Οπως είπε στην “Π” ο κ. Τίγκιλης, ως ένας από τους πλέον αρμοδίους να μιλήσουν για το θέμα, “είναι γεγονός ότι κάθε χρόνο η ζήτηση στο χώρο της ιχθυαγοράς αυξάνεται”, πράγμα το οποίο “αυξάνει και την υποχρέωση όλων όσων ασχολούνται με τον κλάδο να ενημερώνουν τον κόσμο για τις εξελίξεις σε αυτόν”.
Προχωρώντας, δε, και επικεντρωνόμενος στην τοπική αγορά, ο κ. Τίγκιλης σημείωσε αρχικά ότι “η αγορά του Ηρακλείου τροφοδοτείται κατά το μεγαλύτερο ποσοστό της, και ειδικά το χειμώνα που δουλεύουν και τα σκάφη μέσης αλιείας, από τα εγχώρια σκάφη”, προσθέτοντας, ωστόσο, ότι “παρʼ όλα αυτά οι απαιτήσεις της αγοράς δεν καλύπτονται και έτσι αναγκαστικά γίνονται και εισαγωγές”.
Αυτό συμβαίνει κατά τον κ. Τίγκιλη λόγω του ότι “μπορεί σαν χώρα να μη χρειάζεται να κάνουμε εισαγωγές σε είδη ψαριών όπως η σαρδέλα, η γόπα και γενικά τα μικρά και ψιλά ψάρια αφού επαρκεί γιʼ αυτά η εγχώρια διάθεση”, ωστόσο “η έλλειψη κυρίως στα μεγάλα, καλά ψάρια ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες και σε περιόδους σαν τη Σαρακοστή όπου αυτά γίνονται ανάρπαστα από απλούς πελάτες και καταστηματάρχες, δημιουργεί την ανάγκη για εισαγωγές σε είδη όπως το φαγκρί, η συναγρίδα, το λιθρίνι, η τσιπούρα κ.α.”.
Επίσης, όπως τόνισε ο ίδιος “μεγάλες εισαγωγές γίνονται και στο κομμάτι των κατεψυγμένων και κυρίως σε αυτό των μαλακίων όπως τα χταπόδια, τα καλαμάρια, οι σουπιές και οι γαρίδες, με τον κόσμο, ωστόσο, να γνωρίζει, πιστεύω, ότι όταν αγοράζει τέτοια προϊόντα πρόκειται κατά κανόνα για κατεψυγμένα”.
Σε αυτό το σημείο, δε, ο κ. Τίγκιλης αναφέρθηκε και σε μια, άγνωστη για το ευρύ κοινό, επιλογή που οι καταναλωτές έχουν όταν προτίθενται να αγοράσουν ψάρι και η οποία αφορά “την προτίμηση που μπορούν να δείξουν και σε ψάρια που προέρχονται από εγχώριες καλλιέργειες όπως η τσιπούρα και το λαβράκι και τα οποία, μιας και είμαστε η πρώτη χώρα στην Ευρώπη στις συγκεκριμένες παραγωγές, είναι εγγυημένα για την πολύ καλή τους ποιότητα”.

