ΑΜΑΡΙΑΝΟ
Στο χωριό Αμαριανό δεν ζει κανείς πλέον απʼαυτούς που έδωσαν το παρόν στον πόλεμο τουʼ40. Και ήταν αρκετοί οι χωριανοί που πολέμησαν στην Αλβανία.
Ο Ζαϊμάκης Μανόλης τ. Γεωργίου, ο Συναδινάκης Εμμανουήλ τ. Δημητρίου, τα αδέρφια Ζαϊμάκης Αντώνης και Γιώργης τ. Ιωάννου, ο Συναδινάκης Εμμανουήλ τ. Στυλιανού, ο Κριτσωτάκης Εμμανουήλ τ. Ιωάννου, ο Σμυρνάκης Μιχάλης τ. Κωνσταντίνου, τα αδέρφια Ιωάννης-Γιώργης-Δημήτρης Ανδριανάκης τ. Νικολάου, ο Ζαϊμάκης Μανόλης τ. Ελευθερίου, ο Τζουανάκης Κωνσταντίνος τ. Ματθαίου, ο Γιαπιτζάκης Κωνσταντίνος τ. Ζαχαρία, ο Κυριακάκης Ευάγγελος τ. Ιωάννου, ο Ψαράκης Ζαχαρίας τ. Γεωργίου, ο Μαρθαλαμάκης Γεώργιος τ. Αντωνίου και ο Κορναράκης Ελευθέριος τ. Γεωργίου, ο οποίος ήταν και το τίμημα του χωριού στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο.
Ακόμη θυμούνται στο Αμαριανό τον Ζαϊμάκη Μανόλη του Γεωργίου που κατέβηκε στην πλατεία του χωριού με ένα μαχαίρι στο στόμα του. Εκείνο το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, όταν διαδόθηκε το νέο ότι μας κήρυξε τον πόλεμο η Ιταλία και οι νέοι του χωριού μαζεύτηκαν στην πλατεία για να αναχωρήσουν για το μέτωπο. Ο Ζαϊμάκης Μανόλης κατέβηκε στην πλατεία κρατώντας στο στόμα του ένα μαχαίρι, δείχνοντας μʼαυτόν τον τρόπο και την αποφασιστικότητα του λαού μας.
Κορναράκης Ελευθέριος τ. Γεωργίου. Γιος του Γιώργη και της Σοφίας από το Αμαριανό. Ο πατέρας του ο Κορναρογιώργης υπήρξε μέλος της Αντίστασης στα χρόνια της Κατοχής. Στο σπίτι του μάλιστα είχε γίνει η πρώτη σύναξη των αντιστασιακών της περιοχής, (Εφημερίδα “ΠΑΤΡΙΣ”, 17 Δεκεμβρίου 2002 ). Η μητέρα του ήταν η Σοφία, αδερφή του μεγάλου πατριώτη Σ η φ ο γ ι ά ν ν η, από την Κασταμονίτσα.
Πήρε μέρος σε όλες της μάχες που έδωσε ο λόχος του στον πόλεμο του σαράντα. Στην επιστροφή του προς την Κρήτη διάλεξε το πλοίο ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ. Το πλοίο ξεκίνησε από λιμάνι της Βόρειας Ελλάδας. Δέχτηκε την επίθεση γερμανικού αεροπλάνου έξω από τις Σπέτσες και βούλιαξε. Ο Λευτέρης Κορναράκης πνίγηκε.
Στις 28 Απριλίου 1941. Ήταν μόλις 22 χρονών.
“Ένα φεγγάρι πράσινο μεγάλο
που λάμπει μεσʼστη νύχτα
τίποτʼ άλλο.
Μια φωνή που γρικιέται μεσʼστο σάλο
και που σε λίγο παύει,
τίποτʼ άλλο.
Πέρα, μακριά, κάποιο στερνό σινιάλο
του βαποριού που φεύγει,
τίποτʼ άλλο.
Και μόνο ένα παράπονο μεγάλο,
στα βάθη του μυαλού μου.
Τίποτʼάλλο”. (1)
ΓΕΡΑΚΙ
Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο συμμετείχαν οι παρακάτω Γερακιανοί :
Τα αδέρφια Μανωλαράκης Κωστής και Μανόλης του Νικολάου, Ζηδιανάκης Εμμανουήλ του Ιωάννου, Σαμωνάκης Νικόλαος του Εμμανουήλ, τα αδέρφια Ιωάννης-Μανόλης-Ματθαίος Σαϊτάκης του Νικολάου, Βασίλης Μακράκης του Αντωνίου, Γιώργης Μακράκης του Εμμανουήλ, Γερογιαννάκης Μιχάλης του Εμμανουήλ, Μπελιμπασάκης Γεώργιος του Νικολάου, Γιώργης Βεληβασάκης του Μιχαήλ, Ιωάννης Γκιαουράκης του Μιχαήλ, Μανόλης Σαϊτάκης του Ιωάννου, Μανόλης Σαϊτάκης του Δημητρίου, Μιχάλης Καβουσανάκης του Γεωργίου, Κίμων Γερογιαννάκης του Φραγκίσκου, Γεώργιος Μουρτζάκης του Κωνσταντίνου, Γεώργιος Λιανάκης του Νικολάου, Μιχάλης Γκιαουράκης του Εμμανουήλ, Κανακουσάκης Γεώργιος του Νικολάου, Μιχάλης Σαϊτάκης του Δράκου ( επέστρεψε με κρυοπαγήματα ), Κωστής Καγουδάκης του Σταύρου, Δημήτρης Σαμωνάκης του Χαράλαμπου, Γιώργης Κορναράκης του Κωνσταντίνου και Γιώργης Σαϊτάκης του Ιωάννου.
Το Γεράκι είχε ένα νεκρό, τον Γερογιαννάκη Μιχάλη.
Γερογιαννάκης Μιχάλης τ. Εμμανουήλ. Ο Μιχάλης Γερογιαννάκης υπηρετούσε στο 36ο Σύνταγμα Πεζικού. Γεννήθηκε το 1910 στο Γεράκι. Φονεύτηκε σε μια μάχη στα στενά της Κλεισούρας.
Στις 16 Φεβρουαρίου 1941. άφησε την γυναίκα του Βασιλική και δυο μικρά παιδιά ορφανά. Τον Νίκο και τον Σοφοκλή.
Ο ξάδερφός του, Κίμων Γερογιαννάκης, ήταν παρών όταν χτυπήθηκε ο Μιχάλης. Ζει σήμερα στο Γεράκι και διηγείται : …τα ξημερώματα εκείνης τση μέρας είχε μια μεγάλη όρεξη ο Μιχάλης. Εσηκώθηκε κι επήγαινε απάνω κάτω και τραγούδιε. Πρώτη φορά που τοʼκανε αυτό. Μας εσήκωσε κι εμάς με τα τραγούδια του. Του εφώναξα :
-Έλα μωρέ ξάδερφε να σου πω. Ήντάʼχεις και τραγουδείς ;
-Είδα στον ύπνο μου τον πατέρα μου και με φίλησε και στα δυο μάγουλα. Πόσο καιρό έχει ποθάνει και μόνο απόψε τον είδα όνειρο.
Εμένα δε μουʼρθε καλό αυτό το όνειρο. Εσκέφτηκα από μέσα μου ότι είναι αντάμωση και δε θα βγει σε καλό. Δε τουʼπα πράμα όμως. Όταν έφεξε λίγο εσηκώθηκε και πήγε λίγο πιο πέρα από μας, σε ένα δεντρό από κάτω. Η πρώτη οβίδα που ρίξανε οι Ιταλοί το πρωί τονε χτύπησε. Κόπηκε το πόδι του. Οι τραυματιοφορείς δεν τον πήρανε αμέσως. Αργήσανε. Το βράδυ μουʼπανε ότι εσκοτώθηκε ο Μιχάλης ο Γερογιαννάκης. Για το Μιχάλη έβγαλα τση μαντινάδες που θα σου πω :
Μες στʼΑλβανίας τα βουνά στα πεύκα τριγυρίζω
ψάχνω να βρω το Χάροντα μα δεν τονε γνωρίζω
Κι ένα πρωί ξημέρωμα το Χάροντʼ ανταμώνω
λέω του Χάροντʼ άσε με και του μιλώ με πόνο
Κι αυτός απαρηγόρητα γυρίζει και μου λέει
εμένα μουʼπενε ο Θεός κοντά του πως με θέλει. ( 2)
Ο Ζηδιανάκης Μανόλης του Ιωάννου από το Γεράκι πολέμησε στην Αλβανία. Τραυματίστηκε στο πόδι από σφαίρα και σήμερα θυμάται : …είμαστε 6 άτομα κι επιάσαμε 200 Ιταλούς αιχμάλωτους. Επαραδοθήκανε σε μας. Εσηκώνανε τα χέρια και ερχόντανε προς το μέρος μας. Όντε τση πιάναμε εβρίσκαμε απάνω τους πράγματα που εμείς δεν τα ξέραμε καθόλου. Σοκολάτες, κονσέρβες διάφορες, τσάι σε σακουλάκια…
…τρία άτομα βρισκόμαστε σε ένα λάκκο από χιόνι. Εγώ, ένας Σταύρος Κριθινάκης από την Παναγιά και ένας Σπανάκης Γιώργης από το Τζερμιάδω. Ο Σταύρος ο Κριθινάκης είχε πάρει μια ριπή από πολυβόλο στα πόδια και στην κοιλιά. Μου έλεγε άμα πεθάνει να πάρω το χαμαϊλι του. Τοʼχε και ο πατέρας του μουʼλεγε στον προηγούμενο πόλεμο με τση Τούρκους. Το 1922. Τον εσηκώσαμε και τον πήγαμε πιο πέρα πίσω από ένα βράχο. Εκεί επερίμενε να τονε πάρουνε. Έπεσε μια οβίδα ακριβώς απάνω του και δεν εβρέθηκε τίποτα από το Σταύρο το Κριθινάκη. Ούτε το χαμαϊλι του, ούτε τίποτα. Ούτε ένα κομμάτι ρούχο βρε παιδί μου. Τίποτα. Η οβίδα τον έκανε σκόνη.
…στην Ερσέκα, μετά που διώξαμε τση Ιταλούς, εβρήκαμε μια αποθήκη Ιταλική και την σπάσαμε. Μέσα είχε του κόσμου τα πράματα. Τυριά μεγάλα, τσουβάλια αλεύρι, ζάχαρη απʼόλα. Οι αξιωματικοί δεν μας αφήσανε ούτε να πάρομε ούτε να φάμε πράμα. Μπορεί να τα είχανε δηλητηριάσει οι Ιταλοί μας λέγανε.
…εχτυπήθηκα στο πόδι από σφαίρα και με βάλανε σε ένα μουλάρι. Ο ημιονηγός με πήγαινε για το Ψάρι. Έπεσε μια οβίδα κοντά μας και με γκρέμισε από το άλογο. Ούτε το άλογο ούτε τον οδηγό έβλεπα. Είχανε πέσει στο γκρεμό. Επόμεινα ώρες μέχρι που πέρασε ένας άλλος οδηγός με μουλάρι και με ανέβασε απάνω του και με επήγε στο Ψάρι.
Ο Μπελημπασάκης Γεώργιος του Νικολάου, από το Γεράκι, επέστρεψε με κρυοπαγήματα από την Αλβανία. Διατηρεί καφενείο στο χωριό του και θυμάται : …όταν περνούσαμε από το Άργος Ορεστικό για να πάμε στην Αλβανία, εκείνο που θυμούμαι ήταν οι λάσπες. Επερνούσανε μέρες τα δικά μας στρατεύματα και ο δρόμος είχε μισό μέτρο λάσπη. Είχαμε τα πράγματα φορτωμένα στα μουλάρια. Εκάρφωσε ένα μουλάρι στη λάσπη μέχρι τη μέση και ότι κι αν κάναμε δεν εμπορέσαμε να το ξεκαρφώσομε. Στο τέλος το παρετήσαμε εκεί.
…θυμούμαι όταν εμπήκαμε στην Κορυτσά. Όλοι μας χειροκροτούσανε. Και οι Έλληνες της πόλης και οι Αλβανοί. Όλη μέρα εχορεύανε…
…υπηρετούσα στην 3η πολυβολαρχία με λοχαγό τον Παναγιαννάκη Ευθύμη. Ένα μήνα είμαστε σε ένα χωριό που το λέγανε Λέσνια. Από κει πολεμούσαμε τση Ιταλούς. Μας είχανε δώσει άσπρα ρασίδια και τα φορούσαμε για να μη μας βλέπουνε τα Ιταλικά αεροπλάνα. Εκεί έπαθα κρυοπαγήματα και εγύρισα πίσω. Το Μάρτη του 1941…
ΑΡΜΑΧΑ
Στρατιώτες από το χωριό Αρμάχα που πολέμησαν στην Αλβανία : Καμπαναράκης Γεώργιος του Μιχαήλ, Περάκης Μιχαήλ του Εμμανουήλ, τα αδέρφια Κυριακάκης Παντελής – Μανόλης – Ηρακλής του Ιωάννου, Ζηδιανάκης Μιχάλης του Γεωργίου, τα αδέρφια Ψυλλάκης Αντώνης – Κανάκης – Μιχάλης του Γεωργίου, Παπουτσάκης Ιωάννης του Γεωργίου, Καμπαναράκης Γεώργιος του Εμμανουήλ, Ψυλλάκης Δημήτρης του Νικολάου, τα αδέρφια Ψυλλάκης Κωνσταντίνος – Δημήτριος του Μιχαήλ, Φραγκιαδουλάκης Σοφοκλής του Κωνσταντίνου, Καβουσανάκης Αντώνης του Ιωάννου, Κυριακάκης Κωνσταντίνος του Νικολάου και ο Παπουτσάκης Κωνσταντίνος του Αντωνίου που έδωσε την ζωή του στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας.
Παπουτσάκης Κωνσταντίνος τ. Αντωνίου. Γεννήθηκε στην Αρμάχα το έτος 1914. Υπηρετούσε στο 43ο Σύνταγμα Πεζικού. Βαριά τραυματισμένος μεταφέρθηκε στο Βʼ Πεδινό Νοσηλευτικό Τμήμα ( στην Κοσίνα ). Υπέκυψε στις 19 Μαρτίου 1941.
Νεκρός είναι όποιος πέφτει
στην κλίνη της αρρώστιας
και πάει και δεν γυρνά.
Όμως του ήρωα η ζωή
ποτέ της δεν πεθαίνει
απʼτη στιγμή που σβήνει
αθάνατη αρχινά. ( 3 )
Ο Κυριακάκης Παντελής του Ιωάννου, είναι ένας από τους εναπομείναντες στη ζωή της γενιάς τουʼ40, που γνώρισε την φρίκη και τις κακουχίες του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Ζει στην Αρμάχα και θυμάται : …στον πόλεμο της Αλβανίας ήμουνα στις μεταφορές πυρομαχικών. Είχαμε τα μουλάρια, τα φορτώναμε πυρομαχικά και τα πηγαίναμε στην πρώτη γραμμή στους εδικούς μας στρατιώτες. Σε μια βρύση σε ένα χωριό επήγα μια μέρα με το μουλάρι να πιω νερό και να το ποτίσω. Είδα ένα δικό μας ακουμπισμένο στη βρύση. Του φωνάζω :
-Φύγε πιο πέρα να πιω κι εγώ νερό !
Δεν εκούνησε καθόλου. Τονε γύρισα και είδα πως ήτανε σκοτωμένος.
Όλη μέρα μας εβάνανε οι Ιταλοί με το πυροβολικό, με τα πολυβόλα, με τα αεροπλάνα, με όλα τα μέσα που διαθέτανε. Εμείς τη νύχτα εφορτώναμε τα μουλάρια και επηγαίναμε στο προορισμό μας. Θυμούμαι που περνούσαμε ένα χαλασά, και ερίχναμε κι εμείς και τα μουλάρια πέτρες δεξά-αριστερά. Οι Ιταλοί εγροικούσανε τση πέτρες που γκρεμίζουντανε και μας εβάνανε με τα πολυβόλα. Επερνούσαμε κι όποιος ήτανε τυχερός εζούσε. Απάνω στο μονοπάτι του χαλασά που περνούσαμε ήτανε πολλοί σκοτωμένοι. Στα τελευταία επατούσαμε στα μουλάρια απάνω, στα πτώματα των εδικών μας στρατιωτών και περνούσαμε. Όταν εφτάναμε στο σημείο που μας είχανε πει να ξεφορτώνομε, εμπαίναμε από κάτω από τση κοιλιές των μουλαριών και μόνο τση σφαίρες εγροίκας να σφυρίζουνε γύρω-γύρω. Θυμούμαι ότι εμένα μου καρφώσανε τρία μουλάρια στη λάσπη και ταʼφησα εκιά. Στο ένα από τα τρία εφαίνουντανε μόνο το σωμάρι. Τόσο πολύ εκάρφωσε στη λάσπη. Κι άλλα μου καρφώσανε αλλά ταʼβγανα. Όταν έβγαινε ένα μουλάρι από τη λάσπη ήκανα χαρά. Πολύ εστενοχωριόμουνε όταν τα παρατούσαμε γιατί δεν εμπορούσαμε να τα ξεκαρφώνομε. Τα αγαπούσαμε τα οζά. Ήτανε σαν τσʼανθρώπους. Σκέψου ότι εστεκόμαστε στη σειρά, χωρίς να μας νοιάζει, για να πάρομε μια καραβάνα ταγή να τοσε δώσομε. Στα τελευταία του πολέμου, όταν δεν εφτάνανε τα μεταγωγικά με τον ανεφοδιασμό λόγω του χιονιού, μας εδίνανε και μια καραβάνα χαρούπι για τα μουλάρια. Τα πια μεγάλα κομμάτια χαρούπια τα διαλέγαμε και τα τρώγαμε εμείς. Εκείνες τση μέρες δεν μας εμοιράζανε καθόλου φαί. Από τη μια τα χιόνια από την άλλη η επίθεση των Ιταλών, δεν έμοιράζανε στους στρατιώτες καθόλου φαί…
ΜΑΘΙΑ
Η Μαθιά είναι άλλο ένα από τα όμορφα ορεινά χωριά του Δήμου μας με μεγάλη προσφορά σε αγώνες και θυσίες για τα ιδανικά της ελευθερίας της πατρίδας μας. Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο πήγαν οι Μαθιανοί : Τζιμπιμπάκης Ματθαίος του Γεωργίου, Καλαϊτζάκης Γεώργιος του Κωνσταντίνου (πνίγηκε στην επιστροφή ), Παπαδάκης Αντώνιος του Νικολάου, τα αδέρφια Μυρωνάκης Γιάννης και Ματθαίος του Γεωργίου, τα αδέρφια Δασκαλάκης Γιώργης – Δημήτρης – Βαγγέλης του Κυριάκου, Νικολουδάκης Φραγκίσκος του Δημητρίου, Σηφάκης Ματθαίος του Αναστάση, Κοζυράκης Ιωάννης του Αριστείδη, Καλαϊτζάκης Κωνσταντίνος του Νικολάου, Δασκαλάκης Γεώργιος του Νικολάου, Πετρουγάκης Δημήτρης του Γεωργίου, Μυρωνάκης Εμμανουήλ του Κωνσταντίνου, Παπαδάκης Νικόλαος του Εμμανουήλ, Σηφάκης Αντώνης του Μιχαήλ, Μυρωνάκης Ιωάννης του Κωνσταντίνου, τα αδέρφια Κοζυράκης Ιωάννης – Μιχάλης του Εμμανουήλ, Μανιδάκης Εμμανουήλ του Ιωάννου, Κουδουναράκης Μιχάλης του Ιωάννου, τα αδέρφια Τζιμπιμπάκης Γρηγόρης – Παύλος του Ιωάννου, Καλαϊτζάκης Κωνσταντίνος του Νικολάου και Παπαδάκης Μιχάλης του Ηρακλή.
Καλαϊτζάκης Γεώργιος τ. Κωνσταντίνου. Οι γερμανοί βούλιαξαν το καράβι που τον μετέφερε μαζί με άλλους στρατιώτες από τον Πειραιά στην Κρήτη. Ήταν το καράβι “Άγιος Νικόλαος” και βούλιαξε ανοιχτά των Κυθήρων. Από τις αφηγήσεις συμπολεμιστών του που γύρισαν στην Μαθιά, η παράδοση θέλει τον Γιώργη Καλαϊτζάκη να τον κατεβάζει ο ιδιοκτήτης του πρώτου σκάφους που μπήκε μαζί με τους χωριανούς του για να έρθουν στην Κρήτη. Ο λόγος είναι ότι δεν ήθελε ο Γιώργης να τον πληρώσει. Ο ιδιοκτήτης ζητούσε ναύλο.
Οι υπόλοιποι πλήρωσαν και το σκάφος έφτασε σώο στην Κρήτη.
Ο Καλαϊτζάκης Γεώργιος μπήκε στο σκάφος “Άγιος Νικόλαος” μαζί με τους κοντοχωριανούς του Μαραυγάκη Κωστή και Τζαμπουνάκη Δημήτρη από το Καστέλλι. Η τύχη τους ήταν κοινή.
Πνίγηκαν στις 24/11/1941.
Μες στη φοβέρα της νύχτας
σκουντουφλώ στα δέντρα του δάσους
αλάργα από σένα πατρίδα
και φωνάζω.
Είχα κι εγώ κάποτε μάτια
για τʼ άστρα μέσʼ από τα φύλλα !
Τώρα ακούω μονάχα τις πηγές
που γυρίζουν στα βουνά θολωμένες.
Φοβούνται μάνα μου, τη θάλασσα
που δεν τις ξέρει. (4)
Ο Τζιμπιμπάκης Ματθαίος του Γεωργίου από την Μαθιά είναι 95 ετών, πολέμησε στην Αλβανία και θυμάται : …με πήρανε από το Ηρακλειώτικο Σύνταγμα και με βάλανε στο Χανιώτικο το 14ο γιατί είχε πολλές απώλειες και εμείς το συμπληρώσαμε. Εγώ ήμουνα οπλοπολυβολητής. Ο γεμιστής μου ήταν από την Έμπαρο και λεγόταν Γεώργιος Φραγκάκης. Στο ύψωμα Πούντα Νόρντ εδώσαμε τις μεγάλες μάχες. Οι στρατιώτες εκάναμε έφοδο, εφωνάζαμε Αέρα και παίρναμε των Ιταλών τση κορφές των βουνών. Μόλις ήθελα να πάρομε ένα ύψωμα, επηγαίναμε εμείς οι οπλοπολυβολητές και εστέναμε τα οπλοπολυβόλα και εκρατούσαμε το ύψωμα. Μια βραδιά εξάνοιγε το αριστερό μου πόδι να παγώσει. Δεν μπορούσα να το κουνήσω. Έβγαλα γρήγορα γρήγορα τση αρβύλες, τση κάλτσες, έσυρα την ξιφολόγχη και εχάραξα το πόδι μου. Άρχισε να τρέχει αίμα και μου πέρασε. Οι γιατροί μας εδίνανε οδηγίες τι να κάνομε σε τέτοιες περιπτώσεις…
1. Ναπολέων Λαπαθιώτης : Νυχτερινό ΙΙ, ποίημα.
2. Μαντινάδες του Κίμωνα Γερογιαννάκη για τον ξάδερφό του
Γερογιαννάκη Μιχάλη
3. Εθνικές και πατριωτικές ιστορίες, Αθανάσιου Αθανασιάδη.
4. Παντελής Πρεβελάκης : Νοσταλγία, ποίημα

