AΣKOI

Εκείνη το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου 1940 ήταν διαφορετικό απʼ όλα τʼ άλλα. Η πατρίδα καλούσε τα παιδιά της στον αγώνα εναντίον του Ιταλικού φασισμού, στον αγώνα για την ελευθερία, που οι Έλληνες στο πέρασμα της ιστορίας, πάντα ξέρουν να δίνουν και να κερδίζουν.

Από κάθε μεριά της χώρας ξεκίνησαν τα ελληνικά νιάτα να δώσουν το παρόν. Το ίδιο έγινε και στο χωριό Ασκοί. Ένα από τα ορεινά χωριά του δήμου Καστελλίου, χτισμένο στους πρόποδες των Λασιθιώτικων βουνών, τριγυρισμένο από καρποφόρα δέντρα της μοναδικής ελληνικής φύσης.

Ο Μπουτσάκης Γιώργης του Κωνσταντίνου με τον αδερφό του τον Φώτη, ο Χανιωτάκης Μιχάλης του Νικολάου, ο Χανιωτάκης Γιάννης του Μιχαήλ, ο Μπορμπουδάκης Λευτέρης του Γεωργίου, ο Μορφιαδάκης Μανόλης του Γρηγορίου, ο Αγγουριδάκης Μανόλης του Ιωάννου, ο Σταυρουλάκης Αντώνης του Εμμανουήλ, ο Μορφιαδάκης Δημήτρης του Εμμανουήλ, ο Ανδρουλάκης Μαθιός του Ιωάννου, ο Ανδρουλάκης Γεώργιος του Ιωάννου, ο Γιακουμάκης Εμμανουήλ του Νικολάου, ο Μπορμπαντωνάκης Νικόλαος του Εμμανουήλ, ο Χανιωτάκης Κωστής του Νικολάου, ο Λυδατάκης Γεώργιος του Ερμμανουήλ, ο Γαρεφαλάκης Κωστής του Νικολάου, ο Παπαδάκης Γεώργιος του Ιωάννου, ο Σταυρουλάκης Χαράλαμπος του Εμμανουήλ και πέντε (5) αδέρφια, οι Νίκος, Βαγγέλης, Δημήτρης, Μανόλης Κωστής Μπορμπουδάκηδες του Ιωάννη, αποχαιρετούσαν τους δικούς τους ανθρώπους στο έμπα του χωριού και τραβούσαν για το Καστέλλι. Είκοσι τρεις (23) νέοι από το ίδιο χωριό. Η πορεία τους για το μέτωπο θʼαρχίσει λίγες μέρες αργότερα. Ενταγμένοι στην V Μεραρχία Πεζικού, την Κρητική Μεραρχία που έγραψε χρυσές σελίδες στα βουνά της Αλβανίας.

Τρεμπεσίνα, Κλεισούρα, Μετζγκοράνη, Άρτζα ντι Μέτζο, Άρτζα ντι Σόμπρα, ύψ. 1260, υψ.1178, υψ.1647, Σεντέλι, Μαρίτσαϊ.

Είναι οι τόποι που πότισαν με το αίμα τους τα παιδιά της Κρήτης, οι στρατιώτες της V Μεραρχίας Πεζικού.

Τρεις νεκρούς μέτρησαν οι Ασκοί στα βουνά της Αλβανίας και δύο τραυματίες ανάπηρους πολέμου.

Οι νεκροί των Ασκών είναι ο Χανιωτάκης Γιάννης του Μιχάλη, ο Χανιωτάκης Μιχάλης του Νικολάου και ο Μορφιαδάκης Μανόλης του Γρηγορίου. Τραυματίες ανάπηροι είναι ο Μπουτσάκης Γεώργιος του Κωστή και ο Μπορμπουδάκης Λευτέρης του Γεωργίου.

Χανιωτάκης Γιάννης του Μιχαήλ, νεκρός. Στις 14 του Φλεβάρη 1941. Στην Τρεμπεσίνα, το αφιλόξενο βουνό που τόσα παλικάρια μας κράτησε από την Κρήτη. Ένα βλήμα από μια Ιταλική οβίδα, τουʼκοψε το νήμα της ζωής, χτυπώντας τον στο πρόσωπο.

Το Φλεβάρη τα χιόνια

είχαν λιώσει

Πέρα ακουγόντανε τα

τύμπανα της Άνοιξης

Στην πραότητα του τοπίου

Κυριαρχούσε το ρίγος

Μιας ολάνθιστης μυγδαλιάς

Εκεί σε θανάτωσαν

Γιατί σʼέπιασαν νʼ

αγωνίζεσαι

Στα χαρακώματα

του λαού μας (1)

Χανιωτάκης Μιχάλης του Νικολάου, νεκρός. Στις 10 του Μάρτη 1941. Στο χωριό Άρτζα ντι Μέτζο, στις πλαγιές της Τρεμπεσίνας.

Οι οβίδες δεν διαλέγουν. Χτυπημένος και ο Μιχάλης από βλήμα Ιταλικής οβίδας.

Ήταν μια πύρινη στιγμή

η μοναξιά σου

Ένα κλαδί της λευτεριάς

η ανάσα σου

Έρημο σώμα μες

στην παγωνιά

Ανίδεο σαν το πουλί που

πέφτει

Ούτʼένα κλάμα λυγερό δε

θα σε πλύνει

Ούτε τα χέρια του Θεού

που κρύφτηκαν στη

συννεφιά (2)

Μορφιαδάκης Εμμανουήλ του Γρηγορίου, νεκρός. Στις 14 του Μάρτη 1941. Στην Τρεμπεσίνα. Εκείνο το μεσημέρι ο Μανόλης μάζεψε όλα τα παγούρια των συμπολεμιστών του να πάει στην πηγή να τα γεμίσει. Εκεί τον συνάντησε ο Χάρος. Οι Ιταλοί είχαν επισημάνει την πηγή και η οβίδα που έστειλαν έσβησε το χαμόγελο του Μανόλη.

Σμάρι πουλιών μες στα

φυλλώματα

Σκόρπισε με την τουφεκιά

Κι απόμειναν λίγα φτερά

που πέταξαν με τον αγέρα

Μια στάλα αίμα έσταξε

μες στο ρυάκι

Που σιγοτραγουδά και

σταματά να πιεί

Γουλιά γουλιά τον ήλιο (3)

Σήμερα στους Ασκούς ζουν δυο άνθρωποι που ο πόλεμος του ʼ40 τους σημάδεψε. Γύρισαν τραυματίες. Ο Μπουτσάκης ο Γιώργης και ο Μπορμπουδάκης ο Λευτέρης. Οι αναμνήσεις τους πολλές. Όταν ξαναγυρίζουν στην σκέψη τους δεν καταφέρνουν να κρατήσουν κάποια σιωπηλά δάκρυα. Η φράση που τους έρχεται αμέσως στα χείλη, όταν τους ρωτήσεις για τον πόλεμο του σαράντα, είναι ότι εμείς πολεμήσαμε για την πατρίδα μας και δεν μας νοιάζει που τραυματιστήκαμε.

Αφήγηση Μπουτσάκη Γεωργίου του Κωνσταντίνου, αναπήρου του ελληνοϊταλικού πολέμου

Ετραυματίστηκα στση 17 του Φλεβάρη το 1941.

Είμαστε στην Αλβανία στην Άρτζα Ντι Σόμπρα. Μας έβαζε το Ιταλικό πυροβολικό. Έσκασε μια οβίδα λίγο πιο πέρα από μας και διασκορπιστήκανε τα βλήματα. Επήρα ένα βλήμα στο αριστερό χέρι, στον καρπό. Το βλήμα έμεινε μέσα και μου το βγάλανε στο νοσοκομείο, μεγέθους δραχμής ήτανε. Ένα πιο μικρό βλήμα επήρα στο δεξί πόδι. Αυτό ήτανε πιο μικρό και δε μʼέβλαψε. Όταν μας χτυπούσανε οι Ιταλοί εμείς είμαστε μπρούμυτα για να προφυλαχτούμε. Εσυρθήκαμε λίγο παραπέρα όπως μπορούσε ο καθένας από μας τση χτυπημένους. Όταν εχτυπήθηκα εσηκώθηκα κι εκράτουνα τη χέρα μου κι ετρέχανε τα αίματα και φώναξα του χωριανού μου του Μιχάλη (Χανιωτάκη ) που σκοτώθηκε αργότερα

-Έλα Μιχάλη να με βοηθήσεις !

Οι αξιωματικοί δεν τον αφήκανε να σηκωθεί να με βοηθήσει και μου λέγανε και μένα να πέσω χάμω γιατί θα με σκοτώσουνε οι οβίδες.

Έπεσα πάλι χάμω και με την κοιλιά εσύρθηκα αλάργο. Με πήρανε και με πήγανε στο ορεινό χειρουργείο σε ένα γιατρό που τον ελέγανε Μπεκιάρη. Στον Μπεκιάρη ήτανε και ο αδερφός μου ο Φώτης ο Μπουτσάκης τραυματιοφορέας. Εκουβάλουνε τση τραυματίες, από τη μάχη, στου Μπεκιάρη. Μουʼδεσε την πληγή όπως όπως και με έστειλε στο Ψάρι. Με τα πόδια επήγα από το ορεινό χειρουργείο στο Ψάρι. Μας εκάνανε αλλαγές στση επιδέσμους, μας επεριποιηθήκανε. Από εκεί μας επήρανε τση τραυματίες με αυτοκίνητα και μας επήγανε στα Γιάννενα. Στη μεταφορά μας εσυνοδεύανε και νοσοκόμες. Στη διαδρομή μας επιτεθήκανε τα Ιταλικά αεροπλάνα. Μας είπανε να κατεβούμε από τα αυτοκίνητα. Εμπήκαμε κάτω από τση χαρουπιές που ήτανε στην άκρα του δρόμου. Τα αεροπλάνα ερίξανε βόμβες. Αυτή η νοσοκόμα που με εσυνόδευε εσκοτώθηκε. Δε θυμούμαι πως τη λέγανε.

Από τα Γιάννενα μας επήρανε και μας μεταφέρανε στο νοσοκομείο στο Αγρίνιο. Στο Αγρίνιο οι γιατροί εθέλανε να μου κόψουνε τη χέρα αλλά εγώ δεν ήθελα. Επρήστηκα πολύ, έγινα χάλια κι εκόντεψε να πεθάνω, αλλά δόξα το Θεό με τση περιποιήσεις στο νοσοκομείο δεν επέθανα. Ούτε το χέρι μου κόψανε. Θυμούμαι δυο καλούς γιατρούς το Σπεράντζα και το Γιατράκο. Στο νοσοκομείο έκανα πολύ καιρό. Ούτε γράμμα δε έστειλα τση κεράς μου επαδέ στο χωριό τση Ασκούς. Είχα και την κόρη μου, είχε γεννηθεί πριν το πόλεμο. Από το νοσοκομείο, όταν έφτιαξε λίγο το χέρι μου, επήγα στην Αθήνα. Εκατεβήκαμε στον Πειραιά κι εβρήκαμε ένα καράβι, κακοκάραβο. Μας είπε ο καπετάνιος να φύγομε για την Κρήτη γιατί την άλλη μέρα δεν θα μπορούμε. Εμπήκαμε μέσα με ένα άλλο στρατιώτη και μας εκατέβασε στση Καλύβες στα Χανιά. Στση Καλύβες εκάμαμε μισή μέρα. Εβρήκαμε ένα αυτοκίνητο και μας επήρε για το Ηράκλειο. Από το Ηράκλειο ήρθα με τα πόδια στο χωριό και έφταξα νύχτα. Μετά δυο μέρες επέφτανε οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στην Κρήτη.

Ο Γιώργης ο Μπουτσάκης φτάνει νύχτα στο χωριό του και στέκεται στην πλατεία. Διστάζει να πάει στο σπίτι του. Πώς να δείξει το ανάπηρο χέρι του και να πει της γυναίκας του ότι δεν θα μπορεί να δουλεύει πλέον ; Στέκεται σκεφτικός και αμίλητος στην πλατεία των Ασκών. Για τον Μπουτσάκη Γιώργη ο πόλεμος στην Αλβανία τελείωσε αλλά ένας πιο δύσκολος πόλεμος, για την επιβίωση της οικογένειάς του, ακόμη δεν έχει αρχίσει.

Η γυναίκα του Γιώργη Μπουτσάκη περιγράφει την σκηνή όταν αντίκρισε τον άντρα της μετά από 7 μήνες.

Ήτανε νύχτα. Εγώ εκοιμούμουνε με την μια αδερφή μου στο σπίτι κι ακούσαμε φωνές στην πλατεία. Επόρισα. Μου λέει μια γυναίκα, η Βαγγελιά του Μπορμπουδονικόλη, ο άντρας σου ήρθε ! Επήγα στη πλατεία και τονε βλέπω κι ήστεκε στου Μοχιανογιώργη τη πόρτα. Μου λέει :

-Ήρθα δα γω Μαρία, μα ήντα θα βγει πως ήρθα. Ετραυματίστηκα στη χέρα σε όλα τα δάχτυλα και δε μπορώ να δουλεύγω μπλιο.

-Έλα στο σπίτι, τουʼπα, και εγώ θα δουλεύγω να ζούμε.

Επήγαινε στο Καστέλλι σε ένα γιατρό τον Φροίξο το Κατζουράκη σαράντα μέρες και του άλλαζε τις γάζες στην πληγή. Ούτε γάζες δεν υπήρχανε να τον αλλάζουνε τότες και έπλυνα και εσιδέρωνα στη ίδιες και τση ξανάβανε ο γιατρός.

Ούτε λεφτά μας έπαιρνε ούτε τίποτα. Και άμα ήθελε να αρρωστήσομε μας εγιάτρευγε τζάμπα. Ο Θεός να του συγχωρέσει.

Επεράσαμε μετά δύσκολα χρόνια. Ο Θεός μας εβοήθησε…

Πέστε λοιπόν στον ήλιο ναʼ

βρει έναν καινούριο δρόμο

Τώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη

Αν θέλει να μην χάσει

από την περηφάνια του

Ή τότε πάλι με χώμα

και νερό

Ας γαλαζοβολήσει αλλού

μιαν αδελφούλα Ελλάδα !

Πέστε στον ήλιο ναʼβρει

ένα καινούριο δρόμο (4)

Αφήγηση Μπορμπουδάκη Ελευθερίου του Γεωργίου-τραυματία του Ελληνοϊταλικού πολέμου

Στην Κλεισούρα επιάσαμε την πρώτη μάχη. Μας εβομβαρδίζανε τα Ιταλικά αεροπλάνα. Εμείς ερίξαμε ένα αεροπλάνο. Επροχωρήσαμε στην Τρεμπεσίνα κι εκεί εδώσαμε τση μεγάλες μάχες. Εγώ ήμουνα στα πολυβόλα. Την νύχτα εμέναμε σε τρύπες που εφτιάχναμε μέσα στο χιόνι. Όσες πέτρες εβρίσκαμε, τις μαζώναμε και τις βάναμε μπροστά για κάλυψη. Στην Τρεμπεσίνα είχανε βγεί πρώτα από μας άλλοι και εμέναμε και στα ορύγματα που είχανε φτιάξει αυτοί.

Στο αμπρί που επήγαμε να μπούμε εμείς, εβρήκαμε τρεις σκοτωμένους δικούς μας στρατιώτες.

Όταν ανεβαίναμε στην Τρεμπεσίνα για να δώσομε τη μεγάλη μάχη, οι Ιταλοί είχανε κάτι μεγάφωνα και μας εφωνάζανε στα Ελληνικά :

-Έλληνες, στρατιώτες παραδοθείτε στον Ιταλικό στρατό !!!

Εμείς εδώσαμε το Φλεβάρη μια μεγάλη μάχη στο 1647 ύψωμα στο Πούντα Νόρντ. Εχαθήκανε πολλοί δικοί μας στη μάχη αυτή. Ένας από τση Στάβγιες ο Τσικνάκης Γιάννης εσκοτώθηκε μπροστά μου. Του λέω κάτσε μωρέ Γιάννη κάτω γιατί θα σε σκοτώσουνε. Ήτανε ορθός. Ένα βλήμα τον έριξε κάτω. Έσκασε η οβίδα και ένα βλήμα τον επήρε στο κεφάλι. Με τον Τσικνάκη είμαστε μαζί στο ίδιο πολυβόλο. Αυτός ήτανε γεμιστής. Έβαζε τση σφαίρες με τση ταινίες στο πολυβόλο ορθός.

(Σημείωση : Ο Τσικνάκης Γιάννης από το χωριό Στάβγιες, όπως αναφέρεται στα αρχεία του στρατού, σκοτώθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1941. Είχε μεταφερθεί βαριά τραυματισμένος, από το μέτωπο στο ορεινό χειρουργείο στο Ψάρι, όπου και υπέκυψε).

Στση 9 του Μάρτη των Αγίων Σαράντα έκανε ο Μουσολίνι γενική επίθεση. Ο ουρανός είχε συννεφιάσει. Το Ιταλικό πυροβολικό μας έβαζε συνέχεια. Εκατεβήκαμε να πάρομε νερό από το χαράκι, είχε μια πηγή πιο κάτω κι επηγαίναμε και παίρναμε νερό. Οι Ιταλοί μας επισημάνανε και ερίχνανε στο νερό συνέχεια οβίδες με τα πυροβόλα. Επήραμε το νερό κι εφύγαμε γρήγορα. Εκεί εσυναντήσαμε και δυο αξιωματικούς γιατρούς, τον Καραντινό και τον Σπυριδάκη, Ηρακλειώτες.

Την άλλη μέρα ο επιλοχίας μου λέει :

-Ένας χωριανός σου εσκοτώθηκε. Πήγαινε να δεις.

Επήγα και είδα το Μιχάλη ( Χανιωτάκη ), κάτω πεσμένο. Το πρόσωπό του ήτανε χτυπημένο. Έσκυψα από πάνω του. Ένας γιατρός που εκοίταζε τους νεκρούς και τους τραυματίες μουʼπε ότι είναι νεκρός. Επήρα την ταυτότητά του και ότι βαστούσε και μουʼπε ο επιλοχίας να τα δώσω στη μονάδα του. Μετά δυο μέρες μου λέει πάλι ο επιλοχίας ότι σκοτώθηκε κι άλλος χωριανός μου. Ο Μορφιαδάκης ο Μανόλης. Επήγα πάλι και τον είδα κι αυτόν κάτω πεσμένο, σε ένα νερό δίπλα. Από απόσταση όμως γιατί οι Ιταλοί μας εβάζανε με το πυροβολικό. Εκείνη την ημέρα μπορεί να μας ερίξανε οι Ιταλοί πάνω από χίλια βλήματα. Τον Μανόλη τον επήραμε το βράδυ.

Εδίδαμε μάχη 48 ώρες συνέχεια. Στη μάχη αυτή ετραυματίστηκα εγώ και ο Αντώνης ο Σγουροβασιλάκης από το Καστέλλι. Έπεσε μια οβίδα και ένα βλήμα εκαρφώθηκε στο πόδι μου λίγο πιο κάτω από το γόνατο. Ετρέχανε τα αίματα. Δεν εμπορούσα να κινηθώ, να το κουνήσω. Ήρθε και ο Αντώνης ο Σγουροβασίλης και μου λέει ότι δεν μπορεί να με σηκώσει γιατί επήρε κι αυτός βλήμα στα πλευρά. Έβγαλε το χιτώνιο και το ποκάμισό του είχε γεμίσει αίματα. Είδα το βλήμα και του τοʼβγαλα. Ο Αντώνης το πήρε και το φύλαξε. Μας επήρανε οι τραυματιοφορείς και μας εκατεβάσανε πιο κάτω. Εμένα το βλήμα δεν μου είχε κάνει ζημιά μεγάλη. Είχε καρφωθεί όμως μέσα και δεν εμπορούσα να πατήσω. Μου λέει ένας αξιωματικός να πάω πίσω γιατί οι Ιταλοί μας κάνουν επίθεση και πρέπει να πάω πάλι στο πολυβόλο πάση θυσία. Εγώ επήγα να σηκωθώ κι έπεσα χάμω. Με σηκώσανε δυο άτομα και με πήγανε πάλι πίσω. Ο Αντώνης επήγε στο νοσοκομείο, ήτανε σοβαρά χτυπημένος.

( Σημείωση : Ο Αντώνης Σγουροβασιλάκης του Ιωάννου από το Καστέλλι, όπως αναφέρεται στα αρχεία του Στρατού, ετραυματίστηκε στις 14 Μαρτίου 1941).

Εγύρισα στο πολυβόλο και οι διαταγές πουʼχαμε ήτανε να κρατήσομε τις θέσεις μας. Ούτε μπροστά να προχωρήσομε ούτε πίσω. Οι Ιταλοί μας βάζανε συνέχεια με τα πυροβόλα τους. Μια μέρα ο παρατηρητής του λόχου μας είδε με τα κιάλια ότι οι Ιταλοί κάνουνε διανομή φαγητού σε μια πλαγιά. Υπολογίζει την απόσταση και δίνει σήμα στα δικά μας πυροβόλα. Θυμούμαι ότι οι οβίδες μας επέσανε δίπλα στο Ιταλικό καζάνι με το φαΐ. Εκείνη τη μέρα τοσε κάμαμε μεγάλη ζημιά.

Ύστερα άρχισε η οπισθοχώρηση. Εφεύγαμε σιγά σιγά προς τα πίσω, μέχρι που καταλήξαμε στη Πελοπόννησο. Στην Πελοπόννησο έκαμα πολύ καιρό. Από το Ελαφονήσι εμπήκαμε μια μέρα σε ένα καΐκι ( Σημ : Το Ελαφονήσι είναι στο Νομό Λακωνίας ), και περάσαμε τα Κύθηρα, τα Αντικύθηρα και εβγήκαμε στο Νομό Χανίων σε μια περιοχή που λέγεται Ροδωπού. Με τα πόδια έφταξα μετά κάμποσες μέρες στο χωριό μου στση Ασκούς. Το βλήμα που με χτύπησε είναι ακόμη καρφωμένο στο πόδι μου. Οι γιατροί δεν το βγάλανε. Όταν χαλά ο καιρός υποφέρω.

Από το πόλεμο στην Αλβανία δεν θα ξεχάσω την πείνα μας και τση κακουχίες που επεράσαμε. Το κρύο που τραβήξαμε και το χιόνι. Παντού χιόνι. Εκοιμούμαστε απάνω στο χιόνι. Αυτό στο τέλος το συνηθίζεις, δεν είναι σπουδαίο. Εκείνο που δε μπορώ να ξεχάσω είναι οι σκοτωμένοι φίλοι μας. Τση βλέπαμε και δεν εμπορούσαμε να κάνομε πράμα. Θυμούμαι και τση Ιταλούς όντε μας επαραδίνουντανε. Δεν τσηʼνοιαζε καθόλου. Οι πιο πολλοί το θέλανε κιόλας. Θυμούμαι κι ένα αξιωματικό μας ψυχωμένο, Κουρή τονε λέγανε. Με το πιστόλι να τραβά μπροστά και να μας φωνάζει :

-Αέρα παιδιά, τση φάγαμε !!!

Αξιωματικός που τοʼλεγε η καρδιά του.

Μια μέρα μας είπανε στην Τρεμπεσίνα οι αξιωματικοί μας ότι θα υποχωρήσομε και θα γυρίσομε πίσω. Έπιασα το πολυβόλο μου και το αφόπλισα. Έβγαλα το κλείστρο και έκλαψα. Το σήκωσα και το πέταξα ( το πολυβόλο ), σε ένα γκρεμό. Με πήρανε τα δάκρυα. Σαν να πέταξα ένα άνθρωπο. Η μεγαλύτερη στενοχώρια μου σʼαυτόν τον πόλεμο.

Ήταν η μέρα

συννεφιασμένη.

Φυσούσε ένας αγέρας

αλαφρύς.

Κάτι λιγνά κυπαρίσσια

καρφωμένα στην πλαγιά.

Οι στρατιώτες παρουσίαζαν

όπλα σαν άρχισε να

ψιχαλίζει.

Κι όμως το ξέραμε πως την

άλλη αυγή δεν θα μας έμενε

τίποτα πια.

Αυτός ο αέρας φέρνει

στο νου την άνοιξη.

Χαμήλωνε το φως πάνω

από τη συννεφιασμένη μέρα.

Κανείς δεν αποφάσιζε.

Την άλλη αυγή δεν θα

μας έμενε τίποτε.

Όλα παραδομένα. (5)

1. Mήτσος Λυγίζος: Απόσπασμα από το ποίημα Μεγάλοι θάνατοι

2. Γιώργος Λίκος: Απόσπασμα από το ποίημα Πόλεμος

3. Γιώργος Λίκος: Απόσπασμα από το ποίημα Μεταπόλεμος

4. Οδυσσέας Ελύτης: Απόσπασμα από το ποίημα Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ