7. Ζώνη

Παίζεται από 5-10 παιδιά, μόνο αγόρια ή μόνο κορίτσια ή κι από τα δυό φύλα. Επίσης, χρειάζεται ένας εξωτερικός ή και εσωτερικός χώρος και μια ζώνη ( συνήθως πέτσινη), που τη διπλώνανε στα δυό για να χτυπούνε μ’ αυτή τους συμπαίκτες τους.

Τα παιδιά κάθιζαν χάμω οκλαδόν, σε κυκλικό σχήμα. Έπρεπε να κοιτάζουν προς το κέντρο του κύκλου και απαγορευόταν αυστηρά να λοξοκοιτάζουν. Ένα απ’ αυτά, εκείνο που έμενε όρθιο, κρατούσε τη ζώνη πίσω του ή την έκρυβε στα ρούχα του. Έτρεχε γύρω από τα καθιστά παιδιά και άφηνε κρυφά τη ζώνη πίσω από κάποιο καθιστό παίκτη. Αν ο όρθιος παίκτης προλάβαινε να κάνει τον κύκλο, χωρίς το καθιστό παιδί να καταλάβει ότι η ζώνη βρισκόταν πίσω του, έπαιρνε τη ζώνη και χτυπούσε τον καθιστό παίκτη μέχρι να κάνει τον κύκλο και να καθίσει στη θέση του. Στην αντίθετη περίπτωση, το καθιστό παιδί έπαιρνε τη ζώνη και χτυπούσε τον όρθιο παίκτη, μέχρι εκείνος να βρει άδεια θέση και να καθίσει129.

Ακολουθεί το ομαδικό παιγνίδι αμάδες, που στην Κρήτη το έλεγαν :

8. Απαλέθια

Και παίζονταν από 2, 4, 6, 8, 10 ή και περισσότερα αγόρια, που χωρίζονταν σε δυό ομάδες. Κάθε παίκτης είχε κι από ένα απαλέτι (βλ. σημ.102), κατάλληλο για το χέρι και τις δυνάμεις του. Το παιγνίδι χρειαζόταν και μια μικρή κόλουρη ρομβοειδή ή πυραμοειδή πέτρα, που την έλεγαν μούτσο (βλ. και σημ.101).

Τα παιδιά και οι ομάδες έπαιρναν κάποιον αριθμό, με ένα από τα προκαταρτικά παιγνίδια που αναφέρθηκαν πριν. Χάραζαν γραμμή παιγνιδιού και τοποθετούσαν σε ορισμένο σημείο το μούτσο, 4-6 μέτρα μακρύτερα, στον εξοχικό χώρο που ήθελαν να παίξουν.

Από τη γραμμή παιγνιδιού, οι παίκτες της πρώτης ομάδας αρχικά, ανάλογα με τον αριθμό τους, έρριχναν το απαλέτι τους προς το μούτσο. Αν πετύχαιναν να μετακινήσουν το μούτσο, μετρούσαν με πατήματα, που τα έλεγαν πατούχες, πατουχιές ή ζάλα, (βλ. σημ. 103), την απόσταση από το ορισμένο σταθερό σημείο του μέχρι τη θέση που τον είχαν μετακινήσει. Η ομάδα που συμπλήρωνε πρώτη τα εκατό (100) ζάλα (βαθμούς), νικούσε και τιμωρούσε τους αντιπάλους της.

Το ίδιο παιγνίδι παιζόταν και από νέους ή και άνδρες, τις Κυριακές, τις Μ. Απόκριες και άλλες γιορτές, με χρήματα (κέρματα) που τοποθετούσαν πάνω στον μπάστακα ή μούτσο ή φίτσο. Το τυχερό αυτό παιγνίδι το ονόμαζαν τσούκο και παιζόταν με πολλούς τρόπους. Ένας απ’ αυτούς είναι και ο επόμενος : Κάθε παίκτης, που διάλεγε τον αντίπαλό του, έβαζε πάνω στον μούτσο - τσούκο από μια δεκάρα, μια εικοσάρα, ένα πενηνταράκι, μια δραχμή και σε σπάνιες περιπτώσεις ένα δίφραγκο. Ο αρχηγός σχημάτιζε , με κάρβουνο ή με κιμωλία, ένα κύκλο γύρω από τον τσούκο με τα κέρματα. Όλοι μαζί συμφωνούσαν για το κυρίαρχο μέρος των κερμάτων, π.χ. το κορώνα, που αντιστοιχούσε στον πρώτο παίκτη, ενώ τα γράμματα τα «έπαιρνε» ο αντίπαλός του. Όταν στόχευε με το απάλέτι του ο παίκτης κι έρριχνε τον τσούκο με τα κέρματα, αυτά που έμεναν μέσα στον κύκλο και έδειχναν κορώνα πήγαιναν στην τσέπη του ή και αντίστροφα. Τα άλλα, που έδειχναν γράμματα, πήγαιναν στον αντίπαλό του. Τα κέρματα, που έφευγαν έξω από τον κύκλο, τα διεκδικούσαν οι δύο παίκτες ρίχνοντας το απαλέτι τους από τη γραμμή παιγνιδιού, με στόχο και σκοπό να παραμείνει το απαλέτι πιο κοντά ή πάνω στο κέρμα.

Να σημειωθεί εδώ ότι σε άλλες , πιο σπάνιες περιπτώσεις, που το παιγνίδι παιζόταν από κορίτσια και αγόρια, το «έπαθλο» ήταν ένα φιλί 130.

Ακολουθεί το παιδικό παιγνίδι, που λέγεται : Ζωντανή σβούρα ή

9. Μαϊνέλια (τα).

Η λέξη προέρχεται από τον όρο μαϊνέλα (η). Έτσι έλεγαν το ξύλινο εργαλείο της παλιάς φάμπρικας, που χρησίμευε στο σφίξιμο της ζύμης του ελαιόκαρπου, για να βγει το λάδι. Το εργαλείο αυτό το έλεγαν και μποντζαργάτη. Το παιγνίδι παιζόταν με πολλόυς τρόπους. Eνας απ’ αυτούς είναι και ο εξής :

Δυό κοριτσάκια, δυό αγοράκια ή αγόρι και κορίτσι, το ένα απέναντι στο άλλο, πιάνονται δυνατά κι από τα δυό τους χέρια. Απομακρύνονται, όσο επιτρέπει το μήκος των χεριών τους, ενώνουν τις μύτες των αριστερών τους ποδιών, ενώ οι φτέρνες πατούν στο χώμα. Με το δεξιό τους πόδι παίρνουν φόρα και γυρίζουν, όπως η σβούρα, στα ενωμένα αριστερά τους πέλματα. Η κίνηση γίνεται πιο εύκολη, όταν οι παίκτες βάζουν μια στογγυλή πέτρα, ως βάση, ανάμεσα στα αριστερά τους πέλματα131.

Ακολουθεί το ομαδικό παιδικό παιγνίδι που λέγεται :

10. Ντελής132.

Και παίζεται από μία ή και δύο ομάδες, 4 -12 αγοριών, σε εξοχικό χώρο. Χρειάζεται μια διπλή μάϊνα, δηλαδή δυό πέτρες που σχηματίζουν παραστιά, μια λεπτή ξύλινη βέργα, ντελόβεργα τη λέγαμε, μήκους 60 εκατ. περίπου και ένα ντελί (το), δηλαδή μια λεπτή ξύλινη βέργα 25 εκατ. μήκος.

Ο παίκτης-αρχηγός, που ορίζεται από κάποιο προκαταρτικό παιγνίδι, παίρνει τη ντελόβεργα και το ντελί, πηγαίνει στη μάϊνα και παίζει το παιγνίδι με τους εξής πέντε τρόπους :

• Βάζει το ντελί στη διπλή μάϊνα και το χτυπά απευθείας με τη ντελόβεργα προς τους συμπαίκτες του. Όποιος παίκτης πιάσει το ντελί, το πετάει με δύναμη προς τον αρχηγό και τη μάϊνα. Αν ο αρχηγός καταφέρει να αποκρούσει, με τη ντελόβεργα το ντελί και το διώξει μακριά, μετράει ντελόβεργες ή ντάλιες από τη μάϊνα μέχρι τη θέση που βρίσκεται το ντελί και προσθέτει πόντους στον εαυτό του.

• Τοποθετεί το ντελί στην άκρη της μιάς πέτρας - μάϊνας, ώστε να εξέχει λίγο, για να το χτυπήσει με τη ντελόβεργα προς τους συμπαίκτες του κλπ.

• Σχηματίζει με τη διπλή μάϊνα και το ντελί ένα πι (π). Βάζει τη ντελόβεργα κάτω από το ντελί, το ανασηκώνει 60-70 εκατοστά επάνω και πριν πέσει χάμω το χτυπά δυνατά με τη ντελόβεργα προς τους συμπαίκτες του κλπ.

• Παίζει το λεγόμενο ασκέλι. Δηλαδή, σχηματίζει το π, βάζει τη ντελόβεργα κάτω από το ένα σκέλος του, ανασηκώνει το ντελί, βγάζει τη ντελόβεργα από το σκέλος του και πριν πέσει χάμω το ντελί, το χτυπά δυνατά κλπ.

• Εκτελεί τη λεγόμενη κωλιά (η) < κώλος. Δηλαδή, αφού σχηματίσει το π , ανασηκώνει το ντελί, έχοντας το χέρι του με τη ντελόβεργα στα οπίσθιά του, χτυπά όπως και πριν το ντελί κλπ. Με τη διαφορά ότι, τις ντάλιες, ντελιές, δηλαδή τους πόντους που κερδίζει ο πρώτος παίκτης τις υπολογίζει διπλές.

Το εν λόγω παιγνίδι παιζόταν και με άλλους τρόπους και είχε κι άλλους κανόνες, όπως :

• Στην περίπτωση που το ντελί πέσει χάμω, σε κάποια από τις 5 παραπάνω φάσεις του παιγνιδιού, χάνει ο αρχηγός και πηγαίνει μαζί με τους άλλους τους πολλούς συμπαίκτες του. Ή χρεώνεται με δέκα (10) αρνητικούς βαθμούς και τη θέση του την παίρνει ο δεύτερος αρχηγός.

• Όποιος παίκτης, από τους από κάτω τους πολλούς, πιάσει το ντελί στον αέρα, (το γεγονός αυτό το ονομάζουν ελιμά), κερδίζει δέκα βαθμούς και παίρνει τη θέση του αρχηγού.

• Εάν σε κάποια από τις πέντε φάσεις του παιγνιδιού ο αρχηγός δεν καταφέρει να κερδίσει πόντο, χάνει και πηγαίνει με τους πολλούς.

• Δυό παίκτες, ένας από κάθε ομάδα, αναλάμβαναν χρέη... διαιτητών. Δηλαδή, μετρούσαν και σημείωναν τους βαθμούς κάθε ομάδας ή κάθε παίκτη, ενθάρρυναν τους συμπαίκτες τους, αποθάρρυναν τους αντιπάλους, όριζαν τους πόντους της νίκης, που συνήθως ήσαν 100, τις τιμωρίες των νικημένων133 κλπ.

Να τονιστεί ότι, και το εν λόγω παιγνίδι ασκεί σε μεγάλο βαθμό την αμφιδεξιότητα του παίκτη-αρχηγού, που χειρίζεται τη ντελόβεργα και το ντελί, βλ. & σημ. 115.

Ακολουθεί ένα άλλο ομαδικό παιδικό, νεανικό ή και ανδρικό παιγνίδι, παρόμοιο με τη σκυταλοδρομία, που λέγεται :

11. Αυγοδρομία

Και παίζεται από δυό ομάδες αγοριών ή κοριτσιών, με 3-5 παίκτες και άνω η κάθε μία, που τοποθετούνται σε παράλληλες σειρές. Κάθε παίκτρια ή παίκτης έχει στην κατοχή του ένα κουτάλι, που κρατά με τα δόντια στο στόμα του. Ενώ ο αρχηγός κάθε ομάδας έχει στο χέρι του από ένα αυγό, συνήθως ψημένο ή και ξύλινο.

Με το σύνθημα, οι αρχηγοί των ομάδων τοποθετούν το αυγό στο κουτάλι του πρώτου παίκτη της ομάδας τους.

Εάν ο χώρος του παιγνιδιού είναι μικρός (π.χ. δωμάτιο), ο παίκτης που δέχεται το αυγό στο κουτάλι του, τρέχει προσεκτικά κάνοντας τον κύκλο των συμπαικτών του. Αφήνει το αυγό στο κουτάλι του δεύτερου συμπαίκτη του, χωρίς να χρησιμοποιήσει τα χέρια του και τοποθετείται στην αρχική του θέση. Το ίδιο επαναλαμβάνει και ο δεύτερος, ο τρίτος κλπ. της κάθε ομάδας.

Όταν ο χώρος είναι μεγάλος (εξοχή, δρόμος, πλατεία κλπ.), ο παίκτης που δέχεται το αυγό στο κουτάλι του, τρέχει προσεκτικά κάνοντας τον κύκλο των συμπαικτών και του αρχηγού του που στέκεται σε κάπως μακρυνή απόσταση και αφήνει με τον ίδιο τρόπο το αυγό του στο κουτάλι του δεύτερου παίκτη της ομάδας του.

Όποια ομάδα φέρει πρώτη το αυγό και το παραδώσει στον αρχηγό της, αναδεικνύεται νικήτρια.

Η παίκτρια ή ο παίκτης, που αφήσει το αυγό του να πέσει χάμω, καταδικάζει την ομάδα του σε ήττα, ή χρεώνεται με αρνητικούς βαθμούς. Ενώ σε άλλες περιπτώσεις, που τα αυγά είναι ξύλινα, το πέσιμό του από το κουτάλι συνεπάγεται μόνο χάσιμο χρόνου.

Η νικημένη ομάδα υποχρεώνεται να… εκτελέσει τις όποιες συμφωνημένες τιμωρίες. Ενώ, όταν οι παίκτριες και οι παίκτες βάλουν στοίχημα, κρυφοαγαπιούνται, είναι αρραβωνιασμένοι ή παντρεμένοι , οι «τιμωρίες» είναι (κρυφές ή φανερές) πολλές και διάφορες, μέχρι και παράδοξες133.

Άλλα παιγνίδια, αρχαία ή νεώτερα, παιδικά ή όχι, που προετοίμαζαν -κατά κάποιο τρόπο- τα καθαυτό παιγνίδια του στρούμπου ή παίζονταν σε διάφορες άλλες φάσεις της ανθρώπινης διασκέδασης - δραστηριότητας και μπόρεσα να βρω, είναι : Η ακινητίνδα ή βασιλίνδα ή άγαλμα (το), * το αντέμι ή πιλάλα (η),* η απάλα,* η αουρία ή μύλος (ο), * ο ασκωλιασμός ή κουτσαλωνάκι (το) ή κουτσό ή κουτσάκι ή κουτσαντάρης (ο), * ο αστράγαλος ή αστράγαλοι (οι) ή κότσι (το) ή βεζίρης (ο) ή χιάς (η) ή σιστί (το), * η βούγγα, * η βροντάρα ή σουμακλί (το), * το γιάντες, * το γκεζάκι ή γκεζί ή ώμιλλα (η), * ο γλωσσοδέτης ή γλωσσοδέτια (τα) ή γλωσσοδέτι (το) ή γλωσσολύτης (ο) ή καθαρογλώσσημα (το), * οι γωνίτσες, * η διελκυνστίνδα ή γραμμή, * ο επίσκυρος ή επίκοινος (ο) ή εφηβική (η), * εποστρακισμός (ο) ή εποστράκισμα (το) * ο εφεδρισμός ή εγκοτύλη (η) ή καβάλλα (η) ή μηλαράκια (τα) , * το ζάρι, * το ζατρίκιον ή σκάκι (το), * τα κουταλάκια, * * η κρικηλασία ή τσέρκι, * το κρυφτό ή κρυφτούλι ή κρυψούλι ή κρυπτίνδα (επίρρ.), * το μπίζ(ι), * το οστομάχιον, * η παπαδία ή παπαδιά, * πλαταγώνιον (το) * η πλειστοβολίνδα, * τα ρούμπαλα ή καλόγριες (οι), * σείστρον (το) ή σείστρος (ο) * τα σκλαβάκια ή σκλαβάκι (το) ή αμπάρα (η) ή μπάρα ή αμπάριζα, * το στητό, * η σχοινοφιλίνδα ή λουρίδα ή λουριδίτσα, * η ταβλιόπη, * η τρίλια ή τρίλιζα ή τριόδα ή τριόδι (το) ή τρίτσα (η), * η τραμπάλα ή αιώρα ή κηλώνιον (το), * το τσικάκι ή τσούκος (ο) ή στρουμπιστό (το), * η τσούνια ή τσούνι (το), * η τυφλόμυγα ή δραπετίνδα ή μυϊνδα ή μυία χαλκή, * η φεννίς ή φεννίτιδα, * η χάσκα, * η χειροβάδισις ή χειροβάδισμα (το) ή κυβίστησις (η), * τα ψωμάκια134 κ.ά.

Περνούμε αμέσως στα καθ’ αυτό παιγνίδια :

ΙΙΙ. ΤΟΥ ΣΤΡΟΥΜΠΟΥ

(1. Το παιγνίδι στρούμπος. 2. Ο οδοντογιατρός. 3. Το τηλεσκόπιο. 4. Το δαχτυλιδι. 5. Τ΄ ανιόματα. 6. Η ζωντανή σβούρα. 7. Ο Μαστραπάς. 8. Η κλώσσα. 9. Η βιτσίλα. 10. Το χωνί. 11. Ο μυλωνάς.)

1. Το παιγνίδι στρούμπος

Aπαραίτητο και πρώτο εθιμικό στοιχείο κάθε στρούμπου, είναι το ομώνυμο παιγνίδι, που έδωσε και το όνομά του σ’ ολόκληρο το έθιμο.

Το παιγνίδι αυτό, από μέρος σε μέρος, παρουσιάζει αρκετές μικρές ή μεγάλες διαφορές. Αυτό οφείλεται στο συγκεκριμένο χωριό ή κωμόπολη, τον χώρο, την εποχή, τον άνθρωπο που ήταν αρχηγός-μάννα και στις συνθήκες, κάτω από τις οποίες, παιζόταν το παιγνίδι. Αυτές οι διαφορές όχι μόνο δεν έβλαψαν το εν λόγω παιγνίδι και γενικά το έθιμο, αλλά αντίθετα το έκαναν πιο ποικίλο, πιο ζωντανό και πάντα σύγχρονο.

Πως παιζόταν όμως το παιγνίδι στρούμπος ; Πολλοί αφηγητές μου,τους οποίους ευχαριστώ και πάλι θερμά, μου έδωσαν πολύτιμες και χαρακτηριστικές πληροφορίες για το κύριο παιγνίδι του εθίμου135. Προτιμήθηκε η αφήγηση ενός 70χρονου, ανώνυμου Λασιθιώτη. Ας την απολαύσομε : « Η μάννα, ντελόγο μετά τον πρώτο χορό, παίρνει μια μεγάλη κατσούνα και δίδει εντολή να στρώσουν σε κειονά το μέρος που γίνεται ο χορός, μια διπλή τσούλα (κουρελού). Απάνω τζης στρώνουνε μια πατανία. Και στη μια μεριά τζης βάνουνε δυό μαξελάρια. Απάνω ‘κειά βάνουνε ένα σεντόνι. Ύστερα, η μάννα, καλεί το Λούχουνο και τη μαμμή να ξαπλώσουνε στην πατανία (κουβέρτα) μούρη με μούρη, για νά ‘ναι οι πισινοί ν-τως σε κατάλληλη θέση για τσι… ξυλιές. Μετά, παίρνουνε μια μακρυλή, αργαστηρένια πέτσα και τση δένουνε έναν κόμπο στη μια τζης άκρα. Στο μεταξύ η μάννα σκεπάζει με το σεντόνι τα κεφάλια του λούχουνου και τση μαμμής. Ένας απ’ όλους, παίρνει ύστερα τη πέτσα με τον κόμπο και φοβερίζει φωναχτά :

- Εδά δα δείτε ίντα δα σας-ε κάμω ‘γώωωω... Και εννοεί ότι θα τους βαρέσει με τον κόμπο. Δεν χτυπάει όμως ο ίδιος, μα ένας... άλλος!

- Άμα φάει τη ξυλιά ο λούχουνος, φωνιάζει άαα.... Γιατί, οι ξυλιές με τον κόμπο πονούνε πολύ... και συνεχίζει και λέει :

- Σύντεκνε, εβαρίκασί μου...

- Εβαρίκασί σου ; Και ποιος σου βάρηκε μπρέ..., ρωτά η μάννα, που κάθεται σ’ ένα σκαμνί κοντά στα κεφάλια των ξαπλωμένων, κρατώντας το σεντόνι στα κεφάλια τους, για να μη βλέπουν ποιοί τσι χτυπούνε..

- Ο... τάδε. Και λέει ένα όνομα από τους παίχτες που παίρνουν μέρος.

- Άμα βρει τον... ένοχο, σηκώνεται ο χτυπημένος και τη θέση του παίρνει αυτός που χτύπησε. Αν όχι, τότε συνεχίζει να χτυπά ο ίδιος ή άλλος, πότε τη μαμμή και πότε το Λούχουνο, μέχρι να βρεθεί ο... ένοχος.

Σε πολλές περιπτώσεις η μάννα ‘μολογά με συνθήματα (ένα ή περισσότερα χτυπήματα στον ώμο του χτυπημένου, ένα αναστεναγμό, ένα βήξιμο, ένα σκούντημα, ένα ειδικό πιάσιμο τση κατσούνας ή ό,τι άλλο έχουν συμφωνήσει από πρίν, ποιος είναι ο... ένοχος».

Σύμφωνα με άλλη διήγηση : « Πρώτα ξαπλώνει ο πατέρας του παιδιού στην πατανία μπρούμυτα. Ύστερα τον-ε κουκουλώνει, μαθές, ο σύντεκνος, η μάννα δηλαδή, που πρέπει νάναι δίκαιος και αμερόληπτος, να σε χαρώ. Το κατόπι, παίρνει ο σύντενος τη κατσούνα ν-του και μια στενομάκρουλη, αργαστηρένια πέτσα (υφαντή πετσέτα). Τση δένει έναν κόμπο και την-ε παραδίδει, χωρίς να μιλεί, στον παίκτη που θα πρωτοχτυπήσει τον ξαπλωμένο πατέρα του κοπελιού.

Μόλις χτυπηθεί ο λούχουνος, διαμαρτύρεται και φωνάζει ώωω.. και λέει στη μάννα :

- Σύντεκνε, εβαρήκανέ μου...

- Ποιος ; ‘ρωτά η μάννα.

- Ο κουκουλωμένος και χτυπημένος, πατέρας του κοπελιού, προσπαθεί να μαντέψει ποιος τον χτύπησε και λέει ένα όνομα, πχ. Ο Γιώργης... Στο μεταξύ, όλοι γελούν και πιο πολύ άμα ο κουκουλωμένος ανακαλύψει το... δράστη. Οπόταν, ο... ένοχος ξαπλώνει στην πατανία. Και ο χτυπημένος ή ένας άλλος τον-ε χτυπάει και συνεχίζεται το παιγνίδι.

Το λοιπόν, ο σύντεκνος, η μάννα δηλαδή, έχει κι αυτός δικαίωμα να χτυπήσει -συνεχίζει ο συνομιλήτής μου- τον ξαπλωμένο. Κι αν τον ανακαλύψει ο χτυπημένος, μπαίνει η μάννα αποκάτω, κι αυτός όχι μόνο σηκώνεται αλλά ύστερις κάνει και τον αρχηγό στο παιγνίδι, το σύντεκνο δηλαδή του στρούμπου.

Το παιγνίδι αποκτά ενδιαφέρον, άμα άλλος φωνιάζει και φοβερίζει πως δα (θα) χτυπήσει κι άλλος χτυπάει ή όταν, χτυπήσει κάποιος άγνωστος και καινουργιοφερμένος.

Όσην ώρα παίζεται το παγνίδι - στρούμπος, γίνονται δυό και τρείς ανάπαυλες για να δούνε τον καλοβάτη που τον-ε λένε και ξυλοπόδαρο ή άλλα παιγνίδια του εθίμου, να πιούν όλοι, να συμφωνήσουν ποιος ήταν ο πιο έξυπνος, πιο πονηρός, κατεργάρης και πανούργος τση βραδυάς και να συνεχιστεί το κέφι136. Αυτά, (σ.σ.) λίγο ως πολύ, θυμίζουν τη ρήση του αρχαίου Αριστοφάνη, που αποφαίνεται, λέγοντας ότι : «Των φαύλων, μόνον ο φαυλότερος νικά». Όμως, να συνεχίσομε...

Στο χωριό Γωνιές Πεδιάδος, το παιγνίδι του στρούμπου -τα παλιά χρόνια- παιζόταν κάπως διαφορετικά, σύμφωνα με όσα θυμάται 98χρονος αφηγητής μου. « Όσοι είχανε -παιδί μου- το καερέτι να παίξουνε το στρούμπο, εφήνανε όλοι (εξόν από το σύντεκνο) τσι κατσούνες ν-τως εκειά σε μιαν άκρα, επιάνανε τα χέρια ν-τως κι εκάνανε ένα μεγάλο κύκλο. Μέσα εκειά εβάνανε ένα τρίποδα. Κι απάνω ‘κειά εκαθίζανε εκειονά α-πού ‘θελα του κολούνε. Του δένανε ομπρός τ’ αμάθια ν-του μ’ ένα κεφαλομάντηλο. Και το κατόπι του κολούσανε με μιαν αργαστηρόπετσα στη κατήνα (πλάτη). Κι επόνιενε πρέπει η παντέρμη, γιατ’ είχαν-ε δεμένο ένα κόμπο στην άκρα.

Ε εκειονοσάς, ‘δά, απούτρωε τσι ξυλιές, ήπρεπε να μολοήσει : Ποιος τού ‘παιξε. Αν-ε τον ηύρισκε, εκάθιζεν-ε ο άλλος στο τρίποδα. Ειδάλλως, ήπιανε ένας άλλος τη πέτσα και εκόλανε πάλι του ίδιου137».

Στο χωριό Μαγουλά του Λασηθίου, το ίδιο παιγνίδι παιζόταν διαφορετικά. Κάποιος, η μάννα, καθόταν σε μια καρέκλα. Ο «τυχερός», που έβγαινε με τον κλήρο ή με κάποιο από τα προκαταρτικά παιγνίδια, κάθιζε σε σκαμνί και έβαζε το κεφάλι του μέσα στα γόνατα της μάννας. Εκείνη του έκρυβε τα μάτια με μαντήλι ή με τά χέρια, σφίγγοντας το κεφάλι του με τα γόνατα. Οι άλλοι, μετά, τον χτυπούσαν κλπ.138

Ένα άλλο παιγνίδι, που συνηθίζονταν πολύ στους στρούμπους, ήταν :

2. Ο «οδοντογιατρός»

Σ’ ένα στρούμπο, που έγινε στην Κασταμονίτσα, το έτος 1960, παίχτηκαν αρκετά πρωτότυπα παιγνίδια. Ένα απ’ αυτά είναι και αυτό που ακολουθεί. Το εμπνεύστηκε ο αφηγητής μου, που στο στρούμπο εκείνο έκανε τη μάννα. Ας τον ακούσομε :

«Ε-τότε-σάς, θυμούμαι, εδιάλεξα μια κορασοπούλα κι ένα ντελικανή, α-πού ‘χανε σεβντά συναμεταξύ ν-τως, για να παίξωμε τον... οδοντογιατρό.

Επήρα, το λοιπόν, τη κορασοπούλα παράμερα και τσ’ είπα : Γιά-ε Δ...,

παιδί μου, να σου βάλω θέλει ένα τσεμπέρι στη κεφαλή. Ύστερα δα (θα) γεμίσεις το στόμα σου με νερό και δα φουσκώνεις το ένα σου μάγουλο, για να φαίνεται πως πονεί το αντόντι σου. Άμα ετοιμαστείς, δα πας να κάτσεις στη καθέγλα του οδοντογιατρού. Ότι και να σου λένε, εσύ δε δα βγάνεις άχνα. Μόνο μμμ..., μμμ..., μμμ..., δα λες. Και δα δείχνεις το μάγουλό σου, με το δαχτύλι σου, για να καταλαβαίνουνε οι γι-άλλοι πως το αντόντι σου είναι πρησμένο και... πονεί.

Ύστερα, όντε (όταν) δα νάρθει ο οδοντογιατρός να σου χαϊδεύγει το φουσκωμένο μάγουλο, εσύ δα κάνεις πως... πονείς. Κι άμα σου χαϊδέψει και τα δυό μάγουλα, εσύ δα τον-ε μπουτήξεις (καταβρέξεις) με το νερό στη μούρη! Εκατάλαβές τα -παιδί μου- καλά, ετσά ‘που σου τά ‘πα ;

- Ναι, θείο, εκατάλβά τα.

- Έ άμε ‘δά (τώρα), να κάμεις ό,τι σού ‘πα...

Το κατόπι (στη συνέχεια) επήρα, που λες, παράμερα και το ντελικανή και του... αρμήνεψα (τον συμβούλεψα):

- Γιά-ε, Γ..., παιδί μου. Εσύ δα πας στο μουτουπάκι (κουζίνα), να μουζώσεις (μουτζουρώσεις) τα χέρια σου, με τη μουζουδιά του τηγανιού. Ύστερα δα βάλεις τα χέρια οπίσω σου, για να μην τα θωρούνε οι γι-άλλοι πως είναι μουζωμένα. Σε λιγάκι, δα προπατείς σιγά-σιγά και καμαρωτά. Δα παριστάνεις δηλαδή τον... οδοντογιατρό. Άμα πας κοντά στην... άρρωστη, δα κάμεις δυό τρεις κύκλους γύρω-γύρω από τη καθέγλα α-που δα κάθεται. Δα την-ε ξανοίγεις (κοιτάζεις) μόνο, χωρίς να τση μιλείς. Και σε λιγάκι δα την-ε ρωτήξεις, ιντά‘χει. Αυτή δε δα (θα) σου μιλεί, μόνο δα σου δείχνει το μάγουλό τζης. Για να καταλάβεις δηλαδή, πως το αντόντι (δόντι) τζης είναι πρησμένο και πονεί κιόλας.

Εσύ δα τση πιάσεις τη κεφαλή. Κι ύστερα δα τση χαϊδέψεις, πρώτα το πρησμένο μάγουλο και μετά και το άλλο, για να την-ε μουζώσεις ! Να μη τσ΄ ανοίξεις όμως το στόμα, γροικάς (ακούς) Γ..., παιδί μου ;

- Ναι θείε, να μείνεις ήσυχος.

- Έ, μα το Θιό μου, ίδια ετσά εγίνηκε-νε κιόλας, να σε χαρώ. Και ψυχανεμίζεσαι (καταλαβαίνεις), επάθανέν-τηνε κι οι δυό! Μόνο πώς, ο... οδοντογιατρός το κατάλαβε μπλιό ογλήγορα κι ήφυγε ντελόγο (αμέσως) να πάει να πλυθεί. Μα κι η κορασοπούλα δεν επόμεινε, πούρι, οπίσω. Εγέλανε, μαθές, μιάολιά (λίγη) ώρα κι αυτή μαζί με τσ’ άλλους αθρώπους. Μα ύστερα τσ’ είπανε, πως κι η ίδια ήτανε... μουζωμένη! Κι ήσφιξε (έτρεξε) ντελόγο κι αυτή κι επήενε (πήγε) και πλύθηκε.139»

Συνεχίζομε με ένα άλλο διασκεδαστικό καi οδυνηρό, επίσης, για τους πρωταγωνιστές του παιγνίδι, που συνηθίζεται να παίζεται μόνο σε στρούμπους και λέγεται :

3. Το τηλεσκόπιο.

Στο στρούμπο εκειονά (εκείνο), θυμούμαι, να σε χαρώ, επαίξαμε-νε ,πούρι, και το τηλεσκόπιο! Ετότεσάς (τότε) ήκανα ‘γώ, ένα κολάϊ (μια περίοδο) τη μάννα κι ήπρεπε να οργανώσω εγώ το παιγνίδι. Κι ετσά εγίνηκε-νε κιόλας. Εστάθηκα , που λές, στη μέση στο πόρτεγο, εκειά α-που εκάναμε το στρούμπο. Εσήκωσα τα χέρια μου ψηλά κι εφώνιαξα... Έεεε, σωπάσετεεε... Σωπάσετε, να παίξωμε-νε ένα όμορφο παιγνίδι του στρούμπου. Ποιος θέλει να ‘ρθεί να παίξωμε το... τηλεσκόπιο ;

Επροθυμοποιήθηκε, που λές, ετότεσάς ένας νεαρός, α-που δεν εκάτεχε πως επαίζουνταν-ε το τηλεσκόπιο και μου απηλοήθηκε...

- Εγώ δα νάρθω, θείε...

- Έ, έλα παιδί μου Μ... επαέ (εδώ) στη μέση... Βγάλε, ‘δα, το σάκκο σου και βάλετο-νε απάνω στη κεφαλή σου. Φέρε ‘δά (έλα τώρα), να σηκώσωμε τη μανίκα (το μανίκι) ψηλά. Ξάνοιγε ‘δα (κοίταξε τώρα), μέσα από τη μανίκα το ταβάνι και σε λιγάκι δα δεις... τ’ άστρα!!!

Στο μεταξύ, που λές, εγώ ‘χα έτοιμο ένα κάρτο (μια λαμαρινένια κανάτα) γεμάτο νερό και του το ‘χυσα στη μανίκα!

Το εν λόγω παιγνίδι, ανάλογα με την περιοχή που παίζεται, έχει κι άλλες ονομασίες, όπως : «το κατέβασμα του άστρου», «το παιγνίδι του τηλεφώνου», «το αστροπελέκι», «το μπουγέλλο», «το δρόσισμα»140 κ.λπ.

Ένα άλλο παιγνίδι του στρούμπου, που παιζόταν από άνδρες και γυναίκες-ζευγάρια, είναι :

4. Το δαχτυλίδι.

Η εξέλιξη, ή κάποια άλλη εκδοχή, του παιγνιδιού χάσκα (η), βλ. σημ. 134.

Όποιος κάνει τη μάννα στο στρούμπο, παίρνει ένα δαχτυλίδι. Το δένει με μια κλωστή ή μ’ ένα σπάγγο του μέτρου. Ύστερα βγαίνει απάνω σε μια καθέγλα και λέει :

- Ποιοί θέλετε να παίξωμε το δαχτυλίδι ;

Άμα βρεθούνε οι εθελοντές, τσι χωρίζει η μάννα σε ζευγάρια. Μόνο που επαδά (εδώ) χρειάζεται μεγάλη προσοχή, στο σχηματισμό δηλαδή των ζευγαριών, για να μη γενεί κιαμμιά παραξήγηση. Και βρεί το μπελά τζης η μάννα και χαλάσει και ο στρούμπος. Για κειονά (γιαυτό), η μάννα ξεχωρίζει σε ζευγάρια τσι νεαρούς με τσι κοπελιές απού ‘ναι αρραβωνιασμένοι ή αγαπιούνται φανερά κι είναι λογοστεμένοι. Ύστερα κανονίζει τα κρυφά ζευγάρια. Τσι ντεληκανήδες δηλαδή και τσι κορασοπούλες α-που κρυφοαγαπιούνται. Και στο τέλος αφήνει τσι μοναχικούς,που τσι κάνει ζευγάρια, νεαρό με νεαρό και κοπελιά με κοπελιά.

Άμα γενούνε όλοι ζευγάρια, παίρνει η μάννα το πρώτο ζευγάρι και τσι τοποθετεί μπροστά στη καθέγλα, τον ένα απέναντι στον άλλο. Βγαίνει η μάννα απάνω στη καθέγλα και στέκεται όρθια. Μετά, παίρνει το δαχτυλίδι, το κρατεί από την κορυφή τσι κλωστής και το κουνεί απάνω-κάτω, πέρα-πόδε, ανάμεσά ν-τως. Αυτοί προσπαθούνε να το φιλήσουν. Την ώρα που πλησιάζουν να φιλήσουν το δαχτυλίδι, η μάννα το τραβάει απότομα. Κι έτσι αυτοί φιλιούνται συναμεταξύ ν-τως. Αυτό συνεχίζεται, μέχρι να φιληθούν όλα τα ζευγάρια141»

Ακολουθεί το παιγνίδι με τ’ανιόματα (αινίγματα).



Yποσημειώσεις 9ου μέρους

129 Αφήγηση : * Ανδριανάκη Δέσποινα, συζ. Εμμ. Φραγκιαδάκη, βλ. σημ. 80. * Ανδριανάκη Άννα του Γ., συζυγος Στυλ. Καλαϊτζάκη, βλ. σημ. 78.

130 Πληροφορίες : * Καλαϊτζάκης Στυλιανός του Ιωάν., βλ. σημ 9, * Παραγιουδάκης Κων., ετών 76 (1988), από Πασαλίτες Μυλοποτάμου, Ρεθύμνου. * Δετοράκης Ελευθέριος του Αντων., βλ. σημ. 9, * Ανώνυμος 70χρονος Λασιθιώτης * Παπαδοκωστάκης Γεώργιος του Νικ., βλ. σημ. 61. * μπάστακας (ο) < ιταλ. basta = μπάστα = αρκεί, ως εδώ, σταμάτα !, « βώλος, πέτρα που χρησιμεύει ως στόχος στο παιγνίδι αμάδες, άνθρωπος που κολλάει σε μια θέση, αμετακίνητος φύλακας».

131 Αφήγηση : * Χατζημιχάλη Μαρία, σύζ. Σάββα Βουγιούκα, ετών 81(1983), από Αλικαρνασσό Ηρακλείου Κρήτης. Πληροφορίες : * Καλαϊτζάκης Ιωάννης του Γεωργ. (Καντερογιάννης), βλ. σημ 124, * Ανδριανάκης Γεώργιος του Μιχ. (Μπαρμπαγιώργης), ετών 61(+1963), από Κασταμονίτσα...* Ψαράκη Αμαλία, σύζ. Ιωάν. Καλαϊτζάκη, (Καντερογιάννενα), ετών 105 (+1977), από Κασταμονίτσα Πεδιάδος, Ηρακλείου Κρήτης * Γερακιανάκη Κυριακή, συζ. Γ. Ανδριανάκη, βλ. σημ. 86. * Γερακιανάκη Μαλαματένια, συζ. Γ. Κοντάκη, βλ. σημ. 87.132 Ντελής & δελής (o) < deli, τολμηρός, κουζουλός, τρελός, μουρλός, παλαβός, βλαμμένος άνθρωπος. Και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο επίλεκτος ιππέας που προπορευόταν του στρατού.

133 Πληροφορίες : * Σκουλάς Αλκιβιάδης (Γρυλιός), βλ. σημ. 25, * Βαϊλάκης Γιώργος, (Παπατζιρίτης), βλ. σημ.27. * Ανώνυμος 70χρονος Λασιθιώτης. * Δηλαβεράκης Δημήτριος του Δαυίδ, βλ. σημ. 19 *Παπαδοκωστάκης Γεώργιος του Νικ., βλ.σημ.61, * Δετοράκης Ελευθέριος του Αντων., βλ. σημ. 9 *Ελευθέριος Κορνιλάκης του Ιωάν., βλ. σημ. 48. Οι… παράδοξες τιμωρίες ήσαν : * Ένα γομάρι (φορτίο) ξύλα. * Ένα ψυχικό (ημερομίσθιο δωρεάν). * Μια εκδρομή. * Ένα ακριβό φόρεμα ή κουστούμι. * Ένα δείπνο. * Μια ημέρα δουλικής υποταγής. * Μια ημέρα σιωπής. * Ο χαμένος να ταϊζει για μια εβδομάδα τα ζωντανά του σπιτιού κλπ., κλπ.

134 Πληροφορίες : * Καλαϊτζάκης Στυλιανός του Ιωάν., βλ. σημ. 9. * Ανδριανάκη Δέσποινα του Μιχ., σύζ. Εμμ. Φραγκιαδάκη, βλ. σημ 80.* Ανώνυμος 70χρονος Λασηθιώτης. * ακινητίνδα (η) «αρχαία ελληνική παιδιά, καθ’ ήν γίνεται άμιλλα παραμονής εν ακινησία με ωρισμένην στάσιν : Πολύδ. 9, 115, ακινητίνδα : άμιλλα του ακινητί μένειν, Πολύδ. 9, 110, ακινητίνδα παίζειν, ανάλογος σύγχρονος παιδιά : τα αγάλματα, καθ’ ήν ο χαμένος υποχρεούται να παραμείνη εις ήν στάσιν του επιβάλλει ο νικητής». * αντέμι (το) < τουρκ. ademi «παιγνίδιον του πηδήματος άλλως πιλάλα, παροιμ. : στ’ αντέμι πήε ο γέρος, επί του παρά το προβεβηκώς της ηλικίας νεανισκομένου». * απάλα (η) «παιδιά τις, παιζομένη υπό δυο ομάδων παίδων || δέσμη, χεριά, φουχτιά πράγματος τινός : μια απάλα μαλλιά.» * αουρία (η) «είδος παιδικού παιγνίου προσομοίου προς τον λεγόμενον μύλον : παιδικόν άθυρμα (= παίγνιον, μέσον με το οποίον παίζει τις : Οδ. Σ 323) έχον κατ’ ακτινοειδή διάταξιν χάρτινα πτερύγια περιστρεφόμενα υπό του ανέμου ομοίως είδος περιστρεφομένου πυροτεχνήματος, πυροστρόβιλος».* ασκωλιασμός (ο), το λεγόμενο κουτσό, «λαϊκή παιδιά εν Αττική κατά τα Διονύσια, το κουτσαλωνάκι Πολυδ. 9, 121» [....] «ο δ’ ασκωλιασμός του ετέρου ποδός αιωρουμένου κατά μόνου του ετέρου πηδάν εποίει, όπερ ασκωλιάζειν ονόμαζον» * αστράγαλος (ο) «σπόνδυλος ιδία του τραχήλου || [...] βραχύ οστούν του άκρου ποδός, κείμενον μεταξύ των οστών της κνήμης και του οστού της πτέρνης, έχον ανώμαλον κυβοειδές σχήμα : Πολυδ. 2, 192, ... || επί ζώων, το οστούν της αρθρώσεως του γόνατος των οπισθίων ποδών των διχήλων ζώων, κότσι (το)... || οι αστράγαλοι των ζώων οι προσαρτώμενοι εις τα άκρα βασανιστικής μάστιγος... Επίσης, «η παιδιά η παιζομένη δι’ αστραγάλων ζώων τινων και ιδία αρνίων, ως και οι προς την παιδιάν ταύτην χρησιμεύοντες φυσικοί κατ’ αρχάς αστράγαλοι και βραδύτερον τεχνητοί τοιούτοι οίον εξ ελέφαντος, λίθου, πηλού κττ., κότσια (τα)...», επίσης, στον πληθ. αστράγαλοι (οι) το παιγνίδι που παίζεται με τους αστραγάλους (=κότσια) ζώων. || κατ’ επέκτασιν, γενικώς ο κύβος : Φερεκρ. 34...», που στην Κρήτη, -σύμφωνα με τα λεγόμενα της κ. Ελένης Αμαριωτάκη, συζ. Ιακ. Τρίμη, ετών 61 (1997), από Ρέθυμνο Κρήτης, κατοίκου Πειραιώς - το έλεγαν βεζίρι (το) και παιζόταν ως εξής : Κάθε κορίτσι ή αγόρι έρριχνε μια φορά το βεζίρι, όπως ρίχνομε τα ζάρια. Το ίσιωμα στο κότσι του ζώου αντιστοιχούσε στο Βεζύρη. Το τελικό σίγμα, στο Βασιλιά. Αυτοί οι δυο ήσαν οι … αφέντες. Ο Βασιλιάς διέταζε κι ο Βεζίρης ...εκτελούσε τις εντολές. Το βαθουλωτό μέρος στο κότσι ήταν ο κλέφτης. Όποιος παίκτης έρριχνε το κότσι (βεζύρι) και έφερνε κλέφτη, έτρωγε στα χέρια ή στον πισινό (από τη βέργα του Βεζύρη) όσες ξυδάτες (τσουχτερές, δυνατές) ξυλιές διέταζε ο Βασιλιάς! Η παίκτρια ή ο παίκτης που έβγαζε το μέρος στο κότσι που εξήχε, δηλαδή το ψωμά, έτρωγε από το Βεζύρι, όσες μελάτες (γλυκές, σιγανές) ξυλιές διέταζε ο... Πολυχρονεμένος ! βεζίρης (ο)< τουρκ. vezir,< αραβ. vazir «κυρίως ο φέρων βάρος, ο βαστάζος. Είναι τίτλος των ανωτάτων κυβερνητικών λειτουργών εις τας ασιατικά μοναρχίας, αντιστοιχών προς τον ευρωπαϊκόν : υπουργόν » * βούγγα (η) « παιδιά συνισταμένη εις παραγωγήν βόμβου διά της ταχείας περιστροφής ορθογωνίου λεπτού πως τεμαχίου σανίδος, εξηρτημένου από του ενός άκρου λεπτού σχοινίου, ου το έτερον άκρον κρατείται υπό του παίζοντος». * βροντάρα (η) «νηπιακόν άθυρμα εξ αυλού, εντός του οποίου έμβολον πιέζον τον εν αυτώ αέρα εκτινάσσει μετά κρότου εις το έτερον άκρον πώμα, άλ. σουμακλί». * γιάντες (το) «είδος παιγνίου μνήμης, καθ΄ό χάνει στοίχημά τι εκείνος εκ των μετεχόντων, όστις λαμβάνων τι από της χειρός του ετέρου λησμονεί να υπομιμνήσκη το στοίχημα δια των λέξεων το ξέρω ή το θυμάμαι» ή κατέχω το (Κρήτη). * γκεζάκι (το) «παιδιά ομοιάζουσα προς την ώμιλλαν των αρχαίων, καθ΄ήν οι παίκται αμιλλώνται όπως ρίψωσιν εξ ορισμένης αποστάσεως βώλους ή άλλα αντικείμενα εντός στόχου αποτελουμένου εξ ομοκέντρων κύκλων επί του εδάφους, πρβλ. γκεζί (το). * γλωσσοδέτης (ο) [...] «λεκτική παιδιά αποτελουμένη εκ σειράς προοδευτικώς δυσκολωτέρων λέξεων, συνήθως πεπλασμένων, ας ο ασκούμενος προσπαθεί να προφέρη ακεραίας και επί τροχάδην οίον τα : άσπρη πέτρα ξέξασπρη κι από τον ήλιο ξεξασπρώτερη || Ει το φέρον σε φέρει, φέρε και φέρου, ει δ’ αγανακτής και σαυτόν λυπείς και το φέρον σε φέρει Σώσος και Σωσώ Σώτερ σοι τόνδ’ ανέθηκαν, Σώσως μεν σωθείς, Σωσώ δε ότι Σώσως εσώθη» κ. ά. * γωνίτσες (οι) «είδος παιγνίου : Λιβάν. Λόγ. 43, 9 οίον τι τοις παίζουσιν παισί γίγνεται περί τας γωνίας» * διελκυνστίνδα (η) & επίρρ. «διελκυνστίνδα παίζειν, παίζω την παιδιάν, καθ’ ήν δυο ομάδες κρατούσαι σχοινίον προσπαθούσι να σύρωσιν οι μεν την δε πέραν οροθετικής γραμμής : Πολυδ. 9, 111» * επίσκυρος (ο) (επί + σκύρον = λατύπη) «ομαδική ανταγωνιστική σφαιριστική παιδιά, άλλως επίκοινος η εφηβική». Ησ. « ο μετά πολλών σκαρισμός» : Σχόλ. Πλατ. Θεαίτ. 146α» * εποστρακισμός (ο) « παιδικόν παίγνιον, συνιστάμενον εις την μεθ’ ορμής εκσφεδόνησιν παραλλήλως προς την επιφάνειαν θαλάσσης ή λίμνης οστράκου ή πεπλατυσμένου μικρού λίθου, όπως εκ της προσκρούσεως επιτευχθώσι περισσότεραι αναπηδήσεις, ψωμάκια (τα), πεταλίδες (οι), πιτταράκια (τα)» Ευστ. Ιλ. 1161, 34 «είδος παιδιάς καθ’ ήν οστράκια πλατέα εκτετριμμένα υπό θαλάσσης προϊενται κατά της επιφανείας υγρού και επιτρέχοντα ενίοτε πολλάκις έως ατονήσαντα δυώσι (αναπηδούν) κατά θαλάσσης, ηδίστην ποιούντα πρόσοψιν» * εφεδρι(α)σμός (ο) ή εγκοτύλη «παιδιά συνισταμένη εις την από τινος σημείου διά σφαίρας ή λίθου (καλουμένου διόρουν), υποχρεουμένου του αστοχήσαντος να περιαγάγη επί των νώτων τον επιτυχόντα από του στόχου μέχρι του σημείου βολής, πρβλ. παιδιάς καβάλλα, μηλαράκια : Πολυδ. 9, 118, Ησ.» * ζάρι (το) «μικρός οστέϊνος κύβος, ου αι έδραι είναι ηριθμημέναι από του 1-6, εν χρήσει εις παιδιάς» * ζατρίκιον (το) «είδος παιδιάς, σκάκι : Σχολ. Θεόκρ. 6, 18, πρβλ. Άνν. Κομν. 12, 360 παιδιά δε τούτο εκ της των Ασσυρίων τρυφής εξευρημένον και εις ημάς εληληθός» * κρικηλασία (η) < κρίκος + ελαύνω, «το ελαύνειν κρίκον, είδος παιδιάς των παίδων, δημ. στεφάνι, τσέρκι < τουρκ., στεφάνι βυτίου, βαρελιού, εκ διχοτομημένου κλάδου δένδρου είτε εκ σιδηρελάσματος» * μπιζ(ι) (το) μπιζέλι [...] «νεοελληνική τις παιδιά, παιζομένη ιδίως υπό στρατιωτών» * οστομάχιον (το) «παίγνιον παιζόμενον διά τεσσάρων οστέϊνων πεσσών : Αυσ. Ειδ. 17 Προοίμ.» * παπαδία (η) & παπαδιά [...] «είδος παιδιάς & ράβδος ή μαστίγιον προς τιμωρίαν των ατακτούντων παίδων» * πλαταγώνιον (το) «το πλατύ φύλλον της μήκωνος ή της ανεμώνης» : Θεόκριτος Ειδύλλια (280 π.Χ.), 11, 57…. 2. «είδος παιδιάς, καθ’ ήν οι παίζοντες, ιδ., οι ερωτώντες, κλείνοντες την αριστεράν αυτών χείρα και τοποθετούντες επί του διά του αντίχειρος και του δείκτου σχηματιζομένου δακτυλίου πέταλον μήκωνος ή ανεμώνης, έπληττον αποτόμως αυτό δια της παλάμης και της δεξιάς χειρός, εκ της εντάσεως δε του ούτω παραγομένου κρότου εμαντεύοντο περί των διαθέσεων του αγαπωμένου προσώπου». Σχόλ. Θεοκρ. 11, 57 «πλαταγώνια, τα του μήκωνος φύλλα και τα της ανεμώνης, από του πλατάσσειν, ό εστι ψοφείν. Τιθέντες γαρ αυτά κατά τον αντίχειρα και τον λιχανόν δάκτυλον, τύπτουσι τη ετέρα χειρί και ούτω σημειούνται ει αγαπώνται υπό των ερωμένων, ώσπερ και από του της πλαταγώνος ψόφου ει αψόφως επικρουσθείη», βλ. και Πολυδεύκη Γραμματικού (180 μ. Χ.), 9, 127 «το δε πλαταγώνιον οι ερώντες ή ερώσαι έπαιζον».* πλειστοβολίνδα (η) «παιδιά, παίγνιον, παιγνίδιον κύβων ή αστραγάλων, εν ώ τας περισσοτέρας βολάς επιτυχών, εκέρδιζε : Πολυδ. 9, 117» «ου μόνον η διά των κύβων, αλλά και διά των αστραγάλων επί το πλείστον αριθμόν βαλείν : Πολυδ. 7, 206 & 9, 95 & 9, 110, Ησ.» * ρούμπαλα (τα) «παιδιά παιζομένη υπό δυο ομάδων, εκάστη των οποίων τοποθετείται επί του εδάφους και εις ανάλογον απόστασιν τρεις ή τέσσαρας λίθους, πληττομένους αμοιβαίως υπό των αντιπάλων μέχρι καταρρίψεως, ότε και περατούται η παιδιά διά της υποχρεώσεως των ηττημένων όπως φέρωσιν επί των ώμων αυτών τους πρότερον καταρρίψαντας μέχρις ωρισμένης τινός αποστάσεως, ά. καλόγριες» * σείστρον (το) [...] «παιδικόν άθυρμα, κροτούν δια της κινήσεώς του, κουδουνίστρα, Πολυδ. 9, 127 ω καταβαυκαλώσιν αι τίτθαι ψυχαγωγούσαι τα δυσυπνούντα των παιδίων» * σκλαβάκια (τα) ή σκλαβάκι (το) ή αμπάρα (η) ή μπάρα ή αμπάριζα ή αμπάριζα : «είδος παιδιάς, καθ΄ήν δύο όμιλοι παίδων αμιλλώνται όπως αιχμαλωτίσωσιν αλλήλους» * σχοινοφιλίνδα (η) όνομα παιδιάς, λουρίδα, λουριδίτσα : Πολυδ. 9, 115 «η δε σχοινοφιλίνδα, κάθηται κύκλος, εις δε σχοινίον έχων ελθών παρ’ αυτώ τίθησι, κάν αγνοήση εκείνος παρ’ ό κείται, περιθέων περί τον κύκλον τύπτεται, ει δε μάθοι, περιελαύνει τον θέοντα τύπτων» * ταβλιόπη (η) «κωμική λέξη σχηματισθείσα κατά το Καλλιόπη, κυβευτικόν παίγνιον : Παλλδ. ΑΠ 11, 373», «πάντων μουσοπόλων η Καλλιόπη θεός εστιν, η ση Καλλιόπη, Ταβλιόπη λέγεται» * τρίλια (η) & τρίλιζα [...] «παιδιά, καθ’ ήν δυο παίκται μετακινούν έκαστος τρία λιθάρια διαφόρου χρώματος ή μεγέθους επί ορθογωνίου τετραπλεύρου, χαρασσομένου επί πλακός ή επί του εδάφους, τριόδι το, τριόδα (η), τρίτσα (η)» * τραμπάλα (η) < ιταλ. tra-ballare < αρχ. βάλλω, ή αιώρα (η) ή κηλώνιον (το) «η διά τραμπάλας παιζομένη παιδιά» || «ξύλινη ή μεταλλική δοκός ή σανίδα που στηρίζεται στο μέσον της πάνω σε μία (συχνά διχαλωτή) βάση και έχει καθίσματα και χειρολαβές στις δύο άκρες, πάνω στα οποία κάθονται δυο άτομα, καθένα από τα οποία πιέζει με το βάρος του τη θέση του, ώστε το απέναντί του να σηκωθεί στον αέρα και αντιστρόφως». * τσικάκι (το) «παιδιά καθ’ ήν οι παίκται επιδιώκουν να αναστρέψουν μεταλλικά νομίσματα κτυπούντες αυτά διά λιθαρίου, τσούκος, στρουμπιστό», που λέγεται και στρεπτίνδα. * τσούνια (τα) «είδος λαϊκού παιγνίου σφαιροβολίας, καθ’ ό οι παίκται προσπαθούσι να καταρρίψωσιν εξ αποστάσεως και διά ξυλίνης σφαίρας πέντε κωνοειδή τεμάχια ξύλου εστημένα όρθια εγγύς αλλήλων» * τυφλόμυγα (η) « παιδιά τις καθ’ ήν εις των παικτών με καλυμμένους δι’ επιδέσμου τους οφθαλμούς προσπαθεί να συλλάβη οιονδήποτε από τους συμπαίκτας αυτού υποχρεουμένου του ούτω συλληφθέντος να τον αντικαταστήση» * φεννίς (η) «Φώτ. 644, 9, παιδιά διά σφαίρας, όταν ετέρω αφιώσι την σφαίραν ώσπερ φαινακίζοντες, πρβλ. φεννίτιδα» * χάσκα (η) «είδος παιδιάς, καθ’ ήν έκαστος των παικτών προσπαθεί να συλλάβη διά του στόματος καρπόν ή γλύκισμα κρεμάμενον διά κλωστής εκ της οροφής και ταλαντευόμενον (με τα χέρια του δεμένα πίσω)» * χειροβάδισις (η) «η διά των χειρών βάδισις, το να βαδίζη τις χρησιμοποιών τας χείρας αντί των ποδών», που λέγεται & κυβίστησις (η) ή κυβίστημα (το) «γύμνασμα ή χορευτικόν παίγνιον, καθ’ ό βαίνει τις διά των χειρών και ποιεί διαφόρους κινήσεις διά των ποδών, καμπανιστή (η)» * ψωμάκια (τα) «είδος παιδιάς, καθ’ ήν πεπλατυσμένα λιθάρια βάλλονται οριζοντίως επί της επιφανείας του ύδατος, εποστρακισμός».

135 Αφήγηση : Ανώνυμος, 70χρονος Λασιθιώτης. Πληροφορίες : Καλαϊτζάκης Στυλιανός του Ιωάν., βλ. σημ. 9. * Βαϊλακης Γεώργιος του Μιχ., βλ. σημ. 27. * Σαριδάκης Γεώργιος του Εμμ., βλ. σημ. 125. *: Μακράκης Μιχαήλ του Στυλιανού, ετών 86 (2003), ο επιλεγόμενος Αρχηγός, που παραβρέθηκε στο στρούμπο του Ψυλλάκη Αργύρη του Γεωργίου, που έγινε στην Κασταμονίτσα το έτος 1934. Ο κ. Μακράκης μου διηγήθηκε και την ακόλουθη οικογενειακή του ιστορία : Η γιαγιά του Καλλιόπη κατάγονταν από το Αβδού Πεδιάδος και ο άνδρας της, ο Παύλος Μπριλάκης, από το Ασκύφου Σφακίων, που πριν παντρευτεί ήταν μπογιατζής στα υφάσματα που κάνανε τις βράκες (χιαλουβάρια) της εποχής εκείνης. Επίσης είχε αγωγιάτες, που μετέφεραν κυρίως λάδι στα Χανιά. Σε ένα αγώγι, πριν από το έτος 1800, ένας κρυμμένος ληστής εμφανίστηκε ξαφνικά και του ζήτησε να αφήσει ανθρώπους, ζώα και εμπορεύματα και να φύγει. Βέβαια, δεν δέχθηκε. Πάλαιψαν και ο Παύλος Μπριλάκης σκότωσε το ληστή. Μετά απ’ αυτό, έστειλε τους αγωγιάτες και τα ζώα με τα εμπορεύματα πίσω κι αυτός κρύφτηκε για το φόβο βεντέτας. Περιπλανήθηκε σε πολλά μέρη. Εμεινε για λίγο στο Ηράκλειο Κρήτης και κατέληξε στο Αβδού Πεδιάδος. Εκεί, αφού εγκαταστάθηκε, παντρεύτηκε τη γιαγιά του επιλεγόμενου Αρχηγού και απόχτησαν δύο γιούς και τρείς θυγατέρες. Στο Αβδού συνέβη και το εξής περιστατικό : Ένα χρόνο πριν πεθάνει, ο Παύλος Μριλάκης, παρουσιάστηκε μπροστά του ένας μεγαλόσωμος αράπης και του ζήτησε να παλαίψουν. Αν νικούσε ο αράπης, ο Παύλος θα ζούσε πολλά χρόνια ακόμη, διαφορετικά θα πέθαινε σε ένα χρόνο. Πάλαιψαν με τον αράπη και ο Μπριλάκης βρέθηκε πεσμένος ανάσκελα στη μέση του δρόμου. Η γυναίκα του, Καλλιόπη, που άκουσε το θόρυβο από το σπίτι τους, βγήκε έξω και αντίκρυσε τον άνδρα της πεσμένο στο δρόμο. – Ιντάπαθες μπρε Παυλάκι, τον ερώτησε ; - Εσκόνταψα κι ήπεσα, της απάντησε, χωρίς να της αποκαλύψει την αλήθεια. Όμως, το αληθινό περιστατικό το διηγήθηκε στον αδελφό της γυναίκας του που ήταν καπετάνιος. Και λίγες μέρες πριν πεθάνει, το εκμυστηρεύθηκε και στην κόρη του, μητέρα του κ. Μιχάλη Μακράκη. Εκείνη πήγε κλαμένη στο σπίτι και έτσι το έμαθε η γυναίκα του και η υπόλοιπη οικογένειά του, την αλήθεια. Πράγματι, ο Παύλος Μπριλάκης, ένα χρόνο μετά την πάλη του με τον αράπη που μόνο εκείνος είχε δει, πέθανε. Στις 17 Ιανουαρίου κάλεσε την οικογένειά του, αλληλοσυγχωρήθηκαν, σταύρωσε τα χέρια του και ήρεμα - ήρεμα ξεψύχησε! * Παπαδοκωστάκης Γεώργιος του Νικ., βλ, σημ. 61, Καλαϊτζάκης Ευάγγελος του Κων., βλ. σημ. 61. * Σαριδάκη Κατίνα του Μιχ., συζ. Βαρδή Τσαπάκη, ετών 81 (2003), που θυμάται ότι έκαμαν στρούμπο στο Μιχάλη της, που γεννήθηκε το έτος 1947. Ακόμη, θυμήθηκε μια μαντινάδα που είχε χαρίσει στο σύζυγό της, όταν εκείνος της έκανε καντάδες : Ωραία ‘μέρα σήμερα,/ μά ‘ναι μικρές οι ώρες/ και δε σ΄αποχορταίνουνται/ των αμαθιών μου οι κόρες. Και συμπλήρωσε πώς : «Ο καλός χαρακτήρας και οι μαντινάδες του Βαρδή , βλ. σημ. 61, με έπεισαν να τον παντρευτώ, παρόλο που με ζητούσαν κι άλλοι γαμπροί». * Τσαπάκη Κατίνα του Κων., σύζ. Ευαγγ. Καλαϊτζάκη,ετών 81 (2003), που θυμάται πολύ καλά το στρούμπο τουν αδελφού της Μανόλη, που έγινε το έτος 1936, με μάννα στο έθιμο, τον Τσαπάκη Βαρδή του Μιχ., βλ. σημ. 61. * Πετροδασκαλάκης Γεώργιος του Αντων., βλ. σημ. 61, που έκανε τη μάννα σε πάρα πολλούς στρούμπους. * Σαριδάκης Χαρίδημος του Μιχ., βλ. σημ. 61. * Δηλαβεράκης Εμμανουήλ του Λεων., βλ. κεφ. «Οι 20 Κασταμονιτσανοί αιχμάλωτοι». * Σαββάκη Μαρία του Μιχ., σύζυγος Σαριδάκη Χαρίδημου, ετών 73 (2003), από Κασταμονίτσα, Καστελλίου, Πεδιάδος…., που μου αποκάλυψε πως : Οι γονείς της είχαν παντρευτεί το έτος 1926. Όμως, τα χρόνια περνούσαν και δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδί. Το έτος 1930 γεννήθηκε εκείνη. Και οι γονείς της, μέσα στη μεγάλη χαρά τους που απόκτησαν παιδί, έκαμαν στρούμπο στο πρωτότοκο κορίτσι τους. * Σηφάκης Εμμανουήλ του Ιωάννου (Σηφομανόλης), βλ. κεφ. Οι 20 Κασταμονιτσανοί αιχμάλωτοι, που έλεγε τις εξής μαντινάδες για την αγάπη, τη γυναίκα και την ομορφιά της : * Μικρή μου την αγάπη μας/ κι είντα δα την-ε κάμω./ Αν την-ε ρίξω στο γιαλό/ τα ψάρια το γροικούνε./ Κι αν την-ε ρίξω εις τη γή/ γαρυφαλλιά φυτρώνει./ Και βγάνει άνθη και κλαδιά/ και μας-ε φανερώνει./ Κι αν-ε το πώ τση μάννας μου/ και πώ το του κυρού μου,/ μια μεγαλύτερη φωθιά/ δα βάλλω του κορμιού μου. Και συνεχίζει : Από τα πόδια βάνω αρχή/ να βγώ στην κεφαλή σου,/ για να σου πω παινέματα/ α-πού ‘χει το κορμί σου. * Αν πώ για το κεφάλι σου,/ τη γλάστρα την ακράτη (ατόφια, αληθινή),/ α-πού ‘ναι μέσα κουφωτή/ και λεμονιές γεμάτη. * Αν πώ και για το κούτελο/ που βγάνει αντιφεγγίδες./ Ένας Θεός τον ήπεψε/ τον ήλιο με τσ’ ακτίνες. * Αν πώ και για τα φρύδια σου/ τσι γυριστές καμάρες,/ π’ όντε γυρίσω και τσι δώ/ με πιάνουν λιγωμάρες ! * Αν πώ και για τα μάθια σου/ τα μαύρα τα μεγάλα,/ α-πού σταλαγματίζουνε/ το μέλι και το γάλα. * Αν πώ και για τα μάγουλα/ τα μελιτζοβαμμένα./ Άχ-ι και να τα φίλουνα,/ να βάφανε κι εμένα! * Αν πώ και για τη μύτη σου,/ την κοντυλοσυρτάτη (κοντύλι+ σύρτης,/ α-πού την παίρνει ο έρωντας/ κοντύλι ν-του και γράφε. * Αν πώ και για τα χείλη σου,/ το φαρφουρί φλυτζάνι./ Στην Πόλη και στη Βενετιά,/ μάστορας δεν τα κάνει. * Αν πώ για το πιγούνι σου,/ τ’ ολόχρυσ’ απιδάκι, που κρέμεται στην απιδιά απ’ αργυρό λικάκι. * Αν πώ και για τα στήθη σου,/ α-πού ‘ναι σαν λεμόνια/ κι είν’ από μέσα κουφωτά/ κι απ’ όξω σαν τα χιόνια. * Αν πώ και για τη μέση σου,/ για τη λιγνή σου μέση,/ άθρωπο κάνει να σφαγεί/ και τη φωθιά να πέσει.* * Αν πώ και για το φάλι σου/ το μόσχο τον ακράτο,/ και για τη βιόλα τη χρυσή/ α-πού ‘χεις αποκάτω. * Αν πώ και για τσι γάμπες σου,/ α-πού ‘ναι σα λαμπάδα,/ που προπατείς κανακιστά/ και με περδικοζάλα (βήματα πέρδικας). * Σαριδάκη Μαρία, σύζ. Κοντάκη Εμμ. (Κασομαρία), (βλ. κεφ. Μαντιναδοκαυγάδες), που είχε την ικανότητα να εμπνέται, να απαγγέλλει και προπαντός να τραγουδά τις δικές της μαντινάδες. Μάλιστα, σύμφωνα με αφήγηση της κόρης της Ευπραξίας : Η εν λόγω Κασταμονιτσανή, τραγουδούσε δικές της μαντινάδες, όσην ώρα ράβδιζε εληές, στον Καντεργιανό (τοποθεσία), στου Καντερογιάννη, (βλ. σημ. 37), το λιόφυτο. Συμπτωματικά και ακριβώς απέναντι, ράβδιζαν εληές τα αδέλφια -νεαροί τότε- Δηλαβεράκης Δημήτριος του Δαυίδ, (βλ. σημ. 19), και Αλέξανδρος, ο επιλεγόμενος Γραμματικός. Κι όταν, ο τελευταίος, άκουσε το τραγούδι και τις όμορφες μαντινάδες της επιλεγόμενης Κασομαρίας, απάντησε : Την εμιλιά σου ήκουσα/ κι εθάρρουνα (νόμιζα) πως ήτο,/ μήλο απ’ τη παράδεισο/ κι άγγελος και κρατεί το. Για να πάρει αμέσως την απάντηση : Μα με τα σένα δε μιλώ,/ περίμενε λιγάκι./ Να δώσω την απάντηση/ σε τούτο το ορτάκι. Και συνέχισε : Τραγούδιε και να τραγουδώ/ κι αν-ε με μπροσταρέψεις….., (βλ. κεφ. Μαντιναδοκαυγάδες). Ο επιλεγόμενος Γραμματικός, δέχτηκε τη μαντιναδοπρόκληση και απάντησε : Μα είντα θέλεις να σου πώ,/ α-που να ζείς και νά ‘σαι,/ ρόδα και τριαντάφυλλα/ να στρώνεις να κοιμάσαι. ΄Όμως, η αφηγήτριά μου δεν θυμάται τις απαντήσεις της μητέρας της, παρά μόνο άλλες τέσσερις μαντινάδες που είπε ο Γραμματικός : Στρογγυλομηλοπρόσωπη/ παιγνίδι των αγγέλων,/ εσύ ‘σαι η ωραιότερη/ των αλλωνών κοπέλων. * Καμάρα κάν’ η μέση σου/ και κύκλο η ποδιά σου,/ νά ‘χα δυό μήλα κόκκινα/ ωσάν τα μάγουλά σου. * Άσπρη κολώνα του λουτρού/ και μάρμαρο τση βρύσης/ και αξιέπαινο κορμί,/ έλα να μου μιλήσεις. * Άσπρη κολώνα του λουτρού/ και πέτρα εις το γύρο,/ για σένα δα βαρκαριστώ (θα ταξιδέψω με καράβι),/ να μη ξαναγιαγύρω. Ο εν λόγω ερωτικός μαντιναδοκαυγάς, σύμφωνα με τα λεγόμενα της αφηγήτριάς μου, συνεχίστηκε ως εξής : Κασομαρία : Σά δε με θέλει ο κύρης σου/ μη μ’ αγαπάς πουλί μου./ Στη γειτονιά μου μην περνάς/ να σε πονεί η ψυχή μου. Γραμματικός : Όλοι οι διαόλοι τ’ Αοριού (τοποθεσία)/ να πάρουνε τσι γέρους,/ ν’ αφήσουνε τσι λεύτερους/ να κάνουν ό,τι θέλουν. Και ο εν λόγω μαντιναδοδιάλογος είχε άδοξο τέλος, γιατί ο επιλεγόμενος Γραμματικός είπε την ακόλουθη μαντινάδα : Σερβίρει σου να μ’ αγαπάς,/ μα ‘μένα δε σερβίρει,/ γιατί ‘ναι ο κύρης σου φτωχός/ κι εμένα νοικοκύρης. Και η… θυμωμένη απάντηση : Το στόμα α-πού μίλησε,/ αξίζει χίλια φέσα, για να ‘ρχουνται οι χωριανοί/ να… χέζουν όλοι μέσα ! Όμως, η εν λόγω Κασταμονιτσανή έλεγε και πολλές παροιμίες : Α-πού ‘χει γιό καμαρωμένο/ να μη περιγελά σπασμένο (ενν. μισερό γιό). * Α-πού ‘χει κόρη παντουβάνα (καλή)* να μην περιγελά πουτάνα. * Εύχου του ξένου περβολιού/ ν’ ανθίζει το δικό σου. * Η μοίρα μου τον άντρα μου/ καλό να μου τον εύρει./ Μ’ αν μου τον εύρει και κακό,/ είντα μπορώ να κάμω ; * Αν είν’ η μοίρα σου κακή// να θέτεις να κοιμάσαι,/ γιατί τον κόσμο να χαλάς/ άδικα τυραννάσαι!/ Μα πάλι, αν είναι και καλή/ και είναι και δουλεύτρα,/ όσα κι αν πχιαίνουνε στραβά/ αυτή τα φέρνει… ντρέτα ! Επίσης, τραγουδούσε στα έξι παιδιά της (ένα κορίτσι και πέντε αγόρια) τα εξής νανουρίσματα : Έλα ύπνε και πάρε το/ κι άμε το στα περβόλια/ και γέμισε τσι τσέπες του/ τριανάφυλλα και ρόδα. * Ο ύπνος νά ‘ν’ στα μάθια σου/ και γειά (υγεία) στην κεφαλή σου/ Κι η Παναγία κι ο Χριστός/ νά ‘ναι πάντα μαζί σου. * Νάνι, νάνι. Νάνι, νάνι,/ ύπνο ήσυχο να κάνει./ Έλα ύπνε κοίμισέ το/ και γλυκά νονούρισέ το. * Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά/ έλα πάρε και τούτο./ Μικιό, μικιό σου τόδωκα/ μεγάλο φέρε μούτο. * Κοιμήσου που σου ράβουνε/ το πάπλωμα στην Πόλη/ και σου το τελειώνουνε/ οι δώδεκ’ Αποστόλοι.

136 καλοβάτης (ο) < καλοβαθράριος (ο) μτγν. «ο βαδίζων επί καλοβάθρων, ο καλοβάμων, ο καλοβάτης, * καλόβαθρον (το) (κάλον) «έκαστον των δύο ξυλίνων κοντών, οίτινες φέρουσι προς το κάτω μέρος αυτών ανά μίαν μικράν βαθμίδα, εφ’ ών πατών τις δύναται να βαδίζη μένων εις ύψος τι υπεράνω του εδάφους, προς παιδιάν ή άλλον λόγον, άλλως κωλόβαθρον, ξυλοπόδαρο. Αφήγηση : * Δηλαβεράκης Δημήτριος του Δαυίδ, βλ. σημ 19. Πληροφορίες : * Καρκανομανόλης, βλ. σημ.7. * Καρκανάκης Γιώργης του Εμμ., βλ. σημ. 126.

137 Αφήγηση : Καρκανομανόλης, βλ.σημ. 7.

138 Πληροφορίες : Ανώνυμος 75χρονος Λασιθιώτης.

139 Αφήγηση : * Δηλαβεράκης Δημήτριος του Δαυίδ., βλ. σημ 19. Πληροφορίες : * Τσαπάκης Βαρδής του Μιχ., βλ. σημ. 61. Σαριδάκης Ιωάννης (Κασογιάννης), βλ. σημ. 71. * Πετροδασκαλάκης Γεώργιος του Αντων, βλ. σημ. 61. * Ανώνυμος 75χρονος Λασιθιώτης.

140 Αφήγηση : Δηλαβεράκης Δημήτριος του Δαυίδ, βλ. σημ.19. Πληροφορίες : * Πετροδασκαλάκης Γεώργιος του Αντων, βλ. σημ. 61. * Πετράκης Εμμ., από Μαθιά Καστελλίου Πεδιάδος…

141 Αφήγηση : Ανδριανάκη Δέσποινα, σύζ. Εμμ. Φραγκιαδάκη , βλ. σημ. 80.



Συνεχίζεται