Λαγού

Μικρό το χωριό Λαγού, δεν έλειψε όμως από το κάλεσμα της χώρας τον Οκτώβρη του ʼ 40.

Τα αδέρφια Μανόλης-Γιώργος Καρδουλάκης τ. Κωνσταντίνου, τα αδέρφια Γιάννης-Δημήτρης Καρδουλάκης τ. Γεωργίου, τα αδέρφια Νίκος-Γιώργης-Ζαχαρίας Καρδουλάκης τ. Αντωνίου, Ξυδάκης Εμμανουήλ τ. Κωνσταντίνου, Πετιμεζάκης Μιχαήλ τ. Εμμανουήλ, Παπαδάκης Μανόλης τ. Νικολάου, πολέμησαν από του Λαγού στην Αλβανία. Νεκρός ο Καρδουλάκης Μανόλης τ. Κωνσταντίνου.

Καρδουλάκης Μανόλης τ. Κωνσταντίνου. ( 1/1/1917 – 14/2/1941 ).

Ο Μανόλης Καρδουλάκης γεννήθηκε στο χωριό Λαγού Πεδιάδος.

Για τον Ελληνικό Στρατό ο Μανόλης θεωρείται αγνοούμενος. Το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Σύμφωνα με μαρτυρίες της οικογενείας του που βασίζονται σε αυτές συμπολεμιστών του, ο θάνατος του Μανόλη προήλθε από χιονοστιβάδα. Στις πλαγιές της Τρεμπεσίνας τον Φεβρουάριο του 1941.

Kι έρχεται σκοτάδι σκοτάδι καθεμέρα

και σηκώνει σκόνη σκόνη καθεμέρα

και γίνεται θάνατος θάνατος καθεμέρα

και βαραίνει η πίκρα η πίκρα καθεμέρα

σε τούτο το δύστυχο λαό

που πλάι κλαίει με τη βροχή καθεμέρα,

και πλάι με τη θάλασσα ομολογεί καθεμέρα

τα κακά του ημεροδείχτια…( 1 )

ΚΑΡΔΟΥΛΙΑΝΩ

Μπαλτζάκης Ελευθέριος του Γεωργίου. Λοχίας από το χωριό Καρδουλιανώ. Υπηρέτησε στο πυροβολικό. Την πρώτη ημέρα έναρξης της μεγάλης εαρινής επίθεσης των Ιταλών, στις 9/3/1941 σκοτώθηκε στον αυχένα του υψώματος Μετζγκοράνη από Ιταλική οβίδα.

Είναι κάποια νησιά που σαν πλοία

μεσʼστα πέλαγα, λεν, ταξιδεύουν :

όσοι τα΄δανε, μάταια πλέον

να τα δούνε ξανά τα γυρεύουν

είναι κάποια νησιά που ακόμα

πόδι ανθρώπου δεν έχει πατήσει :

-Πώς τα βρήκες, ψυχή μου, και πήγες

κι από τότε δεν έχεις γυρίσει ; ( 2 )

Για τον Λευτέρη Μπαλτζάκη υπάρχει μια μαρτυρία του συμπολεμιστή του από το Σμάρι Καλυκάκη Μανόλη του Αντωνίου. …μας εβάνανε οι Ιταλοί από τα Τρία Αυγά. Ο Λευτέρης επήγαινε και ήφερνε συσσίτιο στους στρατιώτες του πυροβόλου του. Ήτανε λοχίας. Του λέμε, Λευτέρη κάτσε ! Μας λέει, δεν σκοτώνουνε οι σφαίρες ! Και ποιος σκοτώνει ; Ο Θεός ! μας ήλεγε. Στα τελευταία ήπεσε μια οβίδα και τόνε χτύπησε ένα βλήμα στην κοιλιά και τόνε σκότωσε. Άντρας πολύ ζωηρός, δεν εφοβούνταε τίποτα. Πιάνω και βρίσκω ένα κουτάκι που μας εφέρνανε τση Κορινθιακές σταφίδες τοʼκοψα και ήκανα ένα σταυρό. Γράφω απάνω, Ελευθέριος Μπαλτζάκης, λοχίας του πυροβολικού από την Κρήτη. Εκιά θαν είναι ακόμη…

ΜΠΙΤΖΑΡΙΑΝΩ

Από τα τρία χωριά που αποτελούσαν την πρώην κοινότητα Μπιτζαριανού πήγαν στην Αλβανία οι παρακάτω στρατιώτες :

Πάνω Καρουζανώ : Πιταροκοίλης Μανόλης του Λεωνίδα, τα αδέρφια Πιταροκοίλης Μιχάλης – Ηρακλής του Ιωάννου, Πιταροκοίλης Νικόλαος του Γεωργίου, τα αδέρφια Πιταροκοίλης Σήφης – Ηλίας του Εμμανουήλ και τα αδέρφια Δρακάκης Ματθαίος – Σάββας του Εμμανουήλ.

Κάτω Καρουζανώ : Καρουζάκης Αντώνης του Θεοχάρη, Χατζάκης Μανόλης του Ιωάννου, Παγωνάκης Μανόλης του Γεωργίου και Ζουριδάκης Μανόλης του Ζαχαρία.

Μπιτζαριανώ : Μπιτζαράκης Γεώργιος του Δημητρίου, τα αδέρφια Κουτσαντωνάκης Δημήτρης – Γιάννης του Γεωργίου, Μπιτζαράκης Νικόλαος του Σταύρου, Κανάκης Ανδρέας του Ιωάννου και Μπιτζαράκης Μανόλης του Σταύρου.

Μπιτζαράκης Γεώργιος του Δημητρίου. Από το χωριό Μπιτζαριανώ. Δεκανέας. Πρώτος στις μάχες και στις πορείες. Πολύ όμορφο παλικάρι και ο καλύτερος χορευτής στα χωριά μας τα χρόνια της ειρήνης.

Ο Μπιτζαράκης Γιώργης σκοτώθηκε στις 2 Μαρτίου 1941.

Ο θάνατος του Μπιτζαράκη Γιώργη συνοδεύτηκε από ένα σκληρό και θλιβερό συγχρόνως γεγονός. Οι συνάδελφοί του τον έθαψαν στις 2 Μαρτίου το βράδυ στο σημείο που σκοτώθηκε. Το πρωί που συνέχισαν οι Ιταλοί τον βομβαρδισμό των Ελληνικών θέσεων με πυρά του πυροβολικού, μια οβίδα ξέθαψε το Γιώργη Μπιτζαράκη και οι στρατιώτες μας τον έθαψαν για δεύτερη φορά.

Ένα παιδί κοιμάται εδώ γλυκό,

που το χαμόγελο είχε σύντροφό του

που τι θα πει δεν ήξερε κακό

μα πούητανε κακό το ριζικό του.

Το φέραν ένα βράδυ θλιβερό

στʼ απόκοσμον ετούτο περιβόλι,

το φέραν ένα βράδυ θλιβερό

και τʼ άφηκαν και το ξεχάσαν όλοι.

Κανείς για να το δει πια δεν περνά

η Νιότη του λεν μόνο, η πικραμένη

μʼένα στεφάνι αγκάθινο, συχνά,

ξεπέφτει εδώ, βαθιά συλλογισμένη…( 3 )

Ο Μανόλης Πιταροκοίλης από το χωριό Πάνω Καρουζανώ πήρε μέρος στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο και τραυματίστηκε σοβαρά στην μέση του από βλήμα βόμβας Ιταλικού αεροπλάνου. Την σκηνή του τραυματισμού του περιγράφει ο ίδιος : …μετά την Ερσέκα τραβήξαμε και πιάσαμε τα στενά της Κλεισούρας. Λίγο πιο πίσω απʼτα στενά τραβηχτήκαμε από το δρόμο και μείναμε μέσα σʼένα δάσος. Ήτανε 28 Ιανουαρίου 1941. Το πρωί φανήκανε τα αεροπλάνα και μας βομβαρδίσανε. Πέντε Ιταλικά αεροπλάνα. Μέχρι να το καταλάβομε ότι ήταν αεροπλάνα, μας βομβαρδίσανε κιόλας. Ήμουνα πεσμένος μπρούμητα. Όλοι είχαμε πέσει χάμω. Από την μια και από την άλλη μου μεριά ήταν άλλοι στρατιώτες. Τότε πήρα ένα βλήμα πίσω στην πλάτη. Ήτανε περίπου 10-11 η ώρα. Ο λοχίας μας φώναξε να μην κινηθούμε μέχρι να φύγουνε τʼ αεροπλάνα. Μετά που φύγανε τʼ αεροπλάνα, βγαίνει ο λοχίας απάνω, πιάνει τον ατομικό επίδεσμο που είχα και με επιδένει. Με πήρανε τραυματιοφορείς. Τότε είδα ένα στρατιώτη μας σκεπασμένο με κλαδιά. Μου είπαν ότι τον είχε πάρει η βόμβα και τον είχε κάνει κομμάτια. Από το Θραψανό, τον ελέγανε Πλουμάκη. Και ένας κοντοχωριανός μας από τση Αποστόλους, Σαββάκης, εσκοτώθηκε στον ίδιο βομβαρδισμό. Οι τραυματιοφορείς με πήγανε σε ένα λάκκο και έμεινα όλη μέρα μέσα. Ο λάκκος είχε και νερό και ακουμπούσα στο νερό. Την νύχτα με βάλανε σε ένα αυτοκίνητο και με κατεβάσανε στο ορεινό χειρουργείο. Μου κάνανε εγχείρηση και μου βγάλανε το βλήμα. Ύστερα πήγα στη Μονή Βελά που είχε γίνει νοσοκομείο…

ΛΥΤΤΟΣ

Μακρογαμβράκης Γιάννης του Εμμανουήλ, Ταμπακάκης Ιωάννης του Γεωργίου, Μετζάκης Γεώργιος του Ιωάννου, τα αδέρφια Κονταξάκης Γιάννης – Γιώργης – Μιχάλης του Εμμανουήλ, Μαρκάκης Μανόλης του Μιχαήλ, Παπαδογιωργάκης Αλέκος του Ζαχαρία (λοχαγός), Παπαδογιωργάκης Κωνσταντίνος του Αντωνίου (ανθυπολοχαγός), Φραγκιαδάκης Γεώργιος του Ευαγγέλου, Κασσωτάκης Ιωάννης του Γεωργίου, Κορνελάκης Γεώργιος του Κωνσταντίνου, Παπαδογιωργάκης Γεώργιος του Χαράλαμπου είναι μερικοί από τους Κατοίκους της Λύττου που πολέμησαν τους Ιταλούς.

Κονταξάκης Γιάννης του Εμμανουήλ. Γεννήθηκε στην Λύττο το 1916. Υπηρετούσε στο 43ο ΣΠ. Σκοτώθηκε στο ύψωμα 1178 πάνω από το χωριό Άρτζα Ντι Σόμπρα στις 13 Φεβρουαρίου 1941.

Θάνατε, γιατί με ζυγώνεις;

Το σώμα μου μυρίζει ακόμα

καθώς η νέα χλόη του φθινοπώρου.

Κι οι αρωματικοί θάμνοι του βουνού

τριγύρω μου ανασαίνουν

ο αλάδανος, η ρίγανη και το θυμάρι.

Ω, να μπορούσα εδώ για πάντα νʼαπομείνω,

σε τούτη την ερημική πηγή σκυμμένος,

που όλο χορεύει, αναπηδάει, κι όλο χορεύει.

Θάνατε, τι με ζυγώνεις ;

Τριγύρω μου όλο και πυκνώνει η νύχτα…( 4 )

Παπαδογιωργάκης Γεώργιος του Χαράλαμπου. Γεννήθηκε στην Λύττο το 1912. Στο στρατό υπηρετούσε σαν δεκανέας στο 36ο ΣΠ.

Πέθανε από πολεμικά τραύματα στο ύψωμα 1285 (στενωπός Κλεισούρας ) στις 2 Φεβρουαρίου 1941.

Μας τον φέρανε λαβωμένονε.

Το γέλιο του ίδιο. Τα μάτια, τα χέρια του

δεν έδειχναν τίποτα. Το μέτωπό του ήταν ήρεμο.

Σε λίγο θα πέθαινε. Μας έκανε νόημα

κι εμείς καταλάβαμε.

Πάνω μας χιόνιζε. Σʼόλων τα πρόσωπα

βημάτιζε η θλίψη : κάτι δάκρυα χοντρά

που καίγαν το χιόνι, κρεμιόνταν στα μάγουλα

κι έσταζαν πάνω του. Κι εκείνη την ώρα

πιο ζεστό πράγμα σʼόλο τον κόσμο

δεν ήταν θαρρώ, γιατί χιόνιζε

σʼόλο τον κόσμο.

Είχε το σύμπαν

σκύψει θαρρείς και χιόνιζε κι έκλαιγε

κι έσταζε πάνω στην άσπρη του, ακίνητη

μάσκα. ( 5 )

Ο Μακρογαμβράκης Γιάννης τ. Εμμανουήλ ζει στο χωριό Λύττος και θυμάται : …στον πόλεμο με τση Ιταλούς ήμουνα στο ιππικό.

Όταν εμπήκαμε στην Αλβανία σταματήσαμε σε ένα μέρος που λεγόταν Μπίγλιτσα. Από την Μπίγλιτσα στο Τόλιαρι στου Μπαλαμπάνη το Χάνι. Εκεί χτύπησα ένα Ιταλικό αεροπλάνο.

Είχα το τηλέμετρο. Τα αεροπλάνα φανήκανε 300 μέτρα μακριά μας. Παρετώ τη διόπτρα και πιάνω το πολυβόλο. Άρχιξα να ρίχνω σε ένα αεροπλάνο. Το αεροπλάνο είχε φτάσει κοντά και είδα τον πιλότο, φορούσε ένα άσπρο κράνος. Ήμουνα καλός σκοπευτής. Χτυπούσα λίγο πιο μπροστά από το αεροπλάνο και είδα τη γραμμή που κάνανε οι σφαίρες στο πλάι του. Η γραμμή ήφταξε μέχρι το φτερό. Είδα τον πιλότο που γύρισε την κεφαλή του και κοίταξε. Πήγε 200 μέτρα και ήπεσε το αεροπλάνο.

Στην Τρεμπεσίνα επήραμε διαταγή μια μέρα να βγούμε στο 1923 ύψωμα. Ανεβήκαμε στο ύψωμα και συναντήσαμε 5 μέτρα χιόνι. Ο Λοχαγός μας είπε ότι δεν μπορούμε να σταθούμε και κατεβήκαμε πάλι κάτω. Σε λίγες μέρες έρχεται ένας καινούριος λοχαγός και μας λέει ότι πρέπει να βγούμε πάλι στο ύψωμα. Επήγαινε αυτός μπροστά και πατούσε το χιόνι και μεις ακολουθούσαμε από πίσω. Το ύψωμα αυτό έπρεπε να το κρατήσομε πάση θυσία γιατί αν το παίρνανε οι Ιταλοί θα είχαμε μεγάλες ζημιές. Το πυροβολικό τους μας έβαζε στα τυφλά και οι οβίδες πηγαίνανε στράφι. Από το ύψωμα όμως το 1923 θα μπορούσανε να διορθώνουνε τις βολές και θα μας κάνανε ζημιά.

Αυτά μας τα έλεγε ο Λοχαγός. Στο ύψωμα ήτανε ομίχλη, δυο μέτρα μόνο έβλεπες μπροστά σου. Χιόνι μη τα ρωτάς, πέντε μέτρα ύψος. Αφού εκάρφωνες μέσα στο χιόνι και δεν μπορούσες να βγεις μετά. Όλη τη νύχτα δεν εκοιμούμαστε μόνο κινούμαστε συνέχεια για να μη παγώσομε. Ένας στρατιώτης από την Ελιά επέθανε από το κρύο, τον βρήκαμε το πρωί παγωμένο. Πεθάνανε και δυο τρεις άλλοι. Στο ύψωμα κάναμε οχτώ μέρες.

Πριν από μας το ύψωμα το κρατούσε το Σύνταγμα του Βόλου. Είχε μεγάλες απώλειες από το κρύο. Εμείς τση Ιταλούς δεν τση φοβούμαστε, επολεμούσαμε χωρίς να μας νοιάζει η ζωή μας. Αυτό που δεν μπορούσαμε να κάνομε καλά ήτανε το κρύο. Εχθρός πιο μεγάλος από τση Ιταλούς…

1. Αγγελική Παυλοπούλου: Ο φόβος, ποίημα

2. Κώστας Ουράνης : Είναι κάποια νησιά, ποίημα

3. Κούλης Αλέπης : Σʼ έναν τάφο, ποίημα

4. Μάρκος Αυγέρης : Φωνές της νύχτας, ποίημα

5. Νικηφόρος Βρεττάκος : Ο νεκρός, ποίημα

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ