Εισαγωγή

Με πονεμένη την καρδιά με δάκρυα του προσώπου

παιδιά θʼαρχίσω να σας πω τα πάθη του μετώπου

ιδίως για τους Κρητικούς ολίγα θα μιλήσω

και κάθε Έλληνος καρδιά θα τηνε συγκινήσω

το μήνα το Νοέμβριο φύγαμʼ από την Κρήτη

χαιρόταν όλος ο λαός μαζί κι ο Ψηλορείτης

στα πλοία μας εβάλανε στον Πειραιά μας βγάλαν

και τρέχαμε με όρεξη και με πολύ λαχτάρα

στο Χαϊδάρι πήγαμε και εκεί καταυλιστήκαν

κι είχαμε όλοι μας χαρά κανείς δεν είχε πίκρα

και από κει μας πήρανε μας βάλανε στο τρένο

στου καθενός το πρόσωπο ζωγραφιστό το γέλιο

στʼΑμύνταιο μας έβγαλαν κι απόʼκει προχωρούμε

και τσʼΑλβανίας τα βουνά ξετρέχαμε να βρούμε

κι έφτασε η μέρα η σκληρή που ήταν καλλιά μη φτάσει

που αρχίσανε τα βάσανα και τα παντέρμα πάθη

και από κει αρχίσαμε τον ιερό αγώνα

στην ιστορία γράφτηκε και θα γρικάτε χρόνια

και σʼένα μέρος φτάσαμε Κλεισούρα τηνε λένε

που ήκανε μάνες και παιδιά χρόνια πολλά να κλαίνε

το πρώτο θύμα των Κρητών της 5ης Μεραρχίας

Μπριλλάκης ονομάζεται κι έχει μεγάλη αξία

Στο Πούντα Νόρτη το βουνό χόρτο να μη φυτρώσει

κι ούτʼένα φίδι βρομερό να ποτέ να μη σιμώσει

εκεί χαθήκαν τα παιδιά του γέρο Ψηλορείτη

και μαύρα ρούχα φόρεσε η μάνα μας η Κρήτη

να βλέπατε μωρέ παιδιά σε ήντα καταντία

όσοι τραυματιστήκανε κατάσταση αθλία

μα μέρες επερνούσανε για να επιδεθούνε

δεν είχαν μάνα κι αδερφές για να τους λυπηθούνε

ω ! Παναγία Δέσποινα φώναζε ο κάθε ένας

κάνε για τα μικρά παιδιά που αφήκαμέν τα έρμα

κι ήταν η μάνα τους μακριά καθόλου δεν γρικούσε

μα ήταν η Παναγιά κοντά και τους εβοηθούσε

τα όσα υποφέραμε μέσα στην Αλβανία

ήταν απʼτο Θεό γραφτό μεγάλη τιμωρία

τα όσα υποφέραμε όποιος μπορεί να γράψει

ούτε κι αυτός ο Σολομών μπορούσε να συντάξει

ποτέ φωτιά δεν ήψαμε λίγο να ζεσταθούμε

γιατίʼχαμε τον κίνδυνο πως θα βορβαδιστούμε

και με τα ρούχα μας ογρά και λάσπες φορτωμένοι

θέταμε κι εκοιμούμαστε οι κακομοιριασμένοι

είχαμε ψείρες άφθονες μα δεν τις τιμωρούμε

γιατί δεν έμενε καιρός για να κλιβανιστούμε

και για τους τραυματίες μας θα γράψω μια σελίδα

τα όσα υποφέρανε στο χιόνι και στα κρύα

τους τραυματίες έπαιρναν από το Πούντα Νόρτη

σε μια κουβέρτα έθεταν και φανταστείτε πόνοι

άλλους πηγαίναν στους γιατρούς κι άλλους βοηθούσαν

κι άλλους στα χιόνια αφήνανε εκεί και ξεψυχούσαν

να τυραννιούνται να πονούν στους πάγους και στα χιόνια

μα όσοι κι αν γλιτώσαμε μας εκοπήκαν χρόνια

άλλοι παγώναν τʼ άκρα τους και στου γιατρού πηγαίναν

επροπατούσαν κι έσταζαν νερό μαζί και αίμα

επήραμε τα Τίρανα στην Κορυτσά να μπούμε

που ήταν πόλη όμορφη για να ξεκουραστούμε

αφήνουμε την Κορυτσά πάμε στο Τεπελένι

μα σταματήσαμʼως εκεί γιατί ο Θεός δε θέλει

ο Απρίλης είχε δεκατρείς πούʼρθενε το μαντάτο

αφήστε τα δουλεύετε και πάρετʼ ίσα κάτω

ο Μέραρχος μας κάλεσε μας κάνει θεωρία

μας είπε τα καθέκαστα κατάσταση αθλία

όλοι ανακατωθήκαμε τάγμα με άλλο τάγμα

το τι εγίνηκε εκεί ήταν μεγάλο θαύμα

κιανείς δε πήρε τίποτα μέσα από το αμπρί του

και κάθε ένας κοίταζε να σώσει τη ζωή του

όνομα και επίθετο δεν θέλω νʼ άναφέρω

γιατί σε κείνους που πονούν το θάνατο θα φέρω

Πηγή : Καλλιόπη Κοζυράκη τ. Ζαχαρία

Σεπτέμβρης 2003 - Μουχτάρω

Συμπληρώνονται φέτος 63 χρόνια από τον Οκτώβρη του 1940, έναν Οκτώβρη της αντίστασης του Ελληνικού λαού στον φασισμό, που ήθελε την χώρα μας σκλαβωμένη. Εξήντα τρία χρόνια από την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου, ενός πολέμου που μόνο σελίδες δόξας για την Ελλάδα άφησε στο πέρασμά του.

Στα χωριά του Δήμου Καστελλίου, χάνονται με το πέρασμα του χρόνου, ένας - ένας εκείνοι που έγραψαν αυτές τις σελίδες, εκείνοι που πολέμησαν στα βουνά της Αλβανίας. Ελάχιστοι από τους ηρωικούς στρατιώτες μας που πήραν μέρος στον πόλεμο τουʼ40 ζουν ακόμη. Τις μνήμες τους θα ξεδιπλώσω στα σημειώματα που θα ακολουθήσουν, καθώς και τους 25 νεκρούς που θρήνησε ο τόπος μας στον υπέρτατο αυτόν αγώνα.

ΚΑΣΤΕΛΛΙ

Καστελλιανοί που έλαβαν μέρος στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο

Αξιωματικοί : ( Μαλεγιαννάκης Ζαχαρίας του Γεωργίου, Ζωγραφάκης Πλάτων του Εφραίμ, Ζωγραφάκης Γιάννης του Γεωργίου, Κατζαγιανάκης Κωνσταντίνος του Δημητρίου, Δαϊλάκης Ιωάννης του Κωνσταντίνου, Σαριδάκης Αντώνιος του Νικολάου, Καρυωτάκης Σάββας του Κωνσταντίνου και Δρακάκης Κωνσταντίνος του Ιωάννου )

Υπαξιωματικοί και οπλίτες : τα αδέρφια Χαραλαμπάκης Γεώργιος –Κωνσταντίνος του Μιχαήλ, Χαραλαμπάκης Γεώργιος του Εμμανουήλ, τα αδέρφια Χρειασιδάκης Μανόλης – Γιάννης του Ζαχαρία, τα αδέρφια Φακιολάκης Γιάννης – Αντώνης του Γεωργίου, τα αδέρφια Καρυωτάκης Μανόλης – Γιώργης του Κωνσταντίνου, τα αδέρφια Καρυωτάκης Κίμων – Κωστής του Εμμανουήλ, Φερετζάκης Γιάννης του Νικολάου, Φερετζάκης Νικόλαος του Μιχαήλ, Μπουμπουλάκης Μανόλης του Νικολάου, τα αδέρφια Μπουμπουλάκης Δημήτρης –Κωστής του Ιωάννου, Μπουμπουλάκης Νικόλαος του Ζαχαρία, Κουντάκης Γεώργιος του Χαράλαμπου, Κουντάκης Γεώργιος του Νικολάου, τα αδέρφια Μαραυγάκης Μανόλης – Θρασύβουλος του Ηρακλή, τα αδέρφια Μαραυγάκης Ιωάννης – Νικόλαος – Κωστής του Εμμανουήλ, Τζαμπουνάκης Δημήτριος του Ζαχαρία, Καρυωτάκης Νικόλαος του Γιανακού, Τζαγκουρνιστάκης Γεώργιος του Γεωργίου, τα αδέρφια Κατζαγιαννάκης Μενέλαος –Γεώργιος του Εμμανουήλ, Κατζαγιαννάκης Αθανάσιος του Γεωργίου, Κατζαγιαννάκης Αριστομένης του Δημητρίου, τα αδέρφια Τζανακάκης Μανόλης – Νικόλαος – Ευκλείδης του Ανδρέα, Γαρεφαλάκης Στυλιανός του Γεωργίου, Γαρεφαλάκης Νικόλαος του Γιανούκου, Πολεμαρχάκης Στέλιος του Νικολάου, Καραπιδάκης Γεώργιος του Μιχαήλ, Χαλκιαδάκης Χαρίδημος του Δημητρίου, Χαλκιαδάκης Μιχάλης του Ελευθερίου, Καργιαντουλάκης Νικόλαος του Μιχαήλ, Γρινάκης Μανόλης του Γεωργίου, Παπαδάκης Φραγκίσκος του Γεωργίου, τα αδέρφια Λιονάκης Νικόλαος – Γεώργιος του Θεόφιλου και ο Σγουροβασιλάκης Αντώνης του Ιωάννου.

Καραπιδάκης Γεώργιος του Μιχαήλ. Γεννήθηκε το 1918 στο Καστέλλι, γιος του Μιχάλη και της Μαρίας. Ο πατέρας του Μιχάλης σκοτώθηκε στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Ο Γιώργης πολέμησε στην Αλβανία. Έπαθε κρυοπαγήματα και μεταφέρθηκε στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αγρινίου. Οι γιατροί αναγκάστηκαν να τον ακρωτηριάσουν και από τα δυο πόδια. Ο ακρωτηριασμός των ποδιών του είχε σαν αποτέλεσμα τον θάνατό του μέσα στο Νοσοκομείο. Στις 23 του Φλεβάρη 1941.

Η μητέρα του στην διάρκεια της Κατοχής μοιραζόταν το φαγητό της με τους Ιταλούς που οι Γερμανοί είχαν αφήσει να περιφέρονται στο Καστέλλι μετά την συνθηκολόγηση της χώρας τους το 1943. Ο γιατρός Κλεάνθης Βελημπασάκης από το Καστέλλι, έχει γράψει ένα ποίημα, αφιερωμένο στην μητέρα του Γιώργη Καραπιδάκη.

Την ανθρωπιά η συμβίωση

του Χάρου δεν σκιάζει.

Χήρα πολέμου παλαιού,

θύμα του νέου σαν μάνα,

σε θύτες της στερούμενους

κι αυτήν την κουραμάνα,

με κίνδυνό της την μπουκιά,

τη μόνη της μοιράζει.

Σημ. του ποιητή : Πρόκειται για την Καραπίδαινα, τη γνωστή καθαρίστρια του Δημοτικού Σχολείου. Ο άντρας της έπεσε στο Μικρασιατικό πόλεμο και το μονάκριβο γιο τους Γιώργη σκότωσαν Ιταλοί στρατιώτες στην Αλβανία. Με τους θύτες αυτούς του γιου της μοιράστηκε την μπουκιά της η μάνα του θύματος.

Ήταν τότε που η Ιταλία, μετά το πραξικόπημα του Μπαντόλιο και την εκτέλεση του Μουσολίνι, προέβη σε χωριστή συνθηκολόγηση με τους Συμμάχους και οι περισσότεροι Ιταλοί στρατιώτες αρνήθηκαν να συμμαχούν πια με τους Γερμανούς. Οι τελευταίοι τότε τους αφόπλισαν και άστεγους, πεινασμένους, ρακένδυτους, εξαθλιωμένους τους άφησαν να περιφέρονται μεταξύ των πρώην σκλάβων τους ελπίζοντας ίσως σε αντεκδικήσεις.

Όμως αντί της αντεκδίκησης η μπουκιά της Καραπίδαινας. Άλλωστε, η μπουκιά αυτή, όσο κι αν ήταν μια αυθόρμητη αντίδραση μιας χριστιανής, δεν έπαυε να είναι και μια επιβράβευση της απαρνήσεως του απρόκλητου και από πλευράς τους, ανίερου πολέμου, που μας επέβαλαν. Απαρνήσεως, παρά τις προβλεπόμενες σε βάρος τους συνέπειες της. Ένα τέλος πάντων …ιταλικό όχι.

( Κλεάνθης Ζ. Βελημπασάκης – Προσκύνημα στις ρίζες, σελ. 91,92 )

Καργιαντουλάκης Νικόλαος του Μιχαήλ. Γεννήθηκε το 1910 στο Καστέλλι. Υπηρετούσε στο ένδοξο σώμα των Ευζώνων, το 36ο.

Στα στενά της Κλεισούρας, στις 25 Φλεβάρη 1941, κόπηκε το νήμα της ζωής του από εχθρική οβίδα.

Κʼήρθα, σα να με κάλεσες. Και την παλιά τη λύρα

στα νέα σου χέρια οδήγησα. Δος της εδώ φωνή.

Εμέ προσμένει άλλη ζωή, με σφράγισε άλλη μοίρα,

μα η γη μας το τραγούδι μου διψάει να ξαναπιεί.

Και τα νεράκια τʼ άβαθα, γλυκόηχα, κρύα, καθάρια,

για να τα πιεις, τα ηλιόλαμπα και τα ποτιστικά,

πήραν κι απʼάλλες ρεματιές κι απʼάλλα κεφαλάρια,

κι αλλάξανε και πλάτυναν και θόλωσαν. Και πια

σε καταβόθρες χάθηκαν κι ανήλιαγα κατώγια,

και τώρα αλλού ολοφούσκωτος φανήκαν ποταμός.

Και τα τραγούδια μου τʼ απλά και τα λιτά μου λόγια

φωτιά στα Τάρταρα ηύρανε και στα Ηλύσια φως. ( 1 )

Τζαμπουνάκης Δημήτριος του Ζαχαρία.

17/2/1949 Αριθ. Αποφ. 127 Υπουργείο Οικονομικών

Συνεδρ. 5 Γεν. Διεύθυνση Δημ. Λογιστικού

Ο Τζαμπουνάκης Δημήτριος του Ζαχ. κλάσεως 1937 εκ Καστελλίου Πεδιάδος Ηρακλείου Κρήτης, κατετάγη εν Ηρακλείω Κρήτης τον μήνα Σεπτέμβριο 1940 ως έφεδρος στρατιώτης εις το 43ον Σύνταγμα Πεζικού και μετά την λήξιν του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-1941 παραμείνας αναγκαστικώς εις την ηπειρωτικήν Ελλάδα ήτοι εκτός της νήσου Κρήτης, συνελήφθη εν Αθήναις υπό των Ιταλών τον μήνα Αύγουστον 1941 και μεταφερόμενος μετά 150 Κρητών εκ Πειραιώς εις Κρήτην δια του υπό των Γερμανών επιταχθέντος π/κ “Άγιος Νικόλαος”, επνίγη την 24/11/1941 μετά των λοιπών επιβαινόντων εις τα ανοικτά των Κυθήρων συνεπεία βυθίσεως του σκάφους εξ υποβρυχιακής προσβολής.

Σημ. : ( από έγγραφο που βρίσκεται στα χέρια της οικογενείας )

Μια λύπηʼναι στη θάλασσα απλωμένη

και μια στον ουρανό.

Κι ανάμεσά τους – στέκεται ή πηγαίνει

το καράβι, αργά, το σκοτεινό ;

Άσπρος ο ήλιος κι είναι μαύρʼ η μέρα

στο κύμα η καταχνιά

ψηλώνει, χαμηλώνει, απλώνει πέρα

και χωνεύει μες στʼ άδεια του πανιά.

Κλιτή θλιφτή στου καραβιού την πλώρα

η γοργόνα αναμετρά

της άβυσσος τα μάκρη : - Πούθε η μπόρα

θα ξεσπάσει, που η καρδιά μου λαχταρά ; ( 2 )

Μαραυγάκης Κωνσταντίνος του Εμμανουήλ. Γεννήθηκε στο Καστέλλι Πεδιάδος. Μετά την λήξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου βρέθηκε στην Αθήνα να αναζητά πλεούμενο για να τον μεταφέρει στην Κρήτη. Ακολούθησε την μοίρα του Τζαμπουνάκη Δημήτρη. Πιάστηκε κι αυτός αιχμάλωτος από τους Ιταλούς και επιβιβάστηκε στο ίδιο πλοίο <<Άγιος Νικόλαος >> για την Κρήτη. Στις 24/11/1941 βυθίστηκε το σκάφος ανοιχτά των Κυθήρων, από γερμανικό υποβρύχιο, παρασύροντας και τον Κωστή στην άβυσσο.

Ο Χάρος εχαρέθηκε που νια ψυχήν επήρε

ενού αντρειωμένου την ψυχή που σε κακόν τον είχε.

Και πέρα τονε πέρναγε στα μαύρα κορφοβούνια.

Οι κάμποι τονε γνώριζαν κι εκρύψαν τα χορτάρια

τον είδανε και τα βουνά κι εδιπλοραγιστήκαν.

Χίλιες ψυχές τραβούν μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω

καιʼκείνος μεσʼστη μέση τους σα φύλλο μαραμένο ( 3 )

Μαραυγάκης Ιωάννης του Εμμανουήλ. Ο Γιάννης ήταν αδερφός του Κωστή Μαραυγάκη. Τραυματιοφορέας στην Αλβανία. Είχε τον πιο δύσκολο ρόλο, αν φανταστούμε πόσοι νεκροί και βαριά τραυματισμένοι πέρασαν από τα χέρια του. Τα χιόνια και τα βουνά της Αλβανίας κλόνισαν την υγεία του. Γύρισε από τον πόλεμο άρρωστος, με πνευμονία. Όταν η κατάσταση χειροτέρεψε μεταφέρθηκε από την γυναίκα του Αθανασία στο Πανάνειο Νοσοκομείο Ηρακλείου. Την ημέρα της μεταφοράς του θυμάται η κ. Αθανασία ότι το Ηράκλειο βομβαρδιζόταν από τους συμμάχους. Πέθανε στην διάρκεια της Κατοχής.

Ολονυχτίς αψιά βροχή καρύδι το χαλάζι

αστροπελέκια κι αστραπές της ίδιας μάνας φίδια.

Κι όπως βαρά η σάλπιγγα της κρίσης της μεγάλης

ο στρατιώτης της τιμής μέσα του απολογιέται :

Στέκομαι ακοίμητος φρουρός στου δίκιου τις επάλξεις

κι αν ίσως λένε τα γραφτά “ η πόλη θα τουρκέψει”

το μόνο που παρακαλώ : Νάναι καλό το βόλι

πούχει γραμμένο επάνω του τʼ όνομα το δικό μου… ( 4 )

Ο Χαραλαμπάκης Γεώργιος από το Καστέλλι πολέμησε στην Αλβανία δίδοντας μάλιστα και τα κάτω άκρα του σʼαυτόν τον αγώνα. Ανάπηρος εκ κρυοπαγημάτων στο ύψωμα 1178. Περιγράφει με ένα συγκλονιστικό τρόπο την σκηνή της εγχείρησης και του ακρωτηριασμού του. …φτάσαμε στα Γιάννενα και μας κατέβασαν στο Νοσοκομείο. Νοσοκόμες μας παραλαμβάνουν και μας τοποθετούν στα κρεβάτια αφού αλλάξαμε τα στρατιωτικά ρούχα. Δεν θυμούμαι πόσες ώρες κοιμόμουνα αλλά όταν ξύπνησα ακούω στα αυτιά μου ένα ήχο σαν να σέρνονται κλαδιά. Νομίζω ότι είμαι στο μέτωπο και ότι μας κάνουν επίθεση οι Ιταλοί. Παίζω μια και σηκώνομαι στο κρεβάτι και φωνάζω :

-Το πολυβόλο μου !

Κάποιος γιατρός βάζει το χέρι του στο στήθος μου και μου λέει :

-Ησύχασε, δεν είσαι στο μέτωπο αλλά στο χειρουργείο.

Τότε κατάλαβα που βρισκόμουν και ότι ο θόρυβος είναι από τα μηχανήματα του χειρουργείου.

Την άλλη μέρα βλέπω τα πόδια μου με επιδέσμους χωρίς να ξέρω τι συμβαίνει. Την δεύτερη μέρα έρχεται το κλιμάκιο των γιατρών για αλλαγή. Ο νοσοκόμος μου βγάζει τους επιδέσμους και βλέπω τα πόδια μου σκισμένα με τρεις χαρακιές το καθένα. Ο νοσοκόμος με κάποιο ειδικό εργαλείο στην άκρη ενός ψαλιδιού με καθαρίζει και τοποθετεί άλλες γάζες.

Δεν θυμάμαι αν έγιναν τρεις ή τέσσερις αλλαγές, αλλά σε κάθε αλλαγή έβλεπα τα δάχτυλά μου να παίρνουν ένα μαύρο χρώμα.

Ένα πρωί έρχεται ένας γιατρός με δυο αδερφές και σέρνουν ένα καροτσάκι με τα ιατρικά εργαλεία. Έρχονται στο κρεβάτι μου. Οι αδερφές μου λύνουν τους επιδέσμους από τα πόδια. Ο γιατρός κάθεται στο κρεβάτι με την πλάτη γυρισμένη προς τα μένα. Οι αδερφές κάθεται η μια από τα δεξιά και η άλλη από τα αριστερά και μου πιάνουν την κουβέντα. Πόσα αδέρφια είμαστε, πως λένε τον πατέρα μου, πως τη μάνα μου. Μια ψαλιδιά αισθάνομαι και δίδω ένα τίναγμα στο πόδι μου χωρίς να ξέρω τι κάνει ο γιατρός. Η κουβέντα συνεχίζεται και οι ψαλιδιές το ίδιο. Εγώ να τινάσσω το πόδι μου μετά από κάθε ψαλιδιά. Η μια αδερφή πιάνει τους επιδέσμους και μου δένει τα πόδια. Φεύγουν ο γιατρός με τις νοσοκόμες. Δεν είδα τι έγινε αλλά εκατάλαβα.

Σκεπάζομαι από κορφής με τις κουβέρτες και έκλαψα, έκλαψα, έκλαψα. Και τώρα που το λέω, 62 χρόνια μετά, ένας βαθύς αναστεναγμός βγαίνει από το στήθος μου…

1. Κωστής Παλαμάς : Απόσπασμα από το ποίημα Ασκραίος,

2. Γιάννης Γρυπάρης : Μια λύπηʼναι στη θάλασσα, ποίημα

3. Κυριάκος Κάσσης : Απόσπασμα από το ποίημα Ο Λιόκαρης

4. Στέλιος Πλακαντωνάκης : Πίνδος, ποίημα

(Συνεχίζεται)