Μαρία Χρονάκη

Βʼ Λυκείου Καστελλίου Πεδιάδος

Σχολικό Ετος 2003-2004

Οι Αρχαίοι Ελληνες ήταν λιτοί όσον αφορά το θέμα της διατροφής τους. Οι περισσότερες από τις σημερινές τροφές, τους ήταν τελείως άγνωστες αλλά παρόλα αυτά τα τραπέζια τους ήταν γεμάτα και με άφθονο κρασί που ήταν το αγαπημένο τους ποτό.

Οπως και σήμερα, το λάδι ήταν απαραίτητο καθημερινά, όχι μόνο για τη διατροφή τους αλλά και για διάφορες άλλες χρήσεις. Ακόμα, σαν κύρια βάση διατροφής , τους ήταν το ψωμί, γιʼ αυτό και ο Ομηρος τους ονομάζει χαρακτηριστικά “ψωμοφάγους”. Στις περισσότερες περιοχές, το ζύμωναν μόνοι τους ή είχαν φούρνους (συνήθως στα μεγάλα κέντρα) απʼ όπου μπορούσαν να το αγοράσουν. Σε κάθε περιοχή το έψηναν με διαφορετικό τρόπο και του έδιναν διαφορετικά ονόματα.

Επίσης, τα σφάγια ήταν σε αφθονία αφού κάθε οικοδεσπότης ήθελε μʼ αυτόν τον τρόπο να ευχαριστεί όσο πιο καλά γινόταν τον καλεσμένο του.

Οι Αρχαίοι έπαιρναν τέσσερα γεύματα: το πρωινό, το άριστον (γεύμα), το δειλινό και το δείπνο. Το φαγητό το μαγείρευαν οι γυναίκες αλλά σε ειδικές περιπτώσεις προσλάμβαναν μαγείρους που έβρισκαν στην αγορά της Αθήνας.

Στην αγορά της Αθήνας μπορούσε νʼ αγοράσει κανείς ό,τι γνωστό κυκλοφορούσε, τόσο από φαγώσιμα, όσο και από διάφορα άλλα είδη.

Η διατροφή των Αρχαίων Ελλήνων βασιζόταν στα όσπρια, στο γάλα και στο τυρί και γενικά στη “χωριάτικη διατροφή”. Για τους φτωχούς το πιο συνηθισμένο φαγητό ήταν οι σούπες από ψάρι και από διάφορα λαχανικά.

Το ψάρι ήταν πιο συχνή τροφή από το κρέας. Τα πιο συνηθισμενα είδη ήταν οι σαρδέλες Φαλήρου, τα όστρακα και τα παστά ψάρια.

Σχετικά με τα ροφήματα, τα πιο διαδεδομένα ήταν ο κυκεώνας και το κατσικίσιο γάλα. Ο καφές τους ήταν τελείως άγνωστος.

Τα λαχανικά ήταν και αυτά διαδεδομένα και συμπεριλαμβάνονταν σχεδόν καθημερινά στα τραπέζια των Αρχαίων αφού ήταν ταυτισμένα με τη “δίαιτα” δηλαδή την υγιεινή διατροφή. Οι φτωχοί συνήθως τα είχαν στον κήπο τους. Μερικά από τα αγαπημένα τους ήταν το σκόρδο, το σέλινο και ο δυόσμος που τα χρησιμοποιούσαν κυρίως για να “καρυκεύουν” τα φαγητά τους. Ακόμα έτρωγαν τα μανιτάρια αλλά τους δημιούργησαν και φόβο γιατί ήταν τα κουκιά, με τον τρόπο και να ήταν μαγειρεμένα.

Κάτι ακόμα που μαθαίνουμε γιʼ αυτούς είναι ότι είχαν αδυναμία στα γλυκά. Οι μελόπιτες που είχαν σαν βάση το μέλι αλλά και οι γαλατόπιτες φτιαγμένες από γάλα ήταν περιζήτητα γλυκίσματα.

Το μέλι κατείχε τη θέση της γνωστής σε μας σήμερα ζάχαρης. Ηταν βάση για περισσότερα γλυκά και είχε ευεργετικές ιδιότητες.

Τα φρούτα ήταν και αυτά σε αφθονία. Μερικά από αυτά ήταν τα μανιτάρια, τα ροδάκινα και τα βερίκοκα.

Τα μήλα δεν ήταν και πολύ συνηθισμένο φρούτο αν και ήταν πασίγνωστο. Οι Αρχαίοι όμως είχαν αγαπημένα τους φρούτα τα σύκα. Τα πιο γνωστά ήταν τα ροδίτικα της Πάρου. Τα σύκα μπορούσαν να γίνουν και χυμός που πολλές φορές τα έδιναν στα νεογέννητα για να δυναμώσουν.

Οπως αναφέραμε στην αρχή, το κρασί ήταν απαραίτητο στα γεύμετα των Αρχαίων. Ομως δεν υπήρχε μόνο ένα είδος κρασιού. Τέσσερα ήταν τα γνωστότερα είδη. Το άσπρο, το μαύρο, το κόκκινο και το κιτρινωπό. Πολλές φορές έβαζαν μέσα στα κρασιά και διάφορα αρώματα όπως θυμάρι, μέντα, δεντρολίβανο, και μυρτιά.

Στην Αρχαία Ελλάδα πολλά ήταν τα μέρη τα οποία παρήγαν καλό κρασί όπως η Ικαρία της οποίας το κρασί ήταν γνωστό ως “πραμνίο” ,η Μυτιλήνη και η Χίος η οποία διέθετε το ακριβότερο κρασί που το ονόμαζαν “αριούσα”.

Για τους Αρχαίους Ελληνες ήταν κάτι το αδιανόητο να τρώνε μόνοι τους γιʼ αυτό τα συμπόσια ήταν σε καθημερινή βάση. Πριν αρχίσει το γεύμα, γινόταν οι απαραίτητες σπονδές στους Θεούς. Ενα νέο είδος σπονδής ήταν το κόταββος. Ενα παιχνίδι που το έπαιζαν και οι γυναίκες αλλά με διαφορετικό τρόπο.

Στα συμπόσια, για να δημιουργήσει χαρούμενη ατμόσφαιρα, οι συμποσιαζόμενοι έψαλλαν τον “παιάνα” ή είχαν προσλάβει άτομα που όπως και οι κυβίστριες ή εταίρες.

Οσον αφορά τις τιμές των τροφίμων εκείνη την εποχή, οι συναλλαγές γινόταν με οβολούς, δραχμές και τάλαντα. Οι τιμές για τα ψάρια ήταν κατά πολύ υψηλότερες από τα υπόλοιπα αγαθά.

Συνδυάζοντας τις παραπάνω πληροφορίες, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι αρχαίοι πρόγονοί μας καλοπερνούσαν παρά τις ελλείψεις που είχαν στη διατροφή τους.