Ο (Ν)τελάλης
Που τον λέγανε και Ταλάλη ή Τελάλη. Κι όταν εκείνος ήλθε, μετά τις ευχές και τα κεράσματα, του είπε ο Κωσταντής:
- Άμε να τελαλήσεις... Κατέχεις εδά ίντα δα πείς... Να καλέσεις όλους τσι χωριανούς να κάμωμε απόψε το στρούμπο..
Ο Ντελάλης, ένας γεροδεμένος βρακουλάς, επαγγελματίας πατητής με φωνή σαν καμπάνα, ανέβηκε στο πιο ψηλό σημείο του χωριού. Στήριξε και τα δυο του χέρια στην αγαπημένη κατσούνα του [ πρβλ. στους αρχαίους Ελληνες τους όρους : ο φιλοσκήπων,-ονος, το κηρύκειον, (σύμβολο του Ερμή), η κηρυκεία, το σκήπτρον, το σκηπήνιον, το διαλάλημα, ο διαλαλητής, το ανάδειγμα κ. ά., βλ. γλωσσάριο ] , πήρε μια βαθειά αναπνοή και βροντοφώναξε :
- Εεε... χωριανοί οι οι οι. . . Ο Κωσταντής του Τσέλιγκα έχει απόψε τσι χαρές του ου ου ου. . . Η γυναίκα ν-του τούκαμε ένα γιό ο ο ο. . . Καλεί απόψε όλους τσι χωριανούς και τσι λυράρηδες να πα του κάμωμε το στρούμπο ο ο ο !
Αφού το διαλάλησε και στα τέσσερα στέκια-σημεία του χωριού, που υπήρχαν ισάριθμες μεγάλες πετρες, ξαναπήγε στο σπίτι του λούχουνου και του είπε :
- Ετελάλησα γώ Κωσταντή, μόνο να σου ζήσει ο γιός.
Κάθισαν. Ήπιαν πάλι τσικουδιά και ο Κωσταντής σηκώθηκε να τελειώσει τις ετοιμασίες για το στρούμπο21.
6. Οι καλεστάδες.
Όμως, ο Ντελάλης δεν ήταν ο μόνος, που προσκαλούσε τους κατοίκους του χωριού ή της κωμόπολης, για να συμμετάσχουν στον στρούμπο. Σε πολλά μέρη της ανατολικής Κρήτης, που συνηθιζόταν παλιά πιο πολύ το έθιμο, χρησιμοποιούσαν -για τον ίδιο λόγο - και τους καλεστάδες.
Η λύση αυτή προσφερόταν περισσότερο, όταν η οικογένεια του νεογέννητου δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να προσκαλέσει στον στρούμπο ολόκληρο το χωριό.
Οι καλεστάδες ήσαν συνήθως δυο άνδρες και πολύ σπάνια δυο γυναίκες ή ζευγάρι (άνδρας-γυναίκα) του συγγενικού περιβάλλοντος του νεογέννητου, που είχαν εκτίμηση και κάποιο καλό όνομα στη μικρή κοινωνία τους.
Ο πατέρας με τον παππού του νεογέννητου και οι καλεστάδες έκαναν ένα μικρό οικογενειακό συμβούλιο και αποφάσιζαν πόσες και ποιές από τις συγγενικές και φιλικές οικογένειες του χωριού θα προσκαλούσαν στην τελετή του εθίμου. Εξαίρεση βέβαια αποτελούσαν σχεδόν πάντα οι προύχοντες του χωριού (παπάς, πρόεδρος, δάσκαλος και οι λυράρηδες), που τα παλιά χρόνια συμμετείχαν σ’ όλους τους στρούμπους. Μετά το οικογενειακό συμβούλιο, οι καλεστάδες έβαζαν τα καλά τους ρούχα, έπαιρναν από μια κατσούνα ο καθένας, έντυναν το πρόσωπό τους με το καλύτερο γλυκόγελο της ψυχής τους και άρχιζαν να προσκαλούν τις συγκεκριμένες οικογένειες στον στρούμπο.
Όταν έφθαναν στο σπίτι της οικογένειας, που ήθελαν να προσκαλέσουν, σταματούσαν στην αυλόπορτα του σπιτιού. Ένας από τους δύο χτυπούσε δυνατά, με την κατσούνα του, την αυλόπορτα και ο ίδιος ή ο άλλος φώναζε :
- Έεε νοικοκυραίοιοιοι. . ., έεε συντέκνισσα… ή έεε σύντεκνεεεεε . . ., έεε Γιώργηηη . . , έεε Γιάννηηη. . κ.λπ., ανάλογα με τον άνθρωπο και το σπίτι που είχαν μπροστά τους.
Μόλις άνοιγαν -οι νοικοκυραίοι- την αυλόπορτα του σπιτιού τους, οι καλεστάδες τους έλεγαν :
- Ώρα καλή στ’ αρχοντικό σας . . .
- Ώρα καλή και στην αφεντιά σας, απαντούσαν οι οικοδεσπότες. Μα,κοπιάστε,μπρε, στο φτωχικό μας. . .
- Όϊ δεν μπαίνομεν εμείς, γιατί έχομε να πάμε και σ’ άλλα σπίθια. Μόνο να σας-ε πούμε ‘κειονά που θέλομε και να μισεύγομε : Ο... τάδε ήκαμε ένα γιό. Και σας- ε καλεί να πάμε, τ’ αργά, να του κάμομε το στρούμπο.
- Ευχαριστούμε. . . Μα, κοπιάσετε μπρέ να πιούμε σκιάς μια τσικουδιά, επέμεναν οι νοικοκυραίοι.
- Ετσά δουλειά δε κάνομεν εμείς. Γιατί πρέπει ομπρός να φέρομε σε πέρας την αποστολή μας. Κι άμα πίνομε σε κάθε σπίτι ύστερα ίντα δα γενεί; Ανταπαντούσαν οι καλεστάδες
- Εεέ ... ξά σας (όπως θέλετε), συμφωνούσαν οι οικοδεσπότες.
Στη συνέχεια, νοικοκυραίοι και καλεστάδες, αντάλλασσαν ευχές και διάφορες φιλοφρονήσεις. Kαι οι τελευταίοι ξεκινούσαν για την επόμενη οικογένεια, που θα προσκαλούσαν στον στρούμπο.
Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι σε μερικές περιπτώσεις, οι καλεστάδες χρησιμοποιούσαν την ευκαιρία αυτή για να πιούν τσικουδιά ή κρασί, σ’ όλα τα σπίτια και να μεθύσουν. Με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να προσκαλέσουν όλες τις οικογένειες που είχαν συμφωνήσει στο οικογενειακό συμβούλιο. Αυτές όμως, όπως μου τόνισαν οι αφηγητές μου, ήσαν πολύ ακραίες και σπάνιες εξαιρέσεις, που απλά επιβεβαίωναν τον κανόνα. Αυτόν που ήθελε και θέλει τους καλεστάδες να είναι σοβαροί άνθρωποι, να έχουν εκτίμηση και καλό όνομα στην μικρή κοινωνία τους22. Ο ίδιος κανόνας έβαζε σχεδόν στο ίδιο επίπεδο εκτίμησης και τους :
7. Κεραστάδες
Άμα τελειώσουνε, που λες, τη δουλειά ντως ο τελάλης γή οι καλεστάδες, αρχινούνε οι καλεσμένοι και μαζώνονται πατούλιες-πατούλιες στο σπίτι του λούχουνου.
Ε. . . ετότεσάς, πιάνουνε υπηρεσία οι κεραστάδες. Και κερνούνε την κάθε πατούλια (παρέα) απού ‘ρχεται.
Τη δουλειά ετούτη-νιά την εκάνανε τσι παλιούς χρόνους δυο κορασοπούλες. Η μια εκράθιενε το μπουκάλι τση ρακής στη δεξά τζης χέρα και δυο ρακοπότηρα στη ζερβή. Η γι’ άλλη κοπελιά, μαθές, εκράθιενε το κόσκινο με την άσπρη πέτσα, απού ‘χενε μέσα τα καρυδαμύγδαλα, τα κιοφτέρια, τσι συκομαρίδες, τα κουκιά αστραγάλια, τσ’ ελιές και ό,τι άλλο είχανε την εποχή ‘κεινά. Σε μιαολιά (σε λίγο) αρχίζουνε υπηρεσία και οι δεύτεροι κεραστάδες. Τη δουλειά ετούτη-νιά τηνε κάνανε τσι παλιούς χρόνους δυο ντεληκανήδες και μια κορασοπούλα. Ο ένας ντεληκανής εκράθιενε ένα κοφίνι, με μια άσπρη πέτσα, γεμάτο φεταλάκια εφτάζυμο ψωμί. Ο γι’ άλλος ντεληκανής εκράθιενε το βολίστρη, με μια άσπρη πέτσα, απού ‘χενε μέσα τρία γή τέσσερα πήλινα πιάτα με γαρδουμάκια, με μεζεδάκια από σκώτι και κρέας. Στο κάθε πιάτο ήτανε κι ένα πηρούνι. Κι η κορασοπούλα, πούρι, εκράθιενε μια μεγάλη πήλινη κανάτα, γεμάτη κρασί, στη δεξά τζης χέρα και δυο κρασοπότηρα στη ζερβή.
Με τα γ-ίδια πηρούνια, και κρασοπότηρα, μαθές, ετρώγανε κι επίνανε κι εγλεντούσανε, όσοι ήσανε καλεσμένοι στο στρούμπο23.
Σ’ ένα στρούμπο στο Λασήθι: Δυό τσούπρες και τρεις ντεληκανήδες εσπούσανε καρυδαμύγδαλα σε ξύλινους καρυοθραύστες απού ‘χανε ομπρός τως. Εβάνανε τον καρπό σε πιατάκια και εκερνούσανε τσι καλεσμένους, οντεν επίνανε τσι ρακές ν-τως24.
Β` ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Ι. ΠΑΛΑΙΪΝΕΣ
( α) Ο σύντεκνος και το τυρί. β) Οι άνεμοι. γ) Ο μαντιναδολόγος. δ) Το τσουμαράκι.)
Όμως, μέχρι να μαζευτούν όλοι οι καλεσμένοι και να αρχίσει η τελετή του στρούμπου, πολλές φορές, περνούσαν αρκετές ώρες. Όχι σπάνια πάλι καθυστερούσαν να έλθουν και οι λυράρηδες και η αναμονή ήταν ακόμη μεγαλύτερη.
Τις ώρες αυτές, όπως είδαμε πριν, οι κεραστάδες δεν σταματούσαν ούτε λεπτό να κερνούν τις παρέες των καλεσμένων. Το κέφι λοιπόν μεγάλωνε όλο και περισσότερο. Αποτέλεσμα ; Τότε λύνονταν πιο εύκολα οι γλώσσες των καλεσμένων, μικρών και μεγάλων. Όλοι κάτι είχαν να διηγηθούν. Όλοι ήθελαν κάτι παλιό ή νέο να ακούσουν, κάτι καινούργιο να δουν.
Να σημειωθεί εδώ πως, τις παλιότερες εποχές, οι γεροντότεροι είχαν το προβάδισμα στις συζητήσεις. Και ότι οι νεώτεροι, τότε, άκουγαν με μεγαλύτερη προσοχή και ενδιαφέρον τους μεγαλύτερους στην ηλικία, απ’ ό,τι σήμερα. Ήταν λοιπόν επόμενο στους στρούμπους, τις ώρες εκείνες της αναμονής, να ακούγονται - όπως μου τόνισαν ο αφηγητές μου - πρώτα οι γεροντότεροι με τις παλαιϊνές ιστορίες τους. Μια απ’ αυτές είναι και η επόμενη, που έχει τίτλο:
α) Ο σύντεκνος και το τυρί
«Μια φορά, μωρέ κοπέλια, ήτανε δυο σύντεκνοι.. Ο ένας ήτανε γεωργός κι ο γι’ άλλος βοσκός. Εγαπούσανε πούρι ο ένας τον άλλονε. Μα αμά ‘θελε τως-ε βολέσει, εκάνανε και τα χωρατά ντως.
Μιαν ημέρα, που λέτε, λέει ο ένας - ο γεωργός - στη γυναίκα ντου.
- Να πάω θέλει μπρε ‘γω να δω το σύντεκνο, απού ‘χω δα πολλές μέρες να τον-ε δω.
- Ε . . άμε, τ’ απηλογάται ‘κείνη.
Κινά, ντελόγο, ο σύντεκνος. Και πάει στου συντέκνου ν-του.
- Ώρα καλή σου σύντεκνε. ..
- Ώρα καλή και στην αφεντιά σου. . . Καλώς ώρισες, σύντεκνε. Κόπιασε στο φτωχικό μας.
Εκάτσανε δά στη μάντρα κι εμιλήσανε, οσά ‘χανε να πούνε. Κι ύστερα λέει ο βοσκός τση κεράς του.
- Φέρε μπρε γυναίκα, να μας-ε κεράσεις. . . .
Σηκώνεται ντελόγο η γυναίκα, απού ‘τανε δασκαλεμένη. Και φέρνει σταφιδολιές, κριθαροκουλούρα, κρασί, δυο ποτήρια κι ένα μεγάλο κεφαλοτύρι ίσαμε τρεις οκάδες - και τα βάνει ογλήγορα-ογλήγορα, απάνω στο πετροτράπεζο. Δεν ήφερε μαθές μήτε μαχαίρι, μήτε άλλο. . . πράμα ...
Ε . . . αρχινίξανε κι ετρώγανε, ελιές και ψωμί κι επίνανε κιόλας. Αμά ‘πιανε δα δυο τρεις, λέει ο νοικοκύρης - σιργουλευτά, σιργουλευτά - του συντέκνου ντου :
- Φάε σύντεκνε και . . . τυρί!
Ίσαμε να τ’ ακούσει ετουτονά, ο άλλος, εφουρκίστηκε. Μα ήδωκε τόπο στην οργή. Κι εντουχιούντιζε μόνο . . Μωρέ; Ήφερε μου την-ε, ο σύντεκνός μου. Και το κακό ναι ‘δα πως δε βαστώ μήτε. . . τσακάκι. Μα ιντά ‘θελα κάμει δά ο κακομοίρης, πράμα. Εξεφύσανε κι εξεροκατάπινε μόνο. . .Κι ανεμάτσωνε πέρα ‘πόδε, ωσάν το βούϊ. Κι ύστερα τ’ απηλοήθηκε, ετσά σιγά-σιγά:
- Καλές είναι σύντεκνε κι οι ελιές. . .
Ε . . ήπιανε ακόμη μερικά ζαριφικάκια, με τσ’ ελιές. Και ξαναλέει ν-του ο Σύντεκνος:
- Μα φάε σύντεκνε και. . . τυρί!
- Μπα, καλές είναι σύντεκνε και οι . . γ’ελιές, ξαναλέει με μισή γι’ όρεξη ο… μουσαφίρης.
Να μην σας τα πολυλογώ. . . φεύγει ο γελασμένος σύντεκνος, για το σπίτι ν-του. Μα σ’ όλη τη στράτα εσυροσάλιζε για το τυρί. Κι εντουχιούντιζε κιόλας, πώς δα ξεπλερώσει το σύντεκνό ντου.
Μιαν ημέρα, πάλι, μός (μόλις) εποδιαφώτανε, ξαναπάει στου σύντεκνου ν-του. Εκείνος δεν ήχασε καιρό και ξαναφέρνει ν-του τσ’ ελιές, τη κριθαροκουλούρα, το κρασί και τον τύρο.
Ε . . ήπιανε πάλι δυο-τρία ζαριφικάκια με τσ’ έλιές. Και ξαναλέει ν-του ο σύντεκνός του:
- Φάε σύντεκνε και . . τυρί!
Παίρνει κι αυτός ντελόγο μια μαχαίρα, απού ‘χενε στο ντρουβά ν-του και μαχαιρώνει τον τύρο. Κι αρχινά ντελόγο. . . κι ήτρωε. . . τυρί κι ήτρωε. . κι ήτρωε και με τσι δυο ν-του μασέλες. Κι ήπινε κιόλας, αμοναχός του. Κι ήλεγε και πότε-πότε, με το μπουκωμένο στόμα ν-του:
- Στην υγειά σου. . σύντεκνε.
Εξάνοιγέν τονε μαθές ο σύντεκνός του, ετσά που ελαλιούντανε, μα δεν εμπόργιενε δά να κάμει. . . πράμα. Μόνο λέει ν-του :
- Φάε σύντεκνε και. . .ελιές!
- Καλό ‘ναι σύντεκνε και το… τυρί , τ’ απηλογάται αυτός.
Σε μιάολιά πάλι του ξαναλέει:
- Μα φάε σύντεκνε και . . ελιές!
- Μπα. . .μπλιό καλό ‘ναι σύντεκνε το. . .τυρί.
- Μα. . .διακόσα (εννοούσε φράγκα) έχει η γι-οκά σύντεκνε!.....
- Μα κάνει τα, σύντεκνε!.., τ’ απηλογάται κι αυτός, με τσι γεμάτες μασέλες του.
Κοντολογής, άμα εκόντευγε δα να φάει μπλιό το μισό τυρί, για να πικάρει μπλιά πολύ το σύντεκνό ντου, λέει τση συντέκνισσας:
- Αλισάχνη (αλμυρό) μπρε συντέκνισσα είναι το τυρί. . . Και ήγκωσα. . . Μόνο φέρε μου, μπρε μιαολιά (λίγο) νερό.
- Μετά χαράς, σύντεκνε, τ’ απηλογάται εκείνη. . . Κι εκνογέλανε κιόλας.
Και ξεφυσά δα μόνο και ντουχιουντίζει, ο νοικοκύρης... Και για να μην τονε σογελάσει δα ο σύντεκνός του, λέει κι αυτός τση γυναίκας του:
- Φέρε μπρε γυναίκα του συντέκνου μας νερό, μπας και γκώσει και δε φάει άλλο τυρί...
Γροικά το ‘δα κι ετούτο-νά ο σύντεκνος. Και χωρίς να χάσει τα θάρρη ν-του, λέει :
- Φέρε μου μπρε συντέκνισσα νερό, να χωνέψω, να φάω κι άλλο τυρί! Εσοφουρκίστηκε πούρι ο σύντεκνός του. . . Και λέει τση γυναίκας του:
- Μην του φέρεις μπρε γυναίκα, πράμα. . .
Δεν ήχασε, ούτε κι ετότεσάς τον αέρα ντου, ο χορτασμένος σύντεκνος και λέει :
- Μη μου φέρεις, συντέκνισσα, νερό. Κι εκειά που δα βάλω ‘γω νερό, δα βάλω τυρί25!
β) Οι άνεμοι
Σ’ένα στρούμπο, στο Λασήθι, συνέβει και το παρακάτω ξεκαρδιστικό περιστατικό. Μου το διηγήθηκε ένας 70χρονος Λασιθιώτης. Μου ζήτησε όμως επίμονα να μην αποκαλύψω, σε καμιά περίπτωση, το όνομά του. Απόλυτα σεβαστή η επιθυμία του. Όμως, ας δούμε την παλαιϊνή του ιστορία.
-Ήργιενε, που λες, να κινήσει ο στρούμπος. . . Κι εμείς, μια δεκαρά νοματαίοι, εκουτσοπίναμε κι ελέγαμε πολλά και διάφορα. Στην παρέα μας ήτανε κι η μάννα. Και για να περάσει η ώρα, σηκώνεται και λέει :
-Ποιος δα μας-ε πει, μωρέ, μια παλαιϊνή ιστορία ;
- Σηκώνεται ένας και λέει: Εγώ. . .
-Ε. . .ντάκαρέ την-ε, του λέμε-νε εμείς όλοι μαζί. . .
-Πάει ν’ αρχινήξει, που λες αυτός, μα. . . πράμα. Δεν επήγαινε πούρι η γλώσσα ντου ντρέτα.
-Η ρακή, μωρέ φταίει. . . εφωνιάζαμε-νε ‘μεις.
-Όϊ. . ., λέει αυτός. Βγάλετε... το σκασμό, για να σας την-ε πω. . .
-Σωπάσετε. . . Επρόσταξε η μάννα.
-Εσωπάσαμε ‘δα όλοι. . . Κι ενημέναμε. . . Μα ο καψερός δεν ήλεγε να... κινήσει. Είχε-νε τα μάθια ν-του σφαλιχτά. Εξάνοιγε τον ουρανό. Και ήκανε πως εντουχιούντιζε. . . Κι εκειά, που λες, που τον-ε ξανοίγαμε όλοι κι είχε-νε πέσει νεκρική βουβαμάρα, ένας μας δεν εβάσταξε. Κι αμολαίρνει - με το συμπάθειο κιόλας - έναν άνεμο, απού εσείστηκε ο τόπος. Άλλο να σου λέω, κι άλλο να ‘σουνε κειά. Να θώργιες ίντα χαλανταριό εγίνηκε... Τα γελοχάχαρα και τα ξεφωνητά, δεν ελέγανε να σταματήξουνε. Ενας μόνο δεν εγέλανε. Καταλαβαίνεις δα ποιός. Ο... μουστερής απούθελε να μας-ε πει την παλαιϊνή ιστορία. Αυτός, που λες, μας εξάνοιγε, ένα-ένα μας, καλά-καλά. Κι ενεμάτσωσε, με τα μάθια ντου, ώσαν το σφαμμένο βούϊ. . . Και λέει μας:
-Ποιός διάολος, μωρέ, την ήκαμε ετουτηνιά τη . . δουλειά; Εεε;
Κι ήσφιγγενε μόνο τσι γροθιές του. Κι εξάνοιγέ μας. . . Κι εντουχιούντιζε ποιόν ν’ αρχινήξει στσι μπουνιές. . . Αρχινοίξαμε, ετότεσάς κι εμείς κι εξανοίγαμε ο ένας τον άλλονε. . . Και λέει ένας:
-Ποιος εβρόντηξε. . . μωρέ; Και λέει άλλος :
-Ποιος είναι, μωρέ, ο κανονιέρης; Κι ύστερα άλλος:
-Ποιος επιπίρησε. . . μωρέ; Κι άλλος :
- Ποιος επορδάλισε;
Να μην τα πολυλογώ, ονοματίσανε πολλώ λογιώ τσι… πορδές. Όμως, ο… αίτιος, δεν εβρέθηκε. Και για να μη χαλάσει πούρι ο στρούμπος, σηκώνεται η μάννα και λέει:
-Φρόνιμαααα! Σωπάσετε όλοι σας. Ποιος κατέχει να μας-ε πει, ίντα λογιώ. . . ανέμους έχομε;
Αρχινήξαμε δα όλοι ε-τότε-σάς κι εντουχιουντίζαμε. . . Κι εκνογελούσαμε κιόλας. Κι ανεματσώναμε, με τα μάθια μας, ο ένας τον άλλο. Και λέει ένας:
-Κάτσετε, μπρε, να πιούμε ομπρός. . .
Ύστερα, ξαναλέει η μάννα :
-Όσες ρακές και να πιείτε δε δα το βρείτε. Γροικάτε;
-Πέμας εσύ, του λέμε-νε ‘μεις. . .
Ήκανε δα πως δεν ήθελε. Κι ύστερα μας-ε λέει:
-Γροικάτε, να. . . μορφωθείτε! Τσι.. πορδές, μετά συχωρήσεως κιόλας, όσοι κατέχουνε, τσι μοιράζουνε τεσσάρω λογιώ. . . Οι πρώτες και καλύτερες είναι οι βροντώδεις. Γροικούνται ωσάν τη βροντή, ωσάν το κανόνι. . . Μπούουουμ! Και χαλά ο κόσμος...
Πρα(γ)ματικά εχάλασε ο κόσμος, μ’ απού τα γέλια. Εμένα αρχίνηξε να πονεί η κοιλιά μου. Μα και οι γι-άλλοι δεν επηγαίνανε οπίσω.
-Η άλλη κατηγορία μας λέει σε μιάολιά, αμόρφωτοι, είναι οι... κομπολογάτες... Εκείνεσάς, α-πού βγαίνουνε ωσάν τσι χάντρες του κομπολογιού. Πιτ..., πιτ..., πιτ;...
Ελιγωθήκαμε όλοι στα γέλια. Οι μπλιό πολλοί, εκρατούσαμε τσι κοιλιές μας... Κι ο... διάολος, η μάννα, μας εξάνοιγε καλά –καλά, εστρούφιζε το μουστάκι ν-του, εγελοχαχάριζε και ξαναλέει :
-Μια άλλη φάρα, μπλιό παράξενες, είναι οι... ερωτηματικές... Βγαίνουνε μια-μια, οι... κυρίες, κάθε φορά. και ρωτούνε..., πίουουου;
Ιντά ‘τανε να το πει και τουτονά ο... διάολος. Εκακαρίσαμε, πάλι, όλοι στα γέλια. . Εγώ εκόντεψε να πολιγωθώ. Αν ήσουνε εκειά και μας-ε θώργιες, ήθελε να μας-ε λυπάσαι!.
-Το πράμα, μπάρεμ, έχει και συνέχεια... Γροικάτε τηνε, μας-ε λέει πάλι η μάννα : Η τελευταία κατηγορία, πούρι., είναι οι... σιωπηρές ή επικίνδυνες... Εκεινεσάς α-πού βγαίνουνε στα κρυφά. Και δε τσι γροικά κιανείς, εξόν από το αφεντικό ν-τως... Οι γιάλλοι τσι καταλαβαίνουνε μόνο, κατόπιν εορτής, με τη μύτη... Γιατί βρομούνε, οι παντέρμες ωσάν το χοίρο και το χοιρόλακκο...26
γ) Ο μαντιναδολόγος
Ο ίδιος αφηγητής μου διηγήθηκε και την παρακάτω γουστόζικη παλαιϊνή ιστορία, όπως τη χαρακτήρισε, που μιλά για ένα μαντιναδολόγο της παλαιάς εποχής. Ας την απολαύσουμε:
Σ’ ένα άλλο χωριό, που λες, πριχού αρχινήξει ο στρούμπος, εγίνηκε και τούτο-ναί το παράξενο. Στο χωριό, τσι μέρες εκείνεσάς, ήτανε κι ένας ξενομπάτης. Κι εκαλέσαμέν τον-ε κι αυτόν στην ξεφάντωση του στρούμπου. Δε θυμούμαι δα μήτε και πως τονε λέγανε. Μα ήτανε πούρι αρχοντάθρωπος. Ψηλός και γεροδεμένος. Και θυμούμαι εφόριενε ολοκαίνουργια χιαλουβάρια. Κι είχενε μεγάλα μουστάκια. Μα δεν εσήκωνε και πολύ νερό στο κρασί ν-του. Μόνο άμά ‘κανε παρέα με τα κοπέλια, εγίνουντανε άλλος άθρωπος. Να μην τα πολυλογώ, εκάτσαινε πούρι ο άθρωπος εκειά σε μια καθέγλα. Κι επήανε τα δια(β)ολοκόπελα του χωριού και τονε περικυκλώσανε.
-Γιατί τον περικυκλώσανε ;
-Είχενε, πούρι, τη φήμη του... μαντιναδολόγου. Ελέγανε πως ήβγανε καινούργιες μαντινάδες, από το μυαλό ν-του, στο άψε σβήσε. Και το κατέχανε ετούτο-νά οι σουρτούκηδες.. Και για κειονά τον-ε πήρανε από πίσω. Και του λέγανε :
-Πε’ μας μπάρμπα μια μαντινιάδα. . . Πε’ μας. . . μαντινιάδα. . .
Ο άνθρωπος δεν εμίλιενε. Μόνο ήκανε πως εγρίευγε κι ενεμάτσωνε με τα μάθια ν-του, τα κοπέλια. Και σε μιάολιά, λέει ν-τως :
-Κεράσετέ με, μωρέ, ομπρός, μια ρακή. Φέρνουνέ ν-του δα τη τσικουδιά. Την-ε πίνει, αυτός, μονορούφι. . . Μα μαντινιάδα δεν ήλεγε. Μόνο ενεμάτσωνε πάλι με τα μάθια ν-του πέρα-πόδε, ωσάν το βούϊ. Αρχινήξανε πάλι οι νεαροί να του λένε, να τως-ε πει μαντινιάδα. . . Από τα πολλά, σηκώνεται αυτός απάνω. Κι ήκαμε πως δα φύγει. Μα, ύστερα εματαγιάγυρε, ήκατσε και λέει ν-τως :
-Εγώ, μωρέ κοπέλια, έχω δυο πόδια. . . Δεν έχω... ένα!
-Φέρε αλλη μια ρακή τ’ αθρώπου, φωνιάζει ένας: Φέρνουνέ ν-του, που λες και τη δεύτερη τσικουδιά. Πίνει την-ε αυτός, με την ησυχία ντου. . . Μα μαντινιάδα. . .πράμα (τίποτα).
-Μα, ε μπάρμπα, πότε δα μας-ε πείς τη μαντινιάδα; Του ξαναλένε οι σουρτούκηδες.
Αυτός εσήκωσε ψηλά τα χέρια ν-του, εποταυρίστηκε (χασμουρήθηκε). Και λέει: -Ω Παναγία Τριάς. . .
-Μωρέ ‘σεις, κι άλλη τσικουδιά θέλει, φωνιάζει ένας άλλος. Φέρνουνε, που λες, άλλη μια ρακή και την αφήνουνε στο τραπέζι. . . Πιάνει αυτός το ποτήρι. Το ξανοίγει καλά-καλά. Και λέει:
-Στην υγειά σας, κοπέλια. . .
-Στην υγειά σου μπάρμπα, του λένε κι αυτοί. . . Με τα πολλά, ήπιενε πούρι και την τρίτη τσικουδιά. Κι εκειά που ενημένανε ν’ ακούσουνε τη μαντινάδα, αυτός ερχίνηξε κι εξερώτανε τσι ντελικανήδες.
-Πως σε λένε, εσένα;
-Γιάννη.
-Εσένα;
-Μανόλη.
-Κι εσένα;
-Μα ε μπάρμπα. . . παίζεις μας; Πότε δα μας-ε πεις τη μαντινιάδα; Του ξαναλένε τα κοπέλια.
-Ίντα να σας-ε πω μωρέ ντεληκανήδες. . . Κατέχω τσι ‘γω τσι καλές μαντινιάδες. . . Μα για να τσι θυμηθώ, μαθές, πρέπει να με σηκώσετε στσ’ ώμους σας. . .
-Οϊ ‘δά. . . μπάρμπα! Ίντα χούι είναι και τουτο-νά πάλι; Του λένε οι. . . διαόλοι.
-Αν-ε θέλετε. . . Α’ δε θέλετε, αφήσετέ με ήσυχο, να πάω πούρι στη δουλειά μου. . .
Ίντα ’θελα κάμουνε δα οι σουρτούκηδες, λένε ν-του.
-Αντε μπάρμπα να σε σηκώσωμε. Να δούμε ίντα άλλο δα μας-έ ζητήξεις, για μια μαντινιάδα.
-Δε θέλω άλλο πράμα, μωρέ κοπέλια.
Σηκώνουνέν-τονε, που λές και βάνουν-τονε στσ’ ώμους ν-τως, οι ντεληκανήδες. Κι αρχινά ντελόγο αυτός κι εψιλοτραγούδιενε. . . Κι ήλεγε:
-Γροίκα καλέ μου, γροίκα. . .
Όλοι σας νάχετε χαρά
κι εγώ ο φτωχός χαρά ’χω. . .
-Ογλήγορα μπάρμπα, γιατί ‘σαι και βαρύς, του φωνιάζανε οι νεαροί, απού τον-ε σηκώνανε. . .
-Μ’ αυτός δεν εβιάζουντανε, πούρι. . . Μόνο ήλεγε των κοπελιώ:
-Συμπαίνετε, μωρέ κοπέλια και ’σεις. . .
Ιντά ’θελα κάμουν-ε ‘δα οι σουρτούκηδες; Ερχινήξαν-ε κι αυτοί κι εμεταλέγανε το κάθε στιχάκι τση μαντινάδας. . . Κι ο… αθεόφοβος, ο καβαλάρης, εσυνέχισε:
Γιατί εκαβαλίκεψα. . .
γαϊδάρους, χωρίς νάχω!. . .
Ιντά ’τανε να το πει το τελευταίο στιχάκι; Μολαίρνουντον-ε, που λες, χάμε οι ντελικανήδες. Και ντακαίρνουν-ε όλοι μαζί και τον-ε βλαστημούσανε, τον-ε ψιλοχτυπούσανε, τον-ε αγριοξανοίγανε. . .
Και ’μεις οι γι-άλλοι, εσκούσαμε στο γελοχάχαρο...
Το μαντιναδολόγο, οντε (όταν) τον επαρακαλέσαμε, εμείς οι μεγάλοι, να μας-ε ‘πεί μια μαντινιάδα για την αφεντιά (εαυτό) του, ήξησε μιαολιά (λίγο) την κούτρα ν-του και είπε :
Για εμέ, που εδώριζα χαρές,
ποιος νους δα (θα) το πιστέψει,
πως μιαν αγάπη κάλπικη,
‘θελά με σακατέψει ; 27
Υποσημειώσεις 2ου μέρους
21 Πληροφορίες για τον «Τελάλη» μου έδωσαν οι : * Δηλαβεράκης Δημήτριος του Δαυίδ, βλ. σημ 19. * Καλαϊτζάκης Στυλιανός του Ιωάν., βλ. σημ. 9. * Δετοράκης Ελευθέριος , βλ. σημ 9. * και Γουναλάκης Ιωάννης του Γεωργ., ετών 84(1996), από Βασιλικά Ανώγεια επαρχίας Καινουρίου Ηρακλείου Κρήτης.
22 Αφήγηση : Στυλιανός Καλαϊτζάκης του Ιωάν., βλ. σημ. 9. Πληροφορίες : Δημήτριος Δηλαβεράκης του Δαυίδ, βλ. σημ. 19 και Ελευθέριος Δετοράκης του Αντων., βλ. σημ. 9.
23 Αφήγηση : Δημήτριος Δηλαβεράκης του Δαυίδ, βλ. σημ 19.
24 Αφήγηση : Ανώνυμος 70χρονος και 75χρονος Λασηθιώτες.
25 Αφήγηση : Τσαπάκης Κωνσταντίνος του Εμμ., (Τσαποκωσταντής), ετών 95 (1979), από Κασταμονίτσα Καστελλίου Πεδιάδος Ηρακλείου Κρήτης, που έλεγε για τον καιρό : Άγρια ταχυνή (πρωινό), ήμερη μέρα. Επίσης, για την κεραζόζα (ουράνιο τόξο) : Αν-ε την δείς την ταχυνή, πήγαινε στη δουλειά σου. Κι αν την-ε δείς αποβραδύς, τρύπωνε στη φωλιά σου. Ακόμη : Άμα ‘κούσεις το αφορδακάκι (βατραχάκι) να φωνιάζει το Νεόμπρη (Νοέμβριο), δα κάμει κακοκαιρία! Πάλι : Το μήνα Ιούνιο τον έλεγε Πρωτόλη και τον Ιούλιο Δευτερόλη. Τέλος : Για τη λίγωση του φεγγαριού έλεγε : Αν δε με δείς όντε (όταν) δειπνάς, καθάρια λίγωσ’ είμαι. Δηλαδή, όταν η σελήνη δεν φαίνεται στον ουρανό την ώρα του βραδυνού φαγητού, τότε η φωτεινότητα του φεγγαριού σίγουρα λιγοστεύει μέρα με τη μέρα. Πληροφορίες : * Σαριδάκη Καλλιόπη, σύζ. Καλαϊτζάκη Στ., βλ. σημ. 18. * Λαϊκός Ξυλογλύπτης και Ζωγράφος, Σκουλάς Αλκιβιάδης (Γρυλιός), ετών 81 (1983), από Ανώγια Κρήτης. * Ζωγράφος-Αγιογράφος Αγγελάκης Μιχάλης, ετών 60 (2001), από Σκαλάνι Ηρακλείου Κρήτης, κάτοικος Αθηνών.
26 Αφήγηση : Ανώνυμος 70χρονος Λασιθιώτης. * πεπαρδίλη (η) < αρχ. πέρδομαι η πορδή ή παρδή ή πραδίλη ή πεπραδίλη, λατιν. Pedere, podex. * πέρδομαι… «αφήνω πορδήν , κλάνω» : Αριστοφάνης (425 π.Χ.), Αχαρνής 30 «επειδάν ώ μόνος, στένω, κέχηνα, σκορδινώμαι, πέρδομαι, απορώ, γράφω…», βλ. & Ειρήνη 335 & Σφήκες 1305. * υποβδύλλω «πέρδομαι κρυφίως και αθορύβως, κρυφοκλάνω, κουφοκλάνω» : Λουκ. Λεξιφ. 10 «υπέβδυλλεν υπό του δέους και πορδαλέος ήν». * υποπέρδομαι «πέρδομαι αθορύβως, κουφοκλάνω» : Αριστφ. Βάτρ. 1095. * πορδαλάς (ο) θηλ. πορδαλού & πορδού «ο έχων την έξιν του συχνώς πέρδεσθαι, κλανιάρης». * πορδαλέος, -α, -ον ή παρδαλέος… «ο έχων την έξιν του πέρδεσθαι, πορδαλάς, κλανιάρης». * πορδαλίζω «πέρδομαι, κλάνω καθ’ έξιν». * πορδοκλάνω «πέρδομαι, κλάνω». * πορδοκοπώ «πέρδομαι, κλάνω καθ’ έξιν, πορδαλίζω»: Δουκάγγ. Κορ. Ατ. 4Α, 450. * πορδίζω «πέρδομαι, κλάνω, αφήνω πορδή» & πορδώ & πέρδω. * πόρδων, -ωνος «ο καθ’ έξιν, ο συνεχώς περδόμενος, όθεν ο βδελυρός, ο σιχαμερός, σκωπτικό επίθετο των κυνικών» Αρρ. Επίκτ. 3, 22, 80. * πορδοκλανιό (το) «τόπος ένθα, η περίστασις καθ’ ήν ασυστόλως τις δύναται να λέγη και να πράττη ό,τι δήποτε». * πορδή (η) «το αποτέλεσμα του πέρδομαι…, ηχηρόν συνήθως εκφύσημα εκ των εντέρων δια του απευθυσμένου» : Αριστφ. Νεφ. 394 «ταύτ’ άρα και τω’νόματ’ αλλήλοιν, βροντή και πορδή ομοίω» || Παροιμία : «με πορδές αυγά δεν βάφονται». Δηλαδή : «μόνον δια σοβαρών προσπαθειών τα σημαντικά κατορθούνται». Άλλη παροιμία : «ο καθένας την πορδή του μοσκολίβανο την έχει» : Δηλαδή : «έκαστος είναι επιεικής δια τα ίδια ελαττώματα».
27 Αφήγηση : Ανώνυμος 70χρονος Λασιθιώτης. Πληροφορίες : Βαϊλάκης Γεώργιος του Μιχ., ετών 61 (1987), ο επιλεγόμενος Παπατζιρίτης, από Ποταμιιές, Χερσονήσου Πεδιάδος Ηρακλείου Κρήτης, βλ. & σημ. 82.
(Aύριο η συνέχεια)

