν τω μέσω, είτα κύκλω περιτρέχοντες οι περί τον καθεζόμενον, ποιούσιν οίον αυτόν περιστρέφεσθαι, έως άψεται τινος τύπτοντος αυτόν, είτα καθέζεται ο ληφθείς». Επίσης : «χύτρινος, -η, -ον..., επί αγώνων, οι τελούμενοι εν τοις χύτροις...», Σχολ. Αριστφ. Βάτρ. 220 «ήγοντο δε αγώνες αυτόθι οι χύτρινοι καλούμενοι, καθά φησί Φιλόχωρος», πρβλ. Πλούτ. Ηθ. 841Ε «αγώνα τοις χύτροις επιτελείν». * πινακωτή (η) «επίμηκες εκ σανίδων κατασκεύασμα έχον χωρίσματα, εν οις τοποθετούνται οι εις κλίβανον προς όπτησιν μεταφερόμενοι άρτοι, (επίσης), είδος παιδιάς».

118 ελιμάς (ο) το πιάσιμο της μπάλας ή του ξύλου του παιγνιδιού στον αέρα.

119 ασκέλι (το) ή ασκελιά (η) «διασκελισμός, βήμα μεγάλου ανοίγματος». Και στο εν λόγω παιγνίδι, ο ειδικός τρόπος (κάτω από το σκέλος) παιξίματος της μπάλας.

120 τζίνι (το) ή τζινιά (η) και τσινιά (η), το λάκτισμα, η κλοτσιά, ο κλότσος στο εν λόγω παιγνίδι και όχι το τζίνι της αραβικής μυθολογίας.

121 ιζούνι (το), ιδιωμ., ένας πόντος, ένας βαθμός. * αφάλα (η) «παιδιά τις διά σφαίρας ελαστικής υπό πολλών παίδων ομού παιζομένη»

122 Το τόπι, ως παιγνίδι, παιζόταν από παιδιά, αγόρια ή και κορίτσια -μέχρι το έτος 1955 περίπου- στην επαρχία Πεδιάδος. Σ΄αυτό είχε λάβει αρκετές φορές, ενεργό μέρος και ο συγγραφέας. * καβάλες (οι) «η ιππασία, το να καβαλικεύει κανείς ζώο». Και στο συγκεκριμένο παιγνίδι : Το να αναγκάζεται ο νικημένος να σηκώσει στην πλάτη του το νικητή ή τους νικητές του παιγνιδιού και να τους μεταφέρει σε μια ορισμένη απόσταση.

123 «ιππάς, -άδος (η)..., παιδιάς τι παιδική», Πολυδ. 9, 122. * «κηβησίνδα λεξ. κ. π. Πολυδ. κυβίσινδα. εν φρ. κυβησίνδα παίζειν, είδος παιδιάς εν αρχ. Αθήναις, η εγκοτύλη, καβάλες», Πολυδ. 9, 122, «την εν κοτύλη παιδιάν ιππάδα κηβίσινδαν», αυτ.183, 8 «κυβινσίνδα επί κεφαλήν φέρειν ή επί νώτου» * κυβιστίνδα επιρρ. κτ. διόρθ. κηβησίνδα, είδος παιδιάς, καβάλες, βλ. σημ. 122. * Το εν λόγω παιγνίδι είχε παρακολουθήσει ο συγγραφέας, όταν ήταν μικρός, ως θεατής. Επίσης, ως μεγαλύτερος, είχε παίξει αρκετές φορές, το ίδιο παιγνίδι, με συμπαίκτες του.

124 Αφήγηση : * Καλαϊτζάκης Ιωάννης του Γεωργ. (Καντερογιάννης), ετών 75 (1966), από Κασταμονίτσα... * Παπαδοκωστάκης Γεώργιος του Νικ., βλ. σημ. 61. * ανθογομαράκι (το) «παιδιά τις καθ’ ήν οι παίκται υπερπηδώσι δι’ ανοικτών σκελών ένα εξ αυτών κύπτοντα, στηρίζοντες τας χείρας επί των νώτων αυτού».

125 Αφήγηση : Σαϊτάκης Ιωάννης, αγρονόμος, ετών 79 (1990), από Γεράκι Καστελλίου Πεδιάδος Ηρακλείου Κρήτης. Πληροφορίες, Σαριδάκης Γεώργος του Εμμ. (Κασογιώργης), ετών 87 (1999), από Κασταμονίτσα...., κάτοικος Αθηνών, που μου μίλησε και για το παιγνίδι της μπουκάλας, που συνήθιζαν πολύ -όπως είπε- στους στρούμπους. Δηλαδή, μια άδεια μπουκάλα, που τοποθετούσαν στη μέση της μικτής (άνδρες και γυναίκες) παρέας που κάθονταν κυκλικά. Όταν περιέστρεφαν τη μπουκάλα και σταματούσε, έδειχνε με το στόμιό της κάποια παίκτρια ή παίκτη, που ήταν υποχρεωμένος να φιλήσει στο στόμα την ή τον απέναντί του.

126 κινάρα (η) και κυνάρα, «γένος φυτών της τάξεως των συνθέτων, ακανθηφόρον, κηπευόμενον, δημ. αγκινάρα : Πτολ. Ενεργ. ΙΖ», Πάπ. «πέμψον ημίν κινάρας», Διοσκ. 3,8» καυλοκινάρα (η) ο καυλός, το στέλεχος της κινάρας : Γεωπ. 20, 31. Σημειώνεται ότι : Τα εν λόγω ξύλα αγριελιάς, οι παλιοί κρητικοί τα κρέμαγαν πίσω από την κεντρική είσοδο του σπιτιού τους και τους χρησίμευαν ως αμυντικά όπλα - ρόπαλα. Άλλοτε πάλι κάρφωναν ακέφαλα καρφιά ή με κεφάλι στη ρίζα τους και τα χρησιμποιούσαν ως κυνηγετικά ή και επιθετικά όπλα. Πληροφορίες : Σκουλάς Αλκιβιάδης, βλ. σημ. 25. * Καρκανάκης Γιώργης του Εμμ., ετών 71 (1981), από Γωνιές Πεδιάδος... * Παπαδοκωστάκης Γεώργιος του Νικ., βλ. σημ. 61. * Πετροδασκαλάκης Γεώργιος του Αντων., βλ. σημ. 61. * γουρούνα (η) & γρούνα [...] «παιδιά, καθ’ ήν καταβάλλεται προσπάθεια εισαγωγής τεμαχίου ξύλου ή άλλου σφαιρικού αντικειμένου, γουρούνας καλουμένου, εντός λάκκου κειμένου εις το κέντρον του κύκλου...». Αξίζει να σημειωθεί, ότι : Το εν λόγω παιγνίδι το έπαιζαν οι αρχαίοι Έλληνες και χρησιμοποιούσαν παραφυάδες δέντρων, για να «ερμομαχούν», όπως αναφέρει ο Ησύχιος, ο λεξικογράφος (450; μ.Χ.) στη λέξη ερμαί : [«ερρμαί, (δηλαδή), παραφυάδια δένδρων, οις παίζοντες ερμομαχείν λέγουσιν», βλ. και «ερμομαχέω, παίζω διά παραφυάδων δένδρων αχρήστων» ].

127 πεντόβωλα (τα) «σχόλ. ορθότ., πεντόβολα, παιδικό παιγνίδι κατά το οποίο οι παίκτες έχουν πέντε βώλους ή λιθαράκια ο καθένας, τα πετούν με συγκεκριμένους συνδιασμούς στον αέρα και προσπαθούν να τα ξαναπιάσουν με το ίδιο χέρι», επίσης, και οι βώλοι ή τα λιθαράκια με τα οποία παίζεται το ππαραπάνω παιγνίδι». «Παιδιά δια πέντε βώλων ήλιθιδίων άτινα αναρρίπτων συλλαμβάνει ο παίκτης κατά την πτώσιν, πεντάλιθα & πεντέλιθα» * πεντέλιθα (τα) ή πεντέλιθοι (οι) «η παιδιά η γινομένη δια πέντε μικρών λίθων, τα πεντόβολα». Αριστοφάνης (425π.Χ.) αποσπάσματα 366 «πεντελίθοις παίζειν», «παιδιά ιδίως γυναικεία, καθ’ ήν έρριπτον προς τα άνω πέντε λιθίδια ή ψήφους ή αστραγάλους και εδέχοντο πίπτοντας κατά το οπισθέναρ, δηλ. το έξω της χειρός, το αντίθετον της παλάμης (θέναρ)». * πεντελιθίζω (πεντέλιθα) «παίζω την παιδιάν πεντέλιθα», βλ. Φώτιος ο Μέγας (+891 μ. Χ.) 411,3 «πεντελιθίζειν….» και έργο Ερμίππου, κωμικού (432 π.Χ.). * πεντέλιθοι (οι) «οι πέντε λίθοι (πεντόβολα)», «πεντελίθοις παίζειν, παιδιά κυρίως των γυναικών, καθ΄ήν πέντε λιθίδια ή ψήφους ή αστραγάλους έρριπτον προς τα άνω και πίπτοντας εδέχοντο αυτούς κατά το οπισθέναρ, δηλ. το έξω της χειρός, το αντίθετον της παλάμης (θέναρ)»

128 Πληροφορίες : * Μακράκη Μαρίκα του Κωνστ., συζ. Κων. Σηφάκη, ετών 68(1991), από Κασταμονίτσα.... * Τσαπάκη Θεοδοσία του Κων., σύζ. π. Εμμ. Καλαϊτζάκη, ετών 66 (1999), από Κασταμονίτσα, κάτοικος Αθηνών.