Το… Μιχαλάκι και το… Νικολιό

Στη μεσοχωριά της Κασταμονίτσας, μιαν ανοιξιάτικη μέρα, καθότανε στον ήλιο ο επιλεγόμενος Καμίζος (βλ. κεφ. Κασταμονιτσανά παρατσούκλια), που δεν έβλεπε σχεδόν καθόλου και ο Φραγκαδονικόλης ή Κανόνης (βλ. σημ 67), που έβλεπε ελάχιστα. Τη μακρά σιωπή τους διέκοψε ο τελευταίος, όταν ερώτησε : - Μα δε μου λές μπρέ Μιχαλάκι, δε θωρείς (βλέπεις) καθόλου ; Για να πάρει την απάντηση : - Όϊ Νικολιό, δε θωρώ… πράμα! Και συνεχίζοντας ο Φραγκαδονικόλης, παρατήρησε : - Ούτε κι εγώ Μιχαλάκι θωρώ… πράμα ! Μα, εγώ με το… δίκιο μου. Γιατί… ήκλεφτα κι εστραβώθηκα! Εσύ, όμως ; Κι ο επιλεγόμενος Καμίζος, κάνοντας έναν μορφασμό και κουνώντας νωχελικά το κεφάλι του, απάντησε: - Ντα ιντάκανα –κοντό- ‘γώ Νικολιό ; Και συνέχισε να ρωτά το Φραγκαδονικόλη : - Μα, δε θωρείς ‘δά καθόλου Νικολιό ; Δηλαδή, επαέ (εδώ) α-πού κάθομαι δε με θωρείς ; - Να σου πω Μιχαλάκι, απάντησε ο επιλεγόμενος Κανόνης, ατά (αυτού) α-πού κάθεσαι, θωρώ μιαν ασκιανάδα και… μαυρίζει. Μα, δε ξεκαθαρίζω ιντά ‘ναι. Βούι (βόδι) είναι, άθρωπος είναι ; Δε θωρώ… πράμα ! Και χωρίς να παραξηγηθεί ή να θυμώσει ο επιλεγόμενος Καμίζος, απάντησε : - Γιέεε… δουλειά κι ετούτη-νιά ! Κι εγώ το ίδιο, μπρέ, Νικολιό! Ατά α-πού κάθεσαι θωρώ ένα… μαυριλάδι ! Μα, γάϊδαρος είναι, άθρωπος είναι ; Δε ξεδιαντιρίζω… πράμα !



Πούφ… βρώμο !

Ένα απόγευμα, γύρω στο έτος 1935, καθόταν στο μαγαζί -στη μεσοχωριά- που έκανε ο Τσαπάκης Νίκος του Μιχ., ετών 33 (+1939), ένας Κασταμονιτσανός, που πάθαινε αλλεργία όταν άκουγε… πορδές. Τον είδε ένας ανηψιός του και σκαρφίστηκε τα εξής :

Γύρισε αμέσως στο σπίτι του και πήρε την ουροδόχο κύστη ενός χοίρου, που είχε σφάξει λίγο πριν. Φόρεσε τη μαντύα (παλτό) του, μόνο στο δεξί χέρι, φούσκωσε την κύστη με αέρα, κράτησε το στόμιό της κλειστό με το αριστερό του χέρι, τοποθέτησε τη φουσκωμένη κύστη στη μασχάλη του και κούμπωσε τα κουμπιά του παλτού του μέχρι επάνω, γιατί δήθεν είχε… χτυπήσει στο αριστερό του χέρι. Πήγε με μισοκακόμοιρο ύφος, κάθισε κοντά στο θείο του και παράγγειλε καφέ. Κι ενώ, θείος και ανηψιός έπιναν μαζί τον καφέ τους, σε κάποια στιγμή –που δεν μιλούσαν οι πελάτες του καφενείου- ο ανηψιός : Πίεσε την κύστη στη μασχάλη του, άφησε λίγο το στόμιο της κύστης και ακούστηκε μια πολύ δυνατή… πορδή ! Όλοι οι πελάτες, όπως ήταν φυσικό, παραξενεύτηκαν και άρχισαν να κοιτάζουν ερευνητικά ο ένας τον άλλον. Ο… θείος, πετάχτηκε όρθιος και πρόσβαλε φωναχτά τον ανηψιό του. Όμως, ο τελευταίος παρίστανε τον… ανήξερο. Μόλις ηρέμησαν τα πράγματα, ο ανηψιός επανέλαβε την τεχνητή… πορδή του ! Τότε, ο… θείος θύμωσε και είπε στον ανηψιό του : - Πούφφφ… Ώ να βγάλεις μουρνιά, βρώμοοο! Δηλαδή του είπε μια κατάρα και ότι η… πορδή του μύριζε πολύ άσχημα! Και απευθυνόμενος στον καφετζή, είπε : - Μα έ Νίκο, ετούτονέ το… βρώμο δα νάχεις επαέ (εδώ) να σου ξορίζει τσι πελάτες σου ; Δεν τον-ε βγάνεις όξω ; Τελικά, ο… θείος ενοχλημένος έφυγε από το μαγαζί. Και ο ανηψιός ξεφανέρωσε το… μυστικό του στους πελάτες του καφενείου.



Τ’ άχερα κι η ταγή

Ένας Κασταμονιτσανός, την εποχή που χρησιμοποιούσαν τα βόδια για όργωμα και τους γαϊδάρους για μεταφορικά μέσα, είχε πουλήσει (;) μια βαρυχειμωνιά, 100 οκάδες άχερα , σ’ ένα συγχωριανό και συγγενή του. Πέρασαν, από τότε, δυό χρόνια μα ο… συγγενής του δεν πλήρωνε τα άχυρα. Κι όταν του το υπενθύμιζε «εισέπρατε» την απάντηση : Καλά… θα σου τα πλερώσω! Πέρασε κι άλλος κι άλλος χρόνος και παρά τις πολλές υποσχέσεις του ο… κακοπληρωτής δεν πλήρωσε ποτέ τα άχυρα. Μια μέρα συνάντησε τυχαία τον κακοπληρωτή στην εξοχή και βέβαιος πλέον ότι του «έφαγε» τα άχυρα, του είπε : - Δε μου λές εδικολογιά (συγγενή), πόσα λεφτά κάνουνε τα άχερα που σού ‘δωκα ; - Διακόσες δραχμές. (σημ.,το ημερομίσθιο του εργάτη, τότε , ήταν 20 δραχμές). – Να σου αγοράσω άλλες διακόσες δραχμές ταγή (βρώμη), να σου τη δώσω, να… πατσίσομε ; Ο άλλος δεν απάντησε. Κι ο Κασταμονιτσανός, που έχασε τα άχυρα, συμπλήρωσε : - Ήθελα, μαθές, να τον-ε πώ γάϊδαρο, μα με… διαφορετικό τρόπο ! Γατί λέει μια σοφή παροιμία : Με συγγενή σου φάε, πιέ, μα… αλίχι-βερίχι (συναλλαγή) μην κάμεις !



To… ανάποδο κρέμασμα

Τη δεκαετία του 1970, ένας Αμαριανίτης που έχει παντρευτεί στην Κασταμονίτσα, ήταν αλετρουβάρης στο ελαιοτριβείο του Χαρίδημου Μανουσάκη, (βλ. κεφ., Οι 20 Κασταμονιτσανοί αιχμάλωτοι). Μια μέρα, που τον πονούσε η μέση του, είχε την ιδέα να ζητήσει τη… συμβουλή των συναδέλφων του. Κι αυτοί, του είπαν : - Να πάς, επαέ (εδώ) στο Μπεντζεργιάννη (τοποθεσία), να βρείς έναν γερό κλώνο εληάς, να κρεμαστείς ανάποδα, να τεντωθείς καλά, να… σου περάσει !

Πήγε, ο άνθρωπος, σε ένα λιόφυτο που το είχαν κάμει καλουργιά. Δηλαδή, το είχαν πρόσφατα διπλο-αρωτριώσει. Βρήκε την κατάλληλη εληά και… Ας αφήσομε όμως τον ίδιο να συνεχίσει :

- Εκρεμάστηκα, α-πού λές, ανάποδα σ’ έναν κλώνο. Ελα σου, όμως, α-πού ‘τανε λαδωμένα τα στιβάνια μου ; Και δεν επρόκαμα, μαθές, ούτε να κρεμαστώ ! Κι ήπεσα με την κεφαλή, χάμε ! Κι εκάρφωσα στο χώμα ! Κι ήκαμε η κεφάλα μου ένα λάκκο στην καλουργιά, ωσάν το μεγάλο κοφίνι ! Και δεν επόνιε-νε, ‘δά ύστερα, μόνο η μέση μου, μα… όλο μου το σώμα !



Το… κόλπο

Ένας Κασταμονιτσανός χορατατζής, ένα πρωινό της δεκαετίας του 1960, καβαλίκευε σομαράδικα (με το πλάϊ) το γαϊδουράκι του και πήγαινε μαζί με τους μαθητές του τότε 6ατάξιου Γυμνασίου Καστελλίου Πεδιάδος, από την Κασταμονίτσα στο Καστέλλι. Στο δρόμο, λίγο πριν από το Ξιδά (σημερινή Λύττο), έλεγε στα γυμνασιόπαιδα που περπατούσαν δίπλα στο γαϊδουράκι του : - Οι… πορδές για να βγούνε τεχνητά, θέλουνε… κόλπο! - Πώς, δηλαδή ; (τον ερωτούσαν οι μαθητές). – Να σας-ε… δείξω. Πιάνω γερά (δυνατά) τα μπροστινά και τα πισινά σκαρβέλια (ενν. του σαμαριού ) και τα σφίγγω. Ύστερα σηκώνω το δεξό μου πόδα. Δίδω… μιαν ανεποδορά (κλοτσιά), δυό… ανεποδαρές και μια δυνατή…

Πράγματι, στην τρίτη κλοτσιά ακούστηκε ένας πολύ δυνατός… πόρδος, που τρόμαξε όχι μόνο τους μαθητές μα και το άτυχο ζώο. Το γαϊδουράκι, που ξαφνιάστηκε, άρχισε να τρέχει απότομα, ρίχνοντας κάτω τον… κολπατζή καβαλάρη του!



Η… τετράγωνη τροχαλία

Τη δεκαετία του 1960, οι 30 περίπου μαθητές όλων των τάξεων του τότε εξαταξίου Γυμνασίου Καστελλίου Πεδιάδος, πηγαίναμε κι ερχόμαστε ποδαρόδρομο από την Κασταμονίτσα στο Καστέλλι και το αντίστροφο. Στον Ξιδά, στη σημερινή Λύττο, πολλές φορές συναντιόμαστε οι Κασταμονιτσανοί, οι Ξιδιανοί και οι Ασκιανοί «Γυμνασιόπαιδες» και περπατούσαμε όλοι μαζί μέχρι το Καστέλλι. Στις εν λόγω παρέες, τα αστεία, οι συζητήσεις, τα πειράγματα -μεταξύ των μαθητών- ήσαν πολλά και διάφορα. Οι μεν πείραζαν τους δε και το αντίθετο. Ένα ομαδικό πείραγμα προς τους Ασκιανούς μαθητές, ήταν και το επόμενο:

Ο επωνομαζόμενος Αλεκάν, ο Χανιαλάκης Αλέξανδρος του Νικολ., ετών 64 (2003), από την Κασταμονίτσα, που σήμερα κατοικεί στην Αθήνα, είχε… ανακαλύψει ! πως το χωριό μας είχε δύο ελαιοτριβεία, ενώ στο χωριό Ασκούς υπήρχε μόνο… ένα ! Ελεγε λοιπόν κοροϊδευτικά και πολλές φορές στα Ασκιανάκια, ενώ αυτά θύμωναν και τον κυνηγούσαν για να τον χτυπήσουν : - Ένα μοντεράκι (ενν. έχετε) στσ’ Ασκούς, με μια… τετράγωνη τροχαλία και κάνει κιούκ, κιούκ !



Η… μουρνίτσα

Ο επιλεγόμενος Σταματογιώργης, (αυτοκινητιστής), βλ. σημ. 72, παρκάροντας κάθε βράδυ τα αυτοκίνητά του έξω από την εκκλησία της Αγίας Κυριακής στην Κασταμονίτσα, «ήβγαλε» (ξερρίζωσε) ένα μικρό δέντρο μουριάς, που ανήκε στους γονείς του επιλεγόμενου Αρχηγού, (βλ. σημ 135 και κεφ., Κασταμονιτσανά παρατσούκλια), Στυλιανό και Λωξάντρα. Το… γεγονός ! μαθεύτηκε πολύ γρήγορα. Και το επόμενο χιουμοριστικό έμμετρο, άρχισε να κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα, σ’ όλες τις παρέες και τα καφενεία του χωριού :



Ο Σταματάκης ο Γιωργής

απ’ την Κασταμονίτσα,

τ’ αμάξι ν-του επάρκαρε

κι ήβγαλε μια… μουρνίτσα!



Ή

Κοντό (στ’ αλήθεια) και δεν εκούσετε,

πως στην Κασταμονίτσα,

ο Σταματάκης ο Γιωργής

ήβγαλε μια… μουρνίτσα ;



Και η Λωξάντρα τό ‘καμε

παράπονο μεγάλο,

πως ήβγαλέ ν-τζης τη… μουρνιά

-που είχε-, δίχως άλλο.



Ο Σταματάκης ο Γιωργής

α-πού τον-ε παινούνε,

αυτός τσι βγάνει τσι… μουρνιές!

Μόνο να ξέρει πού ‘ναι !



Αν δε σ’ αρέσουν τα στενά

και δε σε βάνει ο χώρος,

πούλησε τ’ αυτοκίνητο

και γίνε αεροπόρος !230



Τα δυό… μπουμπουκάκια.

Ένας άλλος Κασταμονιτσανός, που επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμος, όταν διάβασε τις σημειώσεις του στρούμπου, μου υπαγόρευσε ένα πολύ ωραίο του ποίημα, που είχε γράψει πριν από χρόνια, όταν γνώρισε τη μεγάλη του αγάπη, τη γυναίκα του. Σεβόμενος την επιθυμία του, να μην αποκαλυφθεί το όνομά του, τον ευχαριστώ θερμά :



Μια λιόλουστη

αλκυωνίδα ‘μέρα,

που κελαηδούσαν

τα πουλάκια,

ανθίσανε δυό μπουμπουκάκια και μέθυσαν τον παιγνιδιάρικο αγέρα.



Κι όταν τ’ αγνάντεψε η Άνοιξη, τά ‘λουσε μ’ αλμυρόγλυκο νερό έγιναν ένα, ενώ ήσαν δυό.



Ύστερα, σήμανε το καρδιοχτύπι και κατηφόρησαν ως το γιαλό.

Μαθές, γλυκό μα και καυτό πιοτό

τους έκαιγε καρδιά

και στήθη.



Κι ενώ πλημμύριζαν οι θάλασσες,

φωτοκοκκίνιζε ο ουρανός,

καμάρωνε κι ο πύργος ο παλιός,

τα κύματα… φιλούσαν τις ακρογιαλιές !



Ο… άνεμος κι ο… αητός

Ένα ερωτευμένο ζευγάρι Κασταμονιτσανών ζούσαν έντονα και για αρκετά χρόνια μαζί την όμορφη αγάπη τους. Όμως, μια μεγάλη και αξεπέραστη ανάγκη τους χώρισε για ένα χρονικό διάστημα. Στην πρώτη τους τηλεφωνική επικοινωνία, μετά τον χωρισμό τους, η σύζυγος απάγγειλε στον αγαπημένο της την ακόλουθη μαντινάδα :



Ήθελα νά ‘μουν άνεμος

και σύ αητός, πουλί μου,

νά ‘ναι οι φτερούγες σου μηδέν

χωρίς την ύπαρξή μου !



Κι εκείνος της απάντησε :



Θά ‘θελα νά ‘σουν άνεμος

κι εγώ αητός, ψυχή μου,

καυτά φιλιά να σού ‘δινα

με κάθε κίνησή μου !



Το κονάκι

Μόλις απόκτησε το πρώτο του εγγόνι και συνειδητοποίησε ότι έγινε παππούς, ένας άλλος Κασταμονιτσανός, τόρριξε στην ποίηση :

Σαν εγεννήθη το παιδί

στου κόσμου το κονάκι,

Θέ μου και φύλαξέ μας το

να γίνει και αντράκι

ή να γίνει και νυφάκι



Να το χαρεί η μάννα ν-του

και να το μεγαλώσει

και να του δώσει ανατροφή,

μ’ αγάπη και με γνώση.



Να το χαρεί κι ο κύρης του

και να το προστατεύγει,

να μεγαλώσει ογλήγοραα

νύφη να του γυρεύγει

ή γαμπρό να του γυρεύγει



Σαν εγεννήθη το παιδί

καιρός για να χαρούμε.

Ελάτε να χορέψετε

κι εμείς θα τραγουδούμε…



Κι ένα ανέκδοτο, από το Καστέλλι Πεδιάδος.



Ο… μπελάς

Μια Καστελλιανή γιαγιούλα, του περασμένου αιώνα, είχε διηγηθεί σε γυναικοπαρέα μια προσωπική της -ας πούμε- μικροπεριπέτεια. Στην εν λόγω συντροφιά υπήρχε κι ένα μικρό αγοράκι, που όχι μόνο δεν ξέχασε τη συγκεκριμένη διήγηση αλλά όταν μεγάλωσε την έκαμε και έμμετρο :



Όφου κακό α-πού ‘παθα

οψές η κακομοίρα

και πάω να κουζουλαθώ

με την κακή μου μοίρα

Πρωί-πρωί σηκώθηκα

να βγάλω τα οζά μου

κι εκόντεψε κεράδες μου

να βρω και το… μπελά μου



Άμα εταχτοποίησα

τα τέσσερα λιανά μου,

είπα : Εδά είναι καιρός,

να κάμω και… δουλειά μου



Σηκώνω τσι φιστάνες μου

και λύνω το κορδόνι.

Κι αφού ‘κατσα ελόγιασα :

Κιανείς δε με σηκώνει !



Ειντά ‘τανε να το σκεφτώ,

‘τούτο το τελευταίο ;

Ο τράος μου με κουτουλά

και μού ‘ρχεται να κλαίω !



Πριχού προλάβω να σωθώ

θωρώ και δυό κοπέλια,

και με ξανοίγανε, μαθές

και ‘σκούσανε στα γέλια.



Μωρέ διαλοκόπελα,

αμέτε στη δουλειά σας,

μη πιάσω τη κατσούνα μου

και σπάσω τα πλευρά σας !



Μ’ αυτά ‘καταλαβαίνανε

πως ήκανα… δουλειά μου

και… ούχι μου φωνιάζανε

στη μούρη και στ’ αυθιά μου



Θωρεί τα το τραγάκι μου

και… παίρνει τα κυνήγι

και τα κουτούλιενε, μαθές

κι αυτά… α-πού φύγει-φύγει!



Yποσημείωση 13ου μέρους

230 Λέγεται ότι, το εν λόγω τραγούδι «το έβγαλαν» οι αδελφές Ανδριανάκη Δέσποινα, βλ. σημ. 80 και Ανδριανάκη Ελευθερία, που όπως μου αποκάλυψε η τελευταία : Γιά το τραγούδι αυτό… έφαγε ξύλο από το Σταματογιώργη!

Συνεχίζεται