ΣΜΑΡΙ
Το 1940, το Σμάρι ήταν ένα από τα πιο πυκνοκατοικημένα χωριά του Δήμου Καστελλίου. Αρκετοί Σμαριανοί συμμετείχαν στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο. Κτιστάκης Δράκος του Αντωνίου, Κτιστάκης Μανόλης του Ιωάννου, Βιτσαξάκης Χριστόφορος του Μιχαήλ, Σπανάκης Γρηγόρης του Κωνσταντίνου, Διακαινισάκης Γιάννης του Κωνσταντίνου, Καρδουλάκης Νικόλαος, Βιτσαξάκης Νικόλαος, Χρονάκης Χαράλαμπος, Μαρκάκης Κωστής του Εμμανουήλ, Καλυκάκης Μανόλης του Αντωνίου, Μπορμπουδάκης Γεώργιος του Εμμανουήλ, Ξυδιανάκης Γρηγόρης του Αντρέα, Μηλαθιανάκης Γιώργης του Μιχαήλ, τα αδέρφια Μοχιανάκης Γιάννης-Μανόλης του Γεωργίου, Πυροβολάκης Μανόλης του Γεωργίου, είναι ορισμένοι απʼαυτούς που πολέμησαν το σαράντα. ( Ο κατάλογος δεν είναι πλήρης).
Το χωριό είχε ένα θύμα. Τον Πυροβολάκη Μανόλη του Γεωργίου. Από τους υπόλοιπους μαχητές της Αλβανίας ελάχιστοι πλέον ζουν ακόμη. Ο Μανόλης Καλυκάκης του Αντωνίου, ο Μανόλης Κτιστάκης τ. Ιωάννου, ο Γρηγόρης Σπανάκης του Κωνσταντίνου. Η μνήμη με τα χρόνια εγκαταλείπει σιγά σιγά και τους εναπομείναντες. Ο Μανόλης Κτιστάκης ζει στο Σμάρι και καταθέτει μια μαρτυρία εκείνου του πολέμου.
Αφήγηση Κτιστάκη Μανόλη τ. Ιωάννου : …είμαστε στην Κλεισούρα. Επήραμε διαταγή να περάσομε νʼανεβούμε στο βουνό. Ετοιμαστήκαμε όλοι. Επήραμε τα όπλα μας και τα πράγματά μας, γυλιούς, σφαίρες και επεριμέναμε τη διαταγή. Οι Ιταλοί να μας βάζουν με το πυροβολικό ώρες. Συνέχεια από το πρωί μέχρι το βράδυ. Είχαμε τα μουλάρια σε ένα μέρος προφυλαγμένα. Όταν επήραμε τη διαταγή επεράσαμε από κει που ήταν τα μουλάρια. Θυμούμαι ακόμη τη σκηνή. Είχανε πέσει ιταλικές οβίδες και τα είχανε κάνει κομμάτια. Εβαδίσαμε δίπλα τους. Όλα σκοτωμένα. Όχι ένα και δυο, πολλά. Τα λυπήθηκα όπως ταʼβλεπα σκορπισμένα χάμω. Τότε εσκέφτηκα πως ή άνθρωπος ή ζώο, στην ίδια μοίρα είμαστε. Επροχώρησα και δεν εγύρισα να ξανακοιτάξω…
Πυροβολάκης Μανόλης τ. Γεωργίου. Ο Σμαριανός που χάθηκε στην Αλβανία. Στρατιώτης του 43ου ΣΠ. Στις 14 Φεβρουαρίου 1941, εξαφανίστηκε στην Άρτζα ντι Σόμπρα, ενός χωριού στους πρόποδες της Τρεμπεσίνας.
Μη φεύγεις θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια
θα σου φτιάξω ένα ξύλινο σπίτι
θα σου δώσω ένα λαγήνι
θα σου δώσω κι ένα κοντάρι
θα σου δώσω κι άλλο αίμα να παίζεις
θα σου βρω πάλι τους ίδιους στρατιώτες
αυτόν που χάθηκε παν τρία χρόνια
κι αυτόν που χτυπούσε την νύχτα τις πόρτες
μη φεύγεις θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια (1)
Και ο Καλυκάκης Μανόλης του Αντωνίου ζει στο Σμάρι και καταθέτει την δική του συγκλονιστική μαρτυρία. …υπηρέτησα στο ορειβατικό πυροβολικό. Πριν αρχίξει ο πόλεμος μας επήρανε και μας επήγανε στη Σούδα. Μετά κάμποσες μέρες ακούω μια πρωινή τον Εθνικό Ύμνο. Εκατάλαβα πως άρχιξε ο πόλεμος. Με τα καράβια μας πήγανε στην Θεσσαλονίκη. Από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης μας πήγανε στο Λαγκαδά και από κει στην Πτολεμαϊδα. Όταν επήγαμε στην Πτολεμαίδα, εμείναμε σε ένα σχολείο. Τη νύχτα ήκαμε αγιάζι και κάψαμε τα θρανία, τση πίνακες όλα τα κάψαμε για να ανάψομε φωτιά. Από την Πτολεμαίδα με το τρένο εφτάσαμε στο Αμύνταιο και με τα πόδια στο μέτωπο. Θυμούμαι ότι επεράσαμε μια γέφυρα μα ήτονε τόσες οι λάσπες που εκαρφώσανε όλοι, μουλάρια και αθρώποι. Εμένα μου κάρφωσε το δεξί πόδι κι ακόμη θα είναι η αρβύλα μου εκεί πομεινάρικη. Στο χωριό Ψάρι ερίξαμε τση πρώτες οβίδες των Ιταλών. Από το Ψάρι περάσαμε ένα βουνό, την Τρεμπεσίνα και πιάσαμε θέσεις σε μια ρεματιά, Μετζγκοράνη τη λέγανε. Στο Μετζγκοράνη μας εσκοτώσανε οι Ιταλικές οβίδες τα πιο πολλά μουλάρια μας. Μας εβάζανε μωρέ παιδί μου συνέχεια οι Ιταλοί, που τση βρίσκανε τόσες οβίδες ; Εμείς ερίχναμε λίγες, έτσι μας ελέγανε. Οι Ιταλοί από τα Τρία Αυγά μας εβάλανε την άλλη βραδιά με έξι βαρέα πυροβόλα. Μου καταστρέψανε το τσαντίρι. Λέω ήντα δα γενώ εδά το βράδυ ; Βρίσκω μια χωματσούρα και με το σκαπανικό ήκανα μια τρύπα σαν τον άρκαλο και μπήκα μέσα. Μια τρύπα γεμάτη νερό. Μέσα στο νερό εκοιμήθηκα. Την άλλη μέρα μας εβάνανε πάλι τα Ιταλικά πυροβόλα. Μέσα στην τρύπα εμαζευτήκαμε πέντε άτομα. Όλη μέρα βάνανε οι Ιταλοί. Μια στιγμή ερχότανε μια οβίδα και σφύριζε. Τόσε λέω, κακομοίρηδες, από πίσω μας θαʼ ρθει. Όπως τοʼπα εγίνηκε. Ήπεσε δίπλα μας και μας ελούσανε τα χώματα. Περιμένομε να σκάσει να μας ετινάξει στον αέρα και τση πέντε. Τυχεροί είμαστε γιατί δεν ήσκασε.
Από το Μετζγκοράνη επήγαμε πάλι πίσω στο Ψάρι. Σε ένα ρυάκι επήγα να πιω νερό. Ήτανε ένα μουλάρι ψοφισμένο και επερνούσε το νερό από την κοιλιά του μουλαριού. Ήπια. Ωραιότερο νερό δε θα το ξεχάσω. Ένα βράδυ ήκανα το σταυρό μου και εζήτηξα από το Θεό να μου συγχωρέσει τση αμαρτίες μου. Το χιόνι ήτανε δυο μέτρα ύψος και δεν είχαμε που να κοιμηθούμε. Ήθεσα απάνω στο χιόνι. Εγώ έλεγα από μέσα μου ότι το πρωί θα έχω πεθάνει. Το πρωί που εξύπνησα, ήμουνε σκεπασμένος με χιόνι από κορφής. Δεν ήπαθα τίποτα.
Μια άλλη μέρα επέταξα τη μια αρβύλα μου γιατί είχε διαλυθεί. Εφέρνανε από το βουνό Ιταλούς αιχμαλώτους και εσκέφτηκα να πάω να βγάλω ενός Ιταλού ταʼ αρβύλες του να τση βάλω. Σιμώνω σε ένα και του κάνω νόημα να βγάλει τση αρβύλες του. Με ξάνοιγε καλά-καλά μα δε μου μίλησε. Είπα από μέσα μου, Θεός υπάρχει, δεν τονε γδύνω. Εγώ θα πάω αξυπόλυτος…
ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ
Το χωριό Αποστόλοι είναι το χωριό με τους περισσότερους νεκρούς στα πεδία των μαχών στους αγώνες που έδωσε η χώρα μας. Στον Μακεδονικό αγώνα, στους Βαλκανικούς πολέμους 1912-1913, στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο 1914-1918, στην Μικρασιατική εκστρατεία, στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, στα χρόνια της Κατοχής. Για να γίνουν κατανοητά τα παραπάνω, αναφέρω ένα νούμερο. Δεκαεπτά
( 17 ) νεκρούς θρήνησε το χωριό στην Μικρασιατική εκστρατεία.
Στρατιώτες από τους Αποστόλους που πολέμησαν στην Αλβανία και ζουν : Πετροδασκαλάκης Γιάννης του Γεωργίου, Παπαγιαννάκης Γεώργιος του Εμμανουήλ, Δαβάκης Παντελής του Μιχαήλ, Στρατάκης Δημήτριος του Γεωργίου, Μπιτζαράκης Ιωάννης του Δημητρίου, Καρουζάκης Νικόλαος του Βασιλείου, Πετρουγάκης Γεώργιος του Μιχαήλ, Σμαριαννάκης Στέλιος του Εμμανουήλ, Πλευράκης Ελευθέριος του Γεωργίου, Μεταξάκης Μιχάλης του Εμμανουήλ, Πετροδασκαλάκης Νικόλαος του Ιωάννου, Περτσελάκης Νικόλαος του Γεωργίου.
Από τον πόλεμο του 1940-1941, δύο Αποστολιανάκια δεν γύρισαν πίσω. Ο Σαββάκης Μανόλης και ο Ροβύθης Αλέκος.
Σαββάκης Μανόλης τ. Ιωάννου. Από το χωριό Αποστόλοι Πεδιάδος. Από τους πρώτους νεκρούς της κρητικής Μεραρχίας. Σκοτώθηκε στις 28 Γενάρη 1941. Λίγο έξω από το χωριό Άρτζα ντι Μέτζο, Ν/Δ της Τρεμπεσίνας. Τον θάνατό του μαρτυρούν οι συμπολεμιστές του Χαραλαμπάκης Γεώργιος από το Καστέλλι και Πιταροκοίλης Μανόλης από τον Πάνω Καρουζανώ που ήταν παρόντες. Εκείνο το πρωινό, Ιταλικά αεροπλάνα βομβάρδισαν τους στρατιώτες μας. Ο Μανόλης δεν πρόλαβε να τρέξει να προφυλαχτεί όπως έκαναν οι υπόλοιποι και ένα βλήμα τον σκότωσε. Είναι θαμμένος σε ένα λόφο από κουμαριές, απέναντι από την Κλεισούρα της Αλβανίας.
Ήταν παντρεμένος με την Μαρία, το γένος Σμαριαννάκη. Ο Σαββάκης Μανόλης, όταν έφυγε για το μέτωπο, άφησε την γυναίκα του πέντε μηνών έγκυο. Τον Μάιο του 1941, γεννήθηκε η κόρη του η Ευαγγελία, που δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα της.
Μην αργείς. Τούτο μονάχα σου λέω. Μην αργείς.
Γιατί σε λίγο, σαν θα χτυπάς την πόρτα μου,
θα νομίζω πως είναι τα γηρατειά, πως είναι χειμώνας, πως είναι θάνατος.
Μην αργείς.
Στάσου κι αφουγκράσου κάτω απʼτα σπίτια,
Κι απʼτους δρόμους που περνάς.
Στάσου κι αφουγκράσου κάτω απʼτα σπίτια.
Σʼόλα κυλάει ο αέρας σου.
Όλα ξέρουν τʼόνομά σου.
Μην αργείς. (2)
Ροβύθης Αλέκος τ. Μιχαήλ. Ο Αλέκος Ροβύθης γεννήθηκε στους Αποστόλους Πεδιάδος το 1918 και ήταν το 6ο από τα επτά παιδιά του Μιχάλη Ροβύθη. Ο στρατιώτης Ροβύθης Αλέκος πολέμησε στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο στο μέτωπο της Μακεδονίας. Ανήκε στην Ταξιαρχία του Έβρου.
Όταν κατέρρευσε το μέτωπο επιβιβάστηκε μαζί με άλλους στρατιώτες σε ένα πολεμικό πλοίο με προορισμό την Μέση Ανατολή. Τελικά το πλοίο κατευθύνθηκε στην Συρία.
Κατά την διάρκεια του ταξιδιού, κάποιοι σύντροφοί του, τον προέτρεψαν να κατέβουν κάτω στην κουζίνα του πλοίου για φαγητό. Ο Αλέκος, παιδί της επαρχίας, σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού, βρισκόταν στο κατάστρωμα και αγνάντευε τη θάλασσα.
Κοντά στις ακτές της Συρίας, το πλοίο τους δέχτηκε επίθεση από ένα Γερμανικό αεροπλάνο.
Ο Αλέκος δεν πρόλαβε να καλυφτεί και σκοτώθηκε από τους πολυβολισμούς του αεροπλάνου. Ήταν στις 16 Ιουνίου του 1941.
Τα παραπάνω μαρτυρεί η αδερφή του Αλέκου, Γεωργία Καβουσανάκη – Ροβύθη που ζει στο χωριό Σταμνιοί Πεδιάδος.
Λύθηκε η θάλασσα. Έσπασε η σιωπή της θάλασσας
Ο αγέρας γύμνωσε το πρόσωπο της γης από την Άνοιξη.
Του ήλιου το μέγα φως καπνίζει στα χαλάσματα της θάλασσας.
Και στο γιαλό οι φωνές
φωνάζουνε φύγε από τη θάλασσα
χαιρέτησε τώρα τη θάλασσα χαιρέτησε
που λάμπει ανάστατη ανεβαίνοντας.
Και φύγε φύγε με το πρώτο χτύπημα του τύμπανου.
Φύγε θα σε ξεκάνει η θάλασσα.
Φύγε απʼτη θάλασσα για να σωθείς
να ζήσεις, να επιζήσεις. (3)
Ο Πετροδασκαλάκης Γιάννης πολέμησε στην Αλβανία, ζει στους Αποστόλους και θυμάται : …υπηρετούσα στο 3ο Σύνταγμα ιππικού και αμέσως με την κήρυξη του πολέμου μεταφερθήκαμε στην πρώτη γραμμή. Την πρώτη και μεγάλη μάχη έδωσε το Σύνταγμά μας από τις 16 ως τις 19 Νοεμβρίου 1940 λίγο έξω από την Κόνιτσα, μεταξύ των χωριών Μάζη-Μελισσόπετρα. Πολεμήσαμε με το Ιταλικό Σύνταγμα Αλπινιστών. Την κερδίσαμε αυτή την μάχη. Είχαμε 25 νεκρούς και 400 τραυματίες. Πιάσαμε 2000 Ιταλούς αιχμαλώτους.
Στην διάρκεια της μάχης τραυματίστηκε ο Ανθυπολοχαγός Σαλούρος και έτρεξε να τον βοηθήσει ο συγχωριανός μου ο Αργυράκης Μανόλης του Γεωργίου. Όπως τον τραβούσε για να τον φέρει πίσω μια ιταλική ριπή χτύπησε τον Αργυράκη και τραυματίστηκε βαριά.
Όταν μπαίνεις σε μια μάχη, δεν μπορούν να περιγραφούν τα συναισθήματά σου. Πολεμάς σαν να είσαι μεθυσμένος, σαν να έχεις πιει κρασί. Ένα παράξενο πράγμα. Εκεί το ένοιωσα.
Ο πόλεμος του σαράντα δεν με έβλαψε σωματικά, δεν τραυματίστηκα, μόνο που έβλεπα μετά τα πράγματα διαφορετικά. Άλλαξε η σκέψη μου…
ΜΟΥΧΤΑΡΩ
Στρατιώτες από το Μουχτάρω που πολέμησαν στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο : Μαραγκάκης Κώστας τ. Ιωάννου, Ροκαδάκης Εμμανουήλ τ. Κωνσταντίνου, Ανδρουλάκης Εμμανουήλ τ. Ζαχαρία, Ανδρουλάκης Εμμανουήλ τ. Ιακώβου, Παπαδάκης Γεώργιος τ. Εμμανουήλ, Φερετζάκης Γεώργιος τ. Ιωάννου, Μιζεράκης Ιωάννης τ. Εμμανουήλ, Ροκαδάκης Κωνσταντίνος τ. Εμμανουήλ, Μπελαδάκης Γεώργιος τ. Μιχαήλ (έφεδρος ανθυπολοχαγός ), τα αδέρφια Κωστής-Μανόλης-Νίκος Πετρουγάκης τ. Γεωργίου, τα αδέρφια Νίκος-Παναγιώτης Χαλκιαδάκης τ. Γεωργίου, Ανδρουλάκης Σήφης τ. Ζαχαρία, Μιζεράκης Εμμανουήλ τ. Γεωργίου, Πανταγάκης Ιωάννης τ. Κωνσταντίνου, τα αδέρφια Γιάννης-Μανόλης-Γιώργης Μιζεράκης
τ. Βασίλη, Ανδρουλάκης Λευτέρης τ. Στυλιανού, Ανδρεαδάκης Εμμανουήλ τ. Γεωργίου, Κριτσωτάκης Μανόλης τ. Ευαγγέλου, Βλαστός Γεώργιος τ. Νικολάου, Ζαχαριουδάκης Δημήτρης τ. Ιωάννου, τα αδέρφια Στυλιανός-Νικόλαος Μακράκης τ. Εμμανουήλ, Μαραγκάκης Κωστής τ. Ευσταθίου, τα αδέρφια Ματθαίος-Μανόλης-Διαμαντής Μακράκης τ. Γεωργίου, τα αδέρφια Κωστής-Γιώργης Χριστοφάκης τ. Χριστοφόρου, Βασιλάκης Μιχάλης τ. Γεωργίου, τα αδέρφια Μανόλης-Λευτέρης-Κωστής Κανιαδάκης τ. Μιχαήλ, Μελισουργάκης Νικόλαος τ. Γεωργίου, τα αδέρφια Μανόλης-Δημήτρης Ανδρουλάκης τ. Γεωργίου, Ξωχάκης Γεώργιος τ. Ζαχαρία, Ροκαδάκης Νικόλαος τ. Γεωργίου, τα αδέρφια Μανόλης-Γιώργης Παπαδομανολάκης τ. Μιχαήλ, Φραγκιαδουλάκης Αντώνης τ. Εμμανουήλ, Μιζεράκης Γεώργιος τ. Εμμανουήλ και Κοζυράκης Μανόλης του Ζαχαρία.
Ο Μαραγκάκης Κώστας τ. Ιωάννου που πολέμησε στα βουνά της Αλβανίας και ζει στο Μουχτάρω θυμάται : …ο πρώτος τραυματίας που είδα στην Αλβανία ήταν ο χωριανός μου ο Μελισουργάκης Νικόλαος τ. Γεωργίου. Μας λέγανε να βάζουμε στην αριστερή τσέπη τα πράγματά μας, χαρτί για γράμματα, αναπτήρες, ταυτότητες. Ο Νίκος είχε πάρει μια σφαίρα ακριβώς στην τσέπη του. Επειδή όμως είχε μέσα πολλά πράγματα δεν τονε πείραξε, μόνο ελαφρά. Ο Μουσολίνι έβαζε και μας πετούσανε τα αεροπλάνα του προκηρύξεις στα Ελληνικά γραμμένες. Θυμούμαι που γράφανε ότι για τον κάθε ένα Έλληνα στρατιώτη έχει διακόσιες οβίδες. Τρεις φορές το κατάλαβα αυτό στην Αλβανία. Την πρώτη φορά μʼέστειλε ο λοχίας ο Τζιτζικαλάκης να φέρω νερό. Όπως ανέβαινα την πλαγιά μετά που γέμισα τα παγούρια, με είδανε φαίνεται οι Ιταλοί και μʼαρχίξανε. Μου ρίξανε τσʼ οβίδες πουʼλεγε ο Μουσολίνι στην προκήρυξη. Ευτυχώς όμως με τη βοήθεια του Θεού δεν εβλάφτηκα. Μόνο ένα μικρό βλήμα εχτύπησε το κράνος μου. Τη δεύτερη φορά ο Λοχαγός μου Αποστολάκης Ιωάννης μουʼδωσε ένα σημείωμα να το πάω στη διοίκηση. Πάλι με εντοπίσανε οι Ιταλοί και μʼαρχίξανε. Όλοι που βλέπανε το κακό με περάσανε για σκοτωμένο. Ελέγανε ότι αυτός δεν μπορεί να βγήκε από κει μέσα ζωντανός. Εγώ είχα πέσει σʼένα λάκκο και πάλι δεν με χτυπήσανε. Ο χωριανός μου ο Μακράκης Ματθαίος έγραψε τότε γράμμα στση δικούς του στο χωριό ότι ο Μαραγκάκης ο Κώστας επήγε στου μπάρμπα του το λόχο. Τάξε και καλά εσκοτώθηκε, γιατί ο μπάρμπας μου ήταν πεθαμένος. Οι αξιωματικοί δεν μας αφήνανε να γράφομε στα χωριά μας ποιοι σκοτωθήκανε κι αυτός τοʼγραψε συνθηματικά. Την τρίτη φορά πάλι μʼέστειλε ο Λοχαγός μου ο Αποστολάκης Ιωάννης στη διοίκηση με σημείωμα. Οι Ιταλοί εβάλανε τότε με το πυροβολικό στο σταθμό διοικήσεως και την φορά αυτή παρά λίγο να σκοτωθώ. Έπεσε ένα βλήμα στο ανώφλι της πόρτας, εκεί που ήταν ο σταθμός διοικήσεως και ήρθε μπροστά μας, στα πόδια μας. Δεν έσκασε. Πάλι ο Θεός εβοήθησε…
Το χωριό Μουχτάρω έδωσε στην πατρίδα τον Σήφη τον Ανδρουλάκη, Ο Σήφης ήταν ένας από τους τελευταίους νεκρούς του Ελληνοϊταλικού πολέμου.
Ανδρουλάκης Σήφης τ. Ζαχαρία. Γεννήθηκε στο Μουχτάρω το 1908. Στρατιώτης του 8ου ΣΠ. Από τους τελευταίους νεκρούς του πολέμου. Σκοτώθηκε στις 17 Απριλίου 1941 στα Ιωάννινα, όταν είχε τελειώσει σχεδόν ο πόλεμος και η χώρα βρισκόταν υπό την κατοχή της Γερμανίας. Ήταν τραυματίας στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, όταν αυτό βομβαρδίστηκε και ισοπεδώθηκε από τα εχθρικά αεροπλάνα. Μαζί με τον Σήφη έχασαν την ζωή τους και το σύνολο των νοσηλευομένων στο νοσοκομείο.
Μια απόδειξη του σεβασμού των εχθρών στα νοσηλευτικά ιδρύματα.
Τώρα έχασε το χρώμα του ο ήλιος
Τώρα έχασε το χρώμα της κι η γης
Κι ο κόσμος όλος τη γαλήνη του
Τα χιόνια δεν έλιωσαν ακόμα
Κι η λάσπη έγινε ένα στοιχείο κουραστικό
Σαν να κουβαλάς στην πλάτη σου πολεμοφόδια
Θαρρείς και βαραίνει πάνω σου ο κόσμος
Πίσω απʼτο παραπέτασμα της αδιάκοπης βροχής
Μαντεύεις τον ήλιο που θα σου ξαναγελάσει
Κι εδώ δεν υπάρχουν παρά μονάχα γκρέμιοι τοίχοι
Κι οι άνθρωποι σιωπηλοί μένουν σαν πάντα εκεί
Με το κρύο με το χιόνι και τη βροχή (4)
1. Μίλτος Σαχτούρης : Απόσπασμα από το ποίημα Του θηρίου
2. Μενέλαος Λουντέμης : Απόσπασμα από το ποίημα Μην αργείς
3. Τάκης Σινόπουλος : Η θάλασσα ΙΙ, ποίημα
4. Κώστας Θρακιώτης : Απόσπασμα από το ποίημα Όνειρο και ζωή ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

