Ο κ. Σπανάκης, ως διευθυντής μιας εκ των μεγαλυτέρων εταιρειών κατεψυγμένων αλιευτικών προϊόντων που δραστηριοποιούνται στην Κρήτη, ήταν ο πλέον αρμόδιος να μιλήσει για τον τομέα αυτό των προϊόντων που επίσης θα τιμήσουν δεόντως τη Σαρακοστή οι καταναλωτές, αλλά και για τα δεδομένα που επικρατούν σε αυτόν. Αρχικά, λοιπόν, ο κ. Σπανάκης ξεκαθαρίζει ότι «η Κρήτη δε διαθέτει καθόλου δικά της εγχώρια κατεψυγμένα προϊόντα, με αποτέλεσμα να κάνει εισαγωγές τόσο από περιοχές της Ελλάδας, όσο και, πολύ περισσότερο, από άλλες του εξωτερικού», αναφέροντας ενδεικτικά «από την Ελλάδα την Καβάλα απʼ όπου εισάγονται είδη όπως γαρίδες, χταπόδια και σουπιές, και από το εξωτερικό την Αμερική (βακαλάος), την Ισλανδία (κοκκινόψαρο), το Μαρόκο (χταπόδι) και τις Ινδίες (καλαμάρια και σουπιές)».
Περνώντας, έπειτα, στις συμβουλές προς τους καταναλωτές και επιδιώκοντας να εξηγήσει τους τρόπους με τους οποίους αυτοί θα μπορέσουν να καταλάβουν κατά πόσο ένα κατεψυγμένο προϊόν είναι καλοδιατηρημένο ή όχι, ο κ. Σπανάκης ανέφερε ως πρώτη προτεραιότητα «τον έλεγχο της αναγραφής ή μη πάνω στο προϊόν τόσο της ημερομηνίας κατάψυξης, όσο και αυτή της συσκευασίας και λήξης του». Όπως εξηγεί ο ίδιος «τα καλά συντηρημένα κατεψυγμένα, δηλαδή αυτά που έχουν διατηρηθεί σε θερμοκρασίες -18 έως -22 βαθμούς C, έχουν τουλάχιστον 18 μήνες ζωής», ενώ «είναι σχετικά εύκολο για τον πελάτη να καταλάβει πότε ένα τέτοιο προϊόν είναι κατάλληλο για να το βάλει στο πιάτο του, αφού δεν έχει παρά να ελέγξει τη ζωηρότητα του χρώματος που η καλή απόψυξη του έχει σαν αποτέλεσμα, αλλά και την οσμή του η οποία δεν πρέπει να είναι ιδιαίτερα έντονη, αλλά μέσα σε λογικά πλαίσια».