ΚΑΣΤΑΜΟΝΙΤΣΑ
Το χωριό Κασταμονίτσα βρίσκεται στους πρόποδες των Λασιθιώτικων βουνών και είναι ένα από τα ορεινά χωριά του τόπου μας.
Αμέτρητες σελίδες ιστορίας φυλλομετρά το χωριό από την ίδρυσή του. Λόγω της θέσης του, έδιδε πάντα καταφύγιο στους επαναστάτες και την περίοδο της Ενετοκρατίας και την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Οι κάτοικοί του παρόντες σε όλους τους αγώνες της Πατρίδας μας.
Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου ήχησαν οι καμπάνες της Αγίας Κυριακής, προστάτιδας του χωριού. Οι νέοι της Κασταμονίτσας ετοιμάστηκαν για το μέτωπο. Στρατιώτες από το χωριό Κασταμονίτσα που πήραν μέρος στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο : Μανουσάκης Εμμανουήλ του Κωνσταντίνου (γιατρός ), Σαριδάκης Χαρίδημος του Μιχαήλ, Παπαδοκωστάκης Γεώργιος του Νικολάου, Τσαπάκης Βαρδής του Μιχαήλ, Παπαδοκωστάκης Κωσταντίνος του Εμμανουήλ ( τραυματίας πολέμου – σκοτώθηκε λίγο αργότερα στην μάχη της Κρήτης ), Σαριδάκης Μιχάλης του Σπυρίδωνα, Δηλαβεράκης Κωνσταντίνος του Γεωργίου, Ψαράκης Ιωάννης του Εμμανουήλ, Αλεξανδράκης Γεώργιος του Μιχαήλ, Ανδριανάκης Αλέκος του Μιχαήλ, Σαριδάκης Γεώργιος του Εμμανουήλ, Ψυλλάκης Γεώργιος του Νικολάου, Σταματάκης Γεώργιος του Μιχαήλ, Σαριδάκης Μανόλης του Δημητρίου, Τσαπάκης Εμμανουήλ του Μιχαήλ (ανθυπολοχαγός ), Σαριδάκης Στέφανος του Σπυρίδωνα, Οικονομάκης Γεώργιος του Κωνσταντίνου, Μανουσάκης Γεώργιος του Κωνσταντίνου, τα αδέρφια Δηλαβεράκης Ιωάννης – Αλέξανδρος του Δαβίδ, Ανδριανάκης Κωνσταντίνος του Μιχαήλ, Σαριδάκης Αντώνιος του Εμμανουήλ, Παπαδοκωστάκης Εμμανουήλ του Νικολάου ( υπολοχαγός ), Σαβάκης Αλέκος του Εμμανουήλ (υπολοχαγός ), Καλαϊτζάκης Βαγγέλης του Κωνσταντίνου, Κοντάκης Εμμανουήλ του Ελευθερίου, Οικονομάκης Εμμανουήλ του Μιχαήλ, Ψαράκης Γεώργιος του Ιωάννου, Οικονομάκης Γεώργιος του Κωνσταντίνου, Σαριδάκης Ιωάννης του Εμμανουήλ, Σαμπροβαλάκης Χαρίδημος του Γεωργίου, Δηλαβεράκης Κωνσταντίνος του Γεωργίου, Σαριδάκης Δημήτριος του Γεωργίου, Καντεράκης Κωνσταντίνος του Εμμανουήλ, Καλαϊτζάκης Στυλιανός του Ιωάννου και Οικονομάκης Εμμανουήλ του Κωνσταντίνου.
Σύνολο 36 αξιωματικοί και οπλίτες.
Ο Σαριδάκης Χαρίδημος, ο Τσαπάκης Βαρδής, ο Παπαδοκωστάκης Γεώργιος και ο Σαριδάκης Μιχάλης, πολέμησαν στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, ζουν σήμερα στην Κασταμονίτσα και θυμούνται :
Αφήγηση Σαριδάκη Χαρίδημου του Μιχαήλ : …στις 9 του Μάρτη άρχιξε η μεγάλη επίθεση των Ιταλών. Ο ίδιος ο Μουσολίνι λέγανε μετά ότι την παρακολουθούσε. Έγινε μεγάλος χαλασμός. Τα Ιταλικά κανόνια εβάνανε στην Τρεμπεσίνα. Επέσανε πολλοί δικοί μας τότε. Το βουνό είχε δυο τρία μέτρα χιόνι και έγινε μαύρο από τις πολλές οβίδες και το κακό που γίνηκε την ημέρα αυτή. Εμείς όμως δεν υποχωρήσαμε καθόλου, δεν εκάναμε ζάλο πίσω από τις θέσεις μας.
Πολλά μουλάρια μας είχανε σκοτώσει οι Ιταλικές οβίδες. Στα τελευταία ο χωριανός μας γιατρός ο Μανουσάκης μας έλεγε να τα θάφτομε κι αυτά για να μην αρρωστήσομε.
Ο δικός μου λόχος έφυγε τελευταίος από την Αλβανία. Εμείναμε και κρατούσαμε άμυνα και οι δικοί μας οπισθοχωρούσανε. Εχαλούσαμε και τις γέφυρες που συναντούσαμε μόλις επερνούσανε τα δικά μας στρατεύματα. Εφτάξαμε στα Γιάννενα και επαραδώσαμε τον οπλισμό μας σʼένα γερμανό λοχία.
Θυμούμαι όταν εφτάξαμε στην Κρήτη, μας έβγαλε το καράβι στη Γραμβούσα στα Χανιά. Αρχές του Ιούνη. Επερνούσαμε από το Μάλεμε και εβλέπαμε τα αλεξίπτωτα τα γερμανικά σωρούς από την μια και την άλλη μεριά του δρόμου. Μας εφωνάζανε εκεί οι χωριανοί να μην τα πειράζομε γιατί θα μας εσκοτώνανε οι Γερμανοί. Θυμούμαι ακόμη ότι ήμουνα ο πρώτος Κασταμονιτσανός που γύρισα πίσω από τον πόλεμο. Ο πρώτος που μας επάντηξε ήτανε ο Λευτερογιάννης (Σαριδάκης Ιωάννης) στην γέφυρα του Αγίου Νικολάου στο Ξυδά… (Οκτώβρης 2003)
Από το βιβλίο «Αγώνες και νεκροί 1940 – 1945» έκδοση ΔΙΣ, στις σελίδες 2-7 και 15-16 διαβάζουμε :
Η διεξαγωγή των επιχειρήσεων στο Αλβανικό μέτωπο είναι δυνατόν να διαιρεθεί χρονικά σε τρεις περιόδους :
1η π ε ρ ί ο δ ο ς ( 28 Οκτωβρίου – 13 Νοεμβρίου 1940 )
Από την αυγή της 28ης Οκτωβρίου οι Ιταλοί επιχείρησαν σχεδόν ταυτόχρονα αιφνιδιαστική εισβολή, με κύρια προσπάθεια στην Ήπειρο και στην ορεινή περιοχή της Πίνδου, από το Ιόνιο μέχρι το όρος Γράμμος, ενώ η αεροπορία τους βομβάρδιζε στόχους στο μέτωπο και στο εσωτερικό της χώρας. Παρʼόλα αυτά, στα σημεία μεγάλης στρατηγικής σημασίας τα αποτελέσματα ήταν ασήμαντα και για το λόγο αυτό η συγκέντρωση από ελληνικής πλευράς και η έγκαιρη μεταφορά των επιστρατευμένων μονάδων έγιναν χωρίς σοβαρά εμπόδια.
2η π ε ρ ί ο δ ο ς ( 14 Νοεμβρίου – 6 Ιανουαρίου 1941 )
Το Ελληνικό Γενικό Στρατηγείο, αποβλέποντας στην ουσιαστική εκμετάλλευση των πρώτων ελληνικών επιτυχιών, προτού προλάβουν οι Ιταλοί να ενισχυθούν πλήρως με νέες δυνάμεις, αποφάσισε την ταχεία ανάληψη αντεπιθέσεως. Έτσι από τις 14 Νοεμβρίου και παρότι δεν είχε περατωθεί η επιστράτευση και συγκέντρωση του Στρατού, εκτόξευσε γενική αντεπίθεση σε ολόκληρο το μέτωπο, η οποία διήρκεσε μέχρι τις 6 Ιανουαρίου 1941, με εντυπωσιακά αποτελέσματα.
Πράγματι οι ελληνικές δυνάμεις κατόρθωσαν σε πρώτη φάση μέχρι τις 22 Νοεμβρίου, όχι μόνο να αποκαταστήσουν την ακεραιότητα του εθνικού εδάφους, αλλά και να προωθηθούν στο βόρειο τομέα του μετώπου στην πόλη της Κορυτσάς. Στη συνέχεια σε δεύτερη φάση, μέχρι τις 28 Δεκεμβρίου, πέτυχαν τους αντικειμενικούς σκοπούς που είχε θέσει το Γενικό Στρατηγείο και απώθησαν με σκληρούς αγώνες και κάτω από δυσμενέστατες καιρικές συνθήκες, τις ιταλικές δυνάμεις σε βάθος 30 – 50 χιλιομέτρων, παρότι αυτές ενισχύονταν συνεχώς και προσέβαλλαν σθεναρή αντίσταση.
Οι ευρείες επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού ανακόπηκαν στα τέλη Δεκεμβρίου. Ο δριμύτατος χειμώνας και οι δυσχέρειες στις συγκοινωνίες δημιουργούσαν ανυπέρβλητα εμπόδια στους ανεφοδιασμούς και τις διακομιδές. Παράλληλα η δίμηνη εκστρατεία είχε επιφέρει σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό, οπλισμό, εφόδια και λοιπά υλικά.
3η π ε ρ ί ο δ ο ς ( 7 Ιανουαρίου – 26 Μαρτίου 1941 )
Στο χρονικό αυτό διάστημα έγιναν στον κεντρικό τομέα του μετώπου, οι σκληρότεροι και πιο αιματηροί αγώνες μεταξύ Ελλήνων και Ιταλών σε όλη την διάρκεια του πολέμου. Την ίδια περίοδο και στις 9 Μαρτίου, υπό την άμεση παρακολούθηση του Μουσολίνι, εκτοξεύτηκε η μεγάλη «Εαρινή» ιταλική επίθεση PRIMAVERA με ιδιαίτερη ένταση στο τμήμα από την Τρεμπεσίνα μέχρι την περιοχή Μπούμπεσι.
Η εαρινή ιταλική επίθεση έληξε άδοξα, είχε την ίδια περίπου τύχη με τον «απλό στρατιωτικό περίπατο », όπως θεωρούσε την όλη εκστρατεία κατά της Ελλάδας η Ιταλική Στρατιωτική Ηγεσία.
Απώλειες Ελληνικού Στρατού Ελληνοϊταλικού πολέμου
Φονευθ. Εξαφανισθ.
Αξιωμ. 604 7
Οπλίτες 11.307 1335
Αφήγηση Τσαπάκη Βαρδή του Μιχαήλ : …από το Ηράκλειο επήγαμε στο Μεσολόγγι. Από το Μεσολόγγι ποδαρόδρομο στα Γιάννενα. Στο δρόμο είδα και οδηγούσανε οι δικοί μας Ιταλούς αιχμαλώτους προς τα κάτω. Εγώ τση λυπήθηκα και επέταξά ντως ένα πακέτο τσιγάρα που κρατούσα.
Από κει περάσαμε στην Αλβανία σε ένα χωριό που το λέγανε Λιμπόχοβο. Από το Λιμπόχοβο περάσαμε τη Χειμάρα για να βγούμε στην πρώτη γραμμή. Τραβήξαμε για το βουνό Σεντέλι. Εκεί είδα τον πρώτο στρατιώτη μας νεκρό. Έτρεχε το αίμα του απάνω στο χιόνι. Οι στρατιώτες που ήτανε εκεί είχανε υποχωρήσει για να πάρομε εμείς τη θέση τους. Είχανε τα αντίσκηνά τους αφήσει και τα παραλάβαμε. Το βράδυ μου λένε Τσαπάκη, πήγαινε να φυλάξεις σκοπός. Ήτανε ένα χαράκωμα πιο πάνω και έπρεπε να πάω να φυλάξω σκοπός.
Όπως τραβούσα απάνω μου πάντηξε ένας και ήτανε κάτω και κοίτουντονε. Που θα πάω, του λέω. Δεν μου μιλεί. Τονε κουνώ και βλέπω ότι ήτανε σκοτωμένος. Πάω πιο πάνω βλέπω και άλλο στρατιώτη σκοτωμένο. Το πρωί που ξημέρωσε επήγαμε με ένα από τση Αρχάνες, Καρπουζάκη Νίκο, πιάνομε τα σκαπανικά και βγάλαμε ένα λάκκο και τση θάψαμε. Μαζί τση θάψαμε, πρόσωπο με πρόσωπο.
Μια άλλη μέρα με ήρε ένας λοχαγός και ένας ανθυπολοχαγός να πάμε σε ένα ύψωμα να κανονίσομε τση βολές του πυροβολικού μας. Επήγαμε σε ένα φυλάκιο. Εγώ έμεινα πιο πίσω. Μόλις τση αντιληφθήκανε οι Ιταλοί τση σκοτώσανε και τση δυο. Μου λέει ένας άλλος αξιωματικός Τσαπάκη πήγαινε να πάρεις τη θέση τους. Επήγα και επέφτανε οι όλμοι από πάνω μου σύννεφο. Κάνω το σταυρό μου, εγύρισα και εκοίταξα τον ουρανό. Σύρθηκα με την κοιλιά και γκρεμίστηκα από κάτω σε ένα μικρό γκρεμό. Εσταμάτησα εκεί. Ένας από το Αμαριανό ήτανε εκεί, Κριτσωτάκης Μανόλης. Ζεις μου λέει, ναι ζω του απαντώ.
Μετά από πέντε έξι μέρες ήβανε το δικό μας πυροβολικό στση Ιταλούς. Είχανε παρμένη την απόσταση λάθος. Επέσανε οι οβίδες απάνω στα δικά μας αντίσκηνα. Εκαθόμουνα με τέσσερις στρατιώτες από το Ηράκλειο μέσα στο αντίσκηνο. Ποιος μου λέει και σηκώνομαι από το αντίσκηνο και πορίζω και δεν είχα πάει 30 μέτρα και πέφτει η οβίδα απάνω στο αντίσκηνό μας.
Τρέχουνε και τηλεφωνούνε οι άλλοι να μη ρίχνουνε άλλο γιατί πέφτουνε οι οβίδες στο μέρος μας. Τρέχω πίσω και βλέπω ότι και οι τέσσερις Ηρακλειώτες είχανε σκοτωθεί. Ποιος μουʼπε να σηκωθώ να φύγω πιο πέρα ; Αποσπέρας είδα όνειρο τον μπάρμπα μου τον Ψιλονικόλη, ένα αδερφό τση μάνας μου και μουʼλεγε :
-Μη φοβάσαι μωρέ παιδί μου και δεν παθαίνεις πράμα !
Το βράδυ είδα τʼόνειρο και το πρωί ήπεσε η οβίδα στο αντίσκηνό μας.
Ένα βράδυ 10 η ώρα μας ειδοποιήσανε ότι πρέπει να φύγομε γιατί θα μας αντικαταστήσουνε. Κατεβαίνομε στην Κλεισούρα και βλέπω πολύ κόσμο, πολλούς στρατιώτες μας μαζωμένους.
Τότε εμάθαμε ότι θα υποχωρήσομε. Τα πέταξα όλα και κράτηξα μόνο το όπλο μου. Όταν εφτάξαμε στα Γιάννενα επαραδώκαμε τα όπλα μας τση Γερμανούς. Δίδω το δικό μου σε ένα Γερμανό του δίνει μια κάτω τοʼσπασε και το πέταξε πέρα… (Οκτώβρης 2003 )
Ρώτησαν κάποτε τον Γ. Τερτσέτη τι είναι πατριωτισμός σε καιρό ειρήνης. Η απάντησή του ήταν :
Ο πατριωτισμός αλλάζει μορφή,
όχι όμως ουσία.
Ο πατριωτισμός εις καιρό πολέμου
προσκαλεί εις έργα πολεμικά.
Πατριωτισμός εις καιρόν ειρήνης
προσκαλεί εις έργα
ειρήνης,
εις αντιζηλία πολιτισμού.
Αναμέτρηση στον χώρο του πολιτισμού.
Αφήγηση Παπαδοκωστάκη Γεωργίου του Νικολάου : … εγώ υπηρετούσα στο ορεινό πυροβολικό. Ήμουνα λοχίας. Φτάσαμε μέχρι την Τρεμπεσίνα και εκεί στήσαμε τα πυροβόλα. Από την Τρεμπεσίνα αρχίσαμε τις μάχες και ρίχναμε βλήματα μέρα νύχτα συνέχεια. Οι Ιταλοί ερίχνανε περισσότερα από μας, είχαν πιο πολλά πυρομαχικά. Από την Κασταμονίτσα έδωσε ο Θεός να μη σκοτωθεί κανείς στην Αλβανία από τα 36 άτομα που πήγαμε στον πόλεμο. Εγυρίσαμε όλοι. Θυμούμαι το κρύο που περάσαμε στα βουνά. Εβγάναμε ένα λάκκο και βάζαμε τα μικρά μας αντίσκηνα και εμέναμε τη νύχτα. Το πρωί τα είχε μισοσκεπάσει το χιόνι. Είδα πολλούς σκοτωμένους Ιταλούς σʼαυτόν τον πόλεμο. Να πω την αλήθεια εγώ τση λυπήθηκα. Αυτοί δεν τον εθέλανε τον πόλεμο… (Οκτώβρης 2003 )
9 Μαρτίου 1941. Ο Ντούτσε εξαπολύει την εαρινή επίθεση, την περίφημη PRIMAVERA. Παρών και ο ίδιος στα αλβανικά βουνά. Οι Έλληνες αμύνονται μέχρις εσχάτων. Στις 14 Μαρτίου ο στρατηγός Καβαλλέρο συνιστά στον Μουσολίνι « να σταματήσουν την επίθεση για μια καταλληλότερη εποχή ». Το παρατηρητήριο, όπου έφθασε σε λίγο ο Μουσολίνι, ήταν γεμάτο από στρατηγούς, που ήλπιζαν ότι η ημέρα εκείνη θα έφερνε την πρώτη νίκη σε έναν πόλεμο γεμάτο από ήττες. Ήταν εκεί ο Τζελόλο, ο αρχηγός της αεροπορίας Ράντζα, ο στρατηγός Γκαμπάρα. Η ορατότης ήταν περίφημη. Ο Καβαλλέρο έδινε στον Μουσολίνι διάφορες εξηγήσεις δείχνοντάς του τις σκεπασμένες από σύννεφα και χιόνια κορυφές της Τρεμπεσίνας και του Σεντέλι, όπου εξακολουθούσε να χύνεται τόσο ιταλικό αίμα. Ο κανονιοβολισμός είχε αρχίσει. Είχε δοθεί διαταγή να δράσει ολόκληρο το πυροβολικό ακόμα και εναντίον θέσεων κατά των οποίων δεν επρόκειτο να γίνει επίθεσις. Και τούτο για να μην καταλάβουν οι Έλληνες που θα χτυπούσαμε. Ο Παπάγος όμως το ήξερε. Διότι ένας αξιωματικός μας, που συνελήφθη αιχμάλωτος, είχε επάνω του έγγραφες οδηγίες που απεκάλυπταν σε ποια σημεία του μετώπου επρόκειτο να εκδηλωθεί η επίθεσίς μας. Ο Μουσολίνι, παρʼόλη την αισιοδοξία που εξακολουθούσαν να δείχνουν όσοι βρίσκονταν γύρω του, κατάλαβε αρκετά εγκαίρως ότι τα πράγματα πήγαιναν άσχημα. Το είπε και στον στρατηγό Πρικόλο : « Όταν μια επίθεσις δεν επιτύχει μέσα σε δύο ώρες, δεν πρόκειται να επιτύχει πια ! ».
Αποκαλύψεις από τα ιταλικά αρχεία. Εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 28/10/1965
Αφήγηση Σαριδάκη Μιχάλη του Σπυρίδωνα : …στου Μπαλαμπάνη το χάνι ήμουνα όταν μας έκανε την μεγάλη επίθεση στις 9 του Μάρτη ο Μουσολίνι. Θυμούμαι τση Ιταλούς που βαδίζανε εναντίον μας, χιλιάδες ήτανε και γεμίσανε οι πλαγιές των βουνών. Ήτανε και στη γραμμή στον αμαξωτό μέσα οι Ιταλοί. Τα δικά μας όπλα τση θερίζανε κι αυτοί δεν εκουνούσανε. Δεν εθέλανε να πολεμήσουνε. Την ημέρα εκείνη στση 9 του Μάρτη έγινε μεγάλο κακό. Σκωτομός. Τα αεροπλάνα μας εβάνανε, το ιταλικό πυροβολικό μας έβανε, εμείς όμως ήμαστε σταθεροί. Τίποτα δεν εκαταφέρανε. Θυμούμαι που μας εβομβαρδίσανε και τις εγκαταστάσεις του εφοδιασμού. Ο Παπαδογιωργάκης από του Ξυδά ο αξιωματικός μπήκε σʼ ένα καταφύγιο και μετά το βομβαρδισμό που είχανε χαλάσει τα πάντα αυτός εκατάφερε να βγει ζωντανός μέσα από το καταφύγιο. Θυμούμαι τση Ιταλούς αιχμαλώτους που τση βάναμε σε μια γραμμή και τση οδηγούσαμε στα πίσω. Αυτοί είχανε κατεβασμένα τα μούτρα τους, δεν μας εκοιτάζανε στα μάτια. Πολλά μουλάρια είχανε ψοφήσει μέσα στα ρυάκια και εκατεβαίναμε τα νερά, επερνούσανε από τα ψόφια μουλάρια και παρακάτω επίναμε εμείς νερό. Στην οπισθοχώρηση την ημέρα τση Λαμπρής είμαστε στο Καλπάκι. Μας φέρανε ένα αμάξι αρνιά να τα ψήσομε και θυμούμαι που κατεβήκανε τα ιταλικά αεροπλάνα και μας εβομβαρδίσανε και έβλεπες τα αρνιά και σηκώνουντανε στα ύψη τʼ ουρανού… (Οκτώβρης 2003)
Γεώργιος Παπανδρέου
ΚΑΣΤΡΙ – ΚΗΦΙΣΣΙΑΣ 28. 10. 40
Κύριε Πρόεδρε
Είμαι βαθύτατα συγκεκινημένος από την σημερινήν απόφασιν της Ελλάδος να επαναλάβη εναντίον των βαρβάρων το θαύμα του Μαραθώνος.
Πιστεύω ακραδάντως, ότι ο αγών θα είναι νικηφόρος.
Αλλά και πιστεύω ακόμη, ότι η ηρωική απόφασις του Έθνους, λαμβανομένη ευτυχώς εις μίαν κρίσιμον καμπήν του παγκοσμίου πολέμου, κατά την οποίαν πολλαί αποφάσεις φαίνονται μετέωροι, είναι προωρισμένη νʼασκήση αποφασιστικήν επίδρασιν ακόμη και δια την τελικήν αυτού έκβασιν δια την οριστικήν επικράτησιν του Ανθρωπισμού και της ευημερίας.
Ο αγών είναι Ιερός και πρόκειται να κρίνη, δια μακρούς αιώνας του μέλλοντος, την τύχην του Έθνους.
Κάτω από την σημαίαν του οφείλουν να ταχθούν όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες.
Θέτω τον εαυτόν μου εις την διάθεσιν της Πατρίδος δια πάσα υπηρεσίαν.
Μετά τιμής Γ. Παπανδρέου
Επιστολή ντοκουμέντο που έστειλε ο Γ. Παπανδρέου στον πρόεδρο της Κυβέρνησης Ι. Μεταξά το πρωί της 28ης Οκτωβρίου.
Ε π ί λ ο γ ο ς
Ξημερώματα 28ης Οκτωβρίου 1940.
Οι Έλληνες ξεχύνονται από κάθε γωνιά της χώρας, έτοιμοι να καταπνίξουν τις ιταλικές δυνάμεις που εισέβαλαν στα πάτρια εδάφη. Το προσκλητήριο ακούστηκε σε όλα τα χωριά και τους οικισμούς του Δήμου μας.
Με γέλιο, με αισιοδοξία, με ενθουσιασμό, κίνησαν οι συμπατριώτες μας για το μέτωπο. Πάλεψαν με πολλούς εχθρούς. Με τους Ιταλούς, με το χιόνι, με το κρύο, με την πείνα. Στο τέλος βγήκαν νικητές.
Ο τόπος μας όμως είχε και το τίμημά του, όπως πάντα, όπως σε όλους τους αγώνες του παρελθόντος.
Είκοσι πέντε στρατιώτες μας δεν γύρισαν πίσω, είκοσι πέντε στρατιωτών μας το γέλιο δεν ακούστηκε ξανά στα σοκάκια των χωριών τους.
Τα επτά κείμενα που δημοσιεύτηκαν στις φιλόξενες σελίδες αυτής της εφημερίδας, ας είναι ένα μνημόσυνο στην μνήμη τους.
Σήμερα εξήντα τρία χρόνια μετά.
Αυτοί θυσιάστηκαν.
Ε μ ε ί ς δ ε ν π ρ έ π ε ι ν α ξ ε χ ν ο ύ μ ε.
Οκτώβρης 2003
Γιώργος Καλογεράκης
Δάσκαλος του Δημοτικού Σχολείου Κασταμονίτσας
ΤΕΛΟΣ

