Ο πρώτος από τους εμπόρους που μίλησαν στην «Π» σχετικά με το θέμα ήταν ένα από τους παλαιότερους και πλέον έμπειρους, ο πρόεδρός τους κ. Μανώλης Κανέλλος.
Ο κ. Κανέλλος, λοιπόν, αφού σημείωσε κι εκείνος από την πλευρά του ότι «ο κόσμος έχει καταλάβει πόσο ωφέλιμο είναι το ψάρι για την υγεία του και έχει αρχίσει να στρέφεται όλο και περισσότερο προς αυτό», εξήγησε ότι αυτό έχει σαν αποτέλεσμα «η ζήτηση κάθε χρόνο να παρουσιάζεται όλο και μεγαλύτερη». Συνεχίζοντας ο ίδιος διαβεβαίωσε ότι «ο καταναλωτής ασφαλώς και μπορεί να βρει φρέσκο ψάρι στην αγορά και ανάλογα με το πορτοφόλι του να διαλέξει και το είδος που θα αγοράσει», ενώ σχετικά με τις εισαγωγές και το κατά πόσο η ποιότητα των προϊόντων που εισρέουν στην αγορά από αυτές είναι εφάμιλλη των εγχώριων, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «η ποιότητα των προϊόντων είναι πιστοποιημένη και ελεγμένη από τα αρμόδια όργανα και σίγουρα είναι καλύτερη από αυτή των διάφορων κρεάτων που μανιωδώς καταναλώνει ο κόσμος». Αναφορικά, δε, με τα φαινόμενα εξαπάτησης που παρατηρούνται στο χώρο της ιχθυεμπορίας ο κ. Κανέλλος σημείωσε αρχικά ότι «αυτά τα έκτροπα παρουσιάζονται κυρίως στις αγορές της Αθήνας» και εξήγησε ότι «στη δική μας την αγορά αποκλείεται να τα συναντήσει κανείς αφού είμαστε μια μικρή κοινωνία, όλοι γνωριζόμαστε σχεδόν μεταξύ μας και δεν είναι εύκολο για τον καθένα να εξαπατά τον άλλο με τον οποιοδήποτε τρόπο».
«Ό,τι πληρώνεις, παίρνεις»
Ο κ. Παντελής Ιγγλεζάκης στη συνέχεια, επίσης έμπορος στην ψαραγορά του Ηρακλείου, ήταν ακόμα πιο γλαφυρός μιλώντας για το θέμα των εισαγωγών, τονίζοντας ότι «είναι γνωστό πως εισαγωγές γίνονται σε όλα τα είδη των ψαριών και το μόνο που πρέπει να συνειδητοποιήσει ο καταναλωτής είναι πως ό, τι πληρώνει, παίρνει». Κάτι τέτοιο, φυσικά, όπως συμπληρώνει ο ίδιος «δε σημαίνει ότι τα εισαγόμενα προϊόντα είναι κακής ποιότητος», μιας και «έρχονται συσκευασμένα και πιστοποιημένα από το εξωτερικό, πράγμα που εξασφαλίζει την καταλληλότητά τους». Σχετικά, δε, με τις μεθόδους εξαπάτησης ο κ. Ιγγλεζάκης υπογράμμισε ότι «στα 30 σχεδόν χρόνια που εγώ είμαι έμπορος δεν έχω δει ποτέ στην αγορά του Ηρακλείου φαινόμενα σαν αυτό που αποκαλύφθηκε για την επάλειψη των ψαριών με ουσίες», τοποθετώντας ως μόνη εξαίρεση στον κανόνα αυτό «την επάλειψη των γαρίδων με το γνωστό σε όλους εδώ και χρόνια φάρμακο που εξασφαλίζει την καλή τους εμφάνιση και το οποίο, ωστόσο, είναι τελείως ακίνδυνο».
Ο κ. Κώστας Ρωμανός, έπειτα, εμφανίστηκε ακόμα πιο συγκεκριμένος στις τοποθετήσεις του σχετικά με το θέμα των εισαγωγών και αφού σημείωσε ότι «οι ανάγκες της αγοράς για νωπά ψάρια καλύπτονται κυρίως από τα εγχώρια μέσα», προσέθεσε ότι «ακόμα και αν, όμως, ο καταναλωτής αμφιβάλλει για την ποιότητα των εισαγόμενων προϊόντων δεν έχει παρά να κοιτάζει τις ταμπέλες προέλευσης που υπάρχουν σε όλη την αγορά και να κινείται ανάλογα». Σε αυτό, δε, το πλαίσιο δεν παρέλειψε να επισημάνει ότι «είναι λογικό όταν ο καταναλωτής βλέπει κάτι που είναι πολύ φτηνό, να μην περιμένει ότι αυτό θα είναι και της ανώτατης ποιότητας». Ερωτώμενος, έπειτα, κατά πόσον ο κόσμος μπορεί με όλα αυτά που ακούει να εμπιστευτεί την τοπική αγορά ψαριών, ο κ. Ρωμανός τόνισε ότι «ασφαλώς και ο καταναλωτής μπορεί να εμπιστευτεί τους εμπόρους της τοπικής αγοράς, αφού μπορεί να είναι σίγουρος ότι ο καθένας από αυτούς θα βρίσκεται εδώ και την επόμενη μέρα που θα αγοράσει από εκείνον», πράγμα το οποίο του εξασφαλίζει ότι «θα έχει τη δυνατότητα, σε περίπτωση που για τον οποιοδήποτε λόγο δε μείνει ευχαριστημένος, να του εκφράσει τα παράπονα του ή ακόμα και να κινηθεί, με την υποστήριξη των αρμόδιων οργάνων, εναντίον του».
Η κ. Σοφία Βαρδάκη, κλείνοντας, η τελευταία από τους εμπόρους που μίλησαν στην «Π», αφού υπογράμμισε ότι «είναι λογικό με όλα αυτά που ακούγονται ο κόσμος να έχει φοβηθεί κάπως», ανέφερε σχετικά ότι «είναι χαρακτηριστικό πώς για αρκετές μέρες μετά την εκπομπή που αποκάλυπτε τις διάφορες εξαπατήσεις από ιχθυεμπόρους οι καταναλωτές εμφανίζονταν πάρα πολύ διστακτικοί.
Παρόλα αυτά η κ. Βαρδάκη επισήμανε ότι «τέτοια φαινόμενα δεν υπήρχαν ποτέ και ούτε θα υπάρξουν νομίζω στο μέλλον στη δική μας αγορά » υποδεικνύοντας, ωστόσο, ως την καλύτερη λύση για παν ενδεχόμενο για τον καταναλωτή «να βρει αυτός το δικό του, συγκεκριμένο έμπορο τον οποίο θα εμπιστεύεται και από τον οποίο αποκλειστικά θα προμηθεύεται ψάρια, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο ότι δε θα πέσει ποτέ θύμα εκμετάλλευσης ή κακής εξυπηρέτησης».

