Το χωριό Αγία Παρασκευή Πεδιάδος ανήκει στον Δήμο Καστελλίου. Είναι ένα από τα μικρά όμορφα χωριουδάκια του Δήμου μας, χτισμένο νοτιοανατολικά του Καστελλίου, στους πρόποδες των Λασιθιώτικων βουνών. Τα σπίτια του λιτά, δένονται αρμονικά με το περιβάλλον και την σκληρή ζωή των ανθρώπων του.

Στο προσκλητήριο της 28ης Οκτωβρίου του 1940, δεν ήταν δυνατόν να λείψουν οι νέοι της Αγίας Παρασκευής. Τα αδέρφια Φραγκιαδουλάκης Στέλιος και Αριστείδης του Γεωργίου, ο Χουρδάκης Δημήτρης του Μιχαήλ, ο Χουρδάκης Μανόλης του Ιωάννου, ο Καινουριάκης Βαγγέλης του Παύλου, ο Χουρδάκης Γεώργιος του Νικολάου, ο Στεφανάκης Μανόλης του Γεωργίου, ο Χουλάκης Κωστής του Νικολάου και ο Χουλάκης Γεώργιος του Μιχαήλ, ήταν οι 9 στρατιώτες που έστελνε το χωριό στο μέτωπο.

Αγώνας για λευτεριά χωρίς θυσία δεν λογίζεται.

Στον πόλεμο αυτό η Αγία Παρασκευή θρήνησε τέσσερα παλικάρια της. Τον Καινουριάκη Βαγγέλη, τον Χουλάκη Γεώργιο, τον Χουρδάκη Μανόλη και τον Χουλάκη Κωστή.

Καινουριάκης Βαγγέλης τ. Παύλου. Μετά την κατάρρευση του μετώπου της Αλβανίας τον Απρίλιο του 1941, οι στρατιώτες της Κρήτης μας (της V Μεραρχίας πεζικού) πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Από τα βουνά της Αλβανίας, όχι με το κεφάλι σκυφτό, αλλά με υπερηφάνεια ότι έπραξαν το καθήκον τους, κατευθύνθηκαν οι περισσότεροι για την Αθήνα. Από τον Πειραιά όσοι βρήκαν πλοιάριο τράβηξαν για την Κρήτη. Ένας μεγάλος αριθμός στρατιωτών μας πέρασε στην Πελοπόννησο. Όλοι έψαχναν μέσον να περάσουν στον τόπο τους, στην αγαπημένη τους Κρήτη. Αλίμονο όμως, οι Γερμανοί καραδοκούσαν. Όργωναν με τα υποβρύχιά και τα καράβια τους το Αιγαίο πέλαγος. Ο Καινουριάκης Βαγγέλης του Παύλου μπήκε μαζί με άλλους σε ένα καΐκι. Όταν ανοίχτηκαν στο πέλαγος, με προορισμό τον νομό Χανίων, ένα γερμανικό σκάφος το βύθισε παρασύροντας για πάντα τους επιβαίνοντες στον βυθό. Ήταν αρχές του Μάη του 1941.

Άνεμε, σύρε με στη θάλασσα

και στα κατάβαθά της, μες στα σκοτεινά

τα πράσινα νερά. Μέσα στα φύκια

να κοιμηθώ.

Κι όταν πια δεν θα είμαι, ώ άνεμε,

φύσα και μες στο φύσημα θύμιζέ με.

Πες σ ʼόσους μʼαγαπήσανε, ότι με πήρες

και χάθηκα και σβήστηκα, και πια

δεν τους θυμούμαι. (1)

Χουλάκης Γεώργιος τ. Μιχαήλ. Στρατιώτης του 43ου Συντάγματος Πεζικού. Έπεσε στο ύψωμα 1116 βορειοανατολικά της Κλεισούρας.

Στις 13 Φεβρουαρίου 1941. Στο χωριό του έχουνε να λένε ότι ο Γιώργης ήταν ένας νέος χωρίς φόβο. Πρώτος στο σημάδι, ριψοκίνδυνος. Αυτή η παλικαριά του ήταν και η αιτία του θανάτου του. Δεν φυλαγόταν. Τι να φοβηθεί, έλεγε στους συντρόφους του. Τους Ιταλούς που το βάζανε στα πόδια ;

Φύλαξε το κλειδί. Είναι του σπιτιού.

Όταν θα πας νʼανοίξεις.

Σε τόπο φύλαξέ το σίγουρο

και κάπου κάπου να το καθαρίζεις.

Δεν πρέπει να σκουριάσει.

Νάναι έτοιμο, μόλις σας πούνε

να γυρίσετε…

Έχω κλειδώσει δυο φορές την ξώπορτα.

Πρέπει να την τραβήξεις προς τα έξω,

μην ξεχάσεις…

Εγώ δε θα γυρίσω, όπως το λογάριαζα.

Εσύ θα πας.

Θα ξαναδείς το περιβόλι και την καρυδιά

που φύτεψα…

Πρόσεχε το κλειδί.

Η αυλή μας θα μοσκομυρίζει

γιασεμιά.

Το κλήμα θαʼχει σίγουρα καρπό…

Και μην ξεχάσεις τα βασιλικά στη γλάστρα.

Θαʼναι όμορφα, χαρά Θεού μες στην αυλή μας.

Μην κλαις.

Μονάχα το κλειδί να το φυλάξεις καλά.

Ξέρεις τι δυσκολία θάχεις αν το χάσεις ;

Που ναʼβρεις μάστορη να σου αλλάξει κλειδαριά,

όταν στον τόπο σου γυρίσεις. ( 2 )

Χουρδάκης Μανόλης τ. Ιωάννου. Ένα άλλος ήρωας του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Τραυματίστηκε από βόμβα Ιταλικού αεροπλάνου στις 3 Μαρτίου 1941. Τα βλήματα της βόμβας του έκοψαν και τα δυο πόδια. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Ιωαννίνων και στις 5 Μαρτίου πέθανε. Ο συγχωριανός του και συμπολεμιστής στην Αλβανία Φραγκιαδουλάκης Στέλιος μαρτυρεί πως καθυστέρησαν να τον πάρουν τον Μανόλη. Είχε μείνει μια ολόκληρη μέρα χτυπημένος σε ένα όρυγμα. Χτυπήθηκε πρωί και μεταφέρθηκε στα μετόπισθεν την νύχτα.

Ο αδερφός του Μανόλη, Χουρδάκης Γιώργης που ζει σήμερα στο χωριό Αγία Παρασκευή λέει για τον αδερφό του :

…είπανε του πατέρα μας ότι ο Μανόλης μας επέθανε στα Ιωάννινα και τον έχουνε θάψει στο νεκροταφείο της πόλης. Κάποια μέρα θα πάμε να τον φέρουμε εδώ στο χωριό. Άλλοι στρατιώτες που πολεμούσαν μαζί με τον Μανόλη μας είπαν πως μια μέρα σε μια μάχη, Ιταλοί είχανε οχυρωθεί σε ένα σπίτι. Οι δικοί μας δεν μπορούσαν να τση βγάλουν από μέσα. Εδέθηκε ο αδερφός μου με ένα σκοινί και κατέβηκε από τον ανηφορά με το αυτόματο. Μόλις επάτησε τα πόδια του κάτω έριξε μια ριπή και σκότωσε μερικούς και οι υπόλοιποι Ιταλοί παραδοθήκανε. Αυτός ήτανε ο αδερφός μου ο Χουρδάκης ο Μανόλης.

Απόψε θα πλαγιάσουμε σε μαλακό χορτάρι,

θα δώσει και θα πάρει

το γλέντι μας παιδιά.

Η αγάπη θέλει φίλημα κι ο πόλεμος τραγούδια,

στην κεφαλή λουλούδια και φλόγα στην καρδιά.

Εμπρός ! Και πιάστε ένα χορό κι ας πούμε αράδα – αράδα,

Η Ελλάδα μας, η Ελλάδα,

τʼαστέρι της αυγής.

Κι ας έρθει ο Χάρος για να ιδεί

με τι κορμιά θα παίξει,

κι ας έρθει να διαλέξει

να πάει τη μαύρη γης. ( 3)

Χουλάκης Κωνσταντίνος τ. Νικολάου. Ο Χουλάκης Κωστής πήρε μέρος σε όλες τις μάχες που έδωσε η V Μεραρχία πεζικού στην Αλβανία. Ακολούθησε η οπισθοχώρηση και βρέθηκε στην Πελοπόννησο να αναζητά σκάφος για να κατεβεί στην Κρήτη. Τελικά ο Κωστής κατέληξε, άγνωστο πως, να μπει με άλλους στρατιώτες μας μαζί σε ένα καΐκι το οποίο μετέφερε στην Κρήτη και πάνοπλους Γερμανούς. Το καΐκι συναντήθηκε με ένα ελληνικό υποβρύχιο, το οποίο το σταμάτησε για έλεγχο. Οι Γερμανοί άρχισαν να ρίχνουν με τα όπλα τους στο υποβρύχιο και ο καπετάνιος του υποβρυχίου μη γνωρίζοντας ότι το καΐκι μεταφέρει και Έλληνες στρατιώτες, το βούλιαξε. Έτσι χάθηκε ο Κωστής Χουλάκης. O αδερφικός φίλος του Χουλάκη Κωστή, Χουρδάκης Μανόλης του Γεωργίου, ο οποίος διέσωσε και την μοναδική φωτογραφία που εικονίζεται ο Κωστής, μας λέει :

…ο Κωστής ήταν άτυχος. Πριν επιβιβαστεί στο καΐκι που τελικά βούλιαξε και τον έπνιξε, είχε μπει σε ένα άλλο καΐκι. Όμως είχε ξεχάσει την χλαίνη του σε σπίτι γειτονικό του λιμανιού και πηγαίνοντας να την πάρει αναχώρησε ο καπετάνιος του καϊκιού. Δεν τον περίμενε. Έτσι μπήκε στο επόμενο που βρήκε για να τον συναντήσει ο Χάρος…

Η θάλασσα στα βάθη της πήρʼένα ναύτη.

Η μάνα του, ανήξερη, πιαίνει κι ανάφτει

στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί

για να επιστρέψει γρήγορα και νάνʼκαλοί καιροί

και όλο προς τον άνεμο στήνει τʼαυτί.

Αλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,

η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,

ξεύροντας πως δεν θάλθει πια ο υιός που περιμένει.

( 4 )

Σήμερα ζει ο τελευταίος από τους μαχητές της Αλβανίας του χωριού Αγία Παρασκευή. Λέγεται Φραγκιαδουλάκης Στέλιος του Γεωργίου και θυμάται :

…με την επιστράτευση εφύγαμε από το χωριό και συγκεντρωθήκαμε στση Αγιές Παρασκιές. Εκεί εντυθήκαμε στα στρατιωτικά και εφύγαμε για τα Χανιά. Από τα Χανιά εμπήκαμε στα πλοία και εφτάσαμε στην Αθήνα. Από την Αθήνα προπατάρηδες επήγαμε μέχρι την Αλβανία. Ένα μήνα επροπατούσαμε για να φτάξομε. Την νύχτα. Την ημέρα ήτανε τα Ιταλικά αεροπλάνα και εκρυβόμαστε. Μόλις εξημέρωνε, όπου εβρίσκαμε τόπο εκοιμούματε, κάνα δυο ώρες, που να κοιμηθούμε με το κρύο. Μόλις βραδιάσει πάλι να συνεχίσομε.

Εγώ ήμουνα στο λόχο του πυροβολικού. Μου χρεώσανε ένα μουλάρι και εκουβαλούσα όλη μέρα πυρομαχικά στα πυροβόλα μας. Τη δουλειά αυτή έκανε τρεις μήνες συνέχεια. Εφόρτωνα το μουλάρι, επήγαινα στα πυροβόλα και ξεφορτώναμε τις οβίδες και ξανά πάλι πίσω την ίδια δουλειά, μέρα νύχτα. Τρεις μήνες συνέχεια. Στις διαδρομές που έκανα πολλές φορές έβλεπα σκοτωμένους Ιταλούς στην άκρα του δρόμου. Την νύχτα εμαζευόμαστε μερικοί και τση θάβαμε.

Μια μέρα ένα αεροπλάνο Ιταλικό μας έριξε βόμβες εκεί που είχαμε τα τσαντίρια μας. Άκουσα ένα σφύριγμα και έπεσε μια βόμβα δίπλα στη σκηνή μου. Ήτανε ζήτημα να έπεσε δέκα μέτρα μακριά. Ίσα ίσα που πρόλαβα και έπεσα χάμω. Τα βλήματα επήρανε τη σκηνή και την κάνανε κουρέλια.

Νερό δεν είχαμε. Άμα θέλαμε να πιούμε νερό και μεις και τα μουλάρια, εβγάναμε ένα λάκκο και περιμέναμε να μαζώξει νερό. Επίναμε πρώτα εμείς και ύστερα εσιμώναμε τα μουλάρια να πιούνε. Εγώ έφταξα μέχρι ένα χωριό που λέγεται Ψάρι. Από το Ψάρι και μέσα δεν επήγε το πυροβολικό μας. Τα υψώματα μπροστά τα είχε πιάσει το πεζικό. Οι Ιταλοί είχανε οχυρωθεί στο Τεπελένι και δεν εμπορούσαμε να τση βγάλομε από κει.

Το πιο μεγάλο κακό που εσυνάντησα στον πόλεμο ήτανε οι ψείρες. Ούτε ο πόλεμος μας φόβισε τση Έλληνες, ούτε οι κακουχίες, η πείνα, το κρύο, ούτε οι Ιταλοί, ούτε τίποτα δε μας ένοιαξε. Μόνο οι ψείρες. Χιλιάδες ψείρες ήτανε απάνω μας.

Τα ίδια παθαίνανε και οι Ιταλοί. Όταν τση πιάναμε αιχμαλώτους είχανε κι αυτοί το ίδιο βάσανο.

Όταν έσπασε το μέτωπο εγυρίσαμε όλοι μαζί πίσω. Επεράσαμε ένα μεγάλο ποταμό, τον Αώο. Γέφυρα δεν είχε. Την είχανε χαλάσει οι Ιταλοί. Εμείς εφτιάξαμε μια γέφυρα με βάρκες και πέρασε ο Ελληνικός στρατός. Εφτάξαμε στο Αγρίνιο. Εβρήκαμε μια αποθήκη του στρατού και είχε κουβέρτες. Πήραμε κουβέρτες, μια ο καθένας, και συνεχίσαμε στην Πελοπόννησο, στο Ναύπλιο. Μέχρι το Ναύπλιο εκατέβασα και το μουλάρι που είχα στο μέτωπο. Στο Ναύπλιο μου το κλέψανε. Από το Ναύπλιο πήγαμε στην Αθήνα. Στην Αθήνα εκάναμε ένα μήνα. Οι Γερμανοί δεν μας επιτρέπανε να κατεβούμε στην Κρήτη. Λαθραία εμείς εβρίσκαμε καίκια και φεύγαμε. Εγώ, ο αδερφός μου ο Αριστείδης, και τρεις από την Κασταμονίτσα ο Σταματογιώργης, ένας Ψαράκης Γιάννης και ένας Καλαϊτζάκης εμπήκαμε σε ένα καΐκι και μας κατέβασε μετά από πολλές δυσκολίες στην Σητεία. Από την Σητεία με τα πόδια εγυρίσαμε πίσω στο χωριό μας. Οι Γερμανοί είχανε καταλάβει την Κρήτη. Πρέπει να ήτανε αρχές του Ιούνη του 1941.

Από τους χωριανούς που επήγαμε στην Αλβανία δεν εγυρίσανε τέσσερις. Ο Βαγγέλης, ο Χουρδάκης ο Μανόλης και δυο Χουλάκηδες.

Ο χωριανός μου ο Χουρδάκης ο Μανόλης ετραυματίστηκε και έμεινε μια μέρα σε ένα χαντάκι. Δεν τον επήρανε αμέσως. Όταν τον επήγανε στο νοσοκομείο ήτανε αργά. Είχε χυθεί όλο του το αίμα.

Θολό βράδυ. Θολά πρόσωπα.

Σταχτιά σιδερόφραχτα πρόσωπα μας έκλεψαν τον ύπνο.

Δίχως φεγγάρι οι φωνές, σημάδεψαν τις καρδιές με θάνατο.

Μέρες που δεν είναι μέρες, ζωή που δεν είναι ζωή.

Θάνατος που στρώνει το τραπέζι του με το θάνατο και τη βροχή.

Δεν έχεις τόπο να κοιμηθείς.

δεν έχεις τόπο να κουρνιάσεις

δεν έχεις τόπο να σταθείς

δεν έχεις τόπο να ησυχάσεις. ( 5 )

1. Γεράσιμου Άννινου : Απόσπασμα από το ποίημα Πάρε με.

2. Αγγελίδου Ξένη : Στερνός λόγος, ποίημα.

3. Στέφανος Δάφνης : Πόλεμος, ποίημα.

4. Καβάφης Κωνσταντίνος : Δέησις, ποίημα

5. Θρακιώτης Κώστας : Απόσπασμα από το ποίημα Ηρωικό μυθιστόρημα

(Συνεχίζεται)