«Σφαγή μεγάλη αρχινά, περίσσιο φωνοκλήσι.

Και τούτη η γιώρα θʼ ακουστεί σ΄ Ανατολή και Δύση.

Και μέσα στον αναβρασμό πʼ ο Χάρος εβρυχάτο,

βροντή, σεισμός εγίνηκε κι ο κόσμος άνω κάτω.

Φωτιά, καπνός και κτίρια, κορμιά κομματιασμένα,

άνδρες και γυναικόπαιδα στα νέφαλα ανεβαίνα.

Τρόχαλος έγινε η Μονή και εσείστη ο Ψηλορείτης

κι αντιλαλούνε τα βουνά κι απʼ άκρη σʼ άκρη η Κρήτη».

Σʼ αυτούς τους εθνομάρτυρες, τιτανομάχους της εθελοθυσίας του Αρκαδίου, απόλυτα ταιριάζουν οι στίχοι του μεγάλου μας Αλεξανδρινού ποιητή Κ. Καβάφη, τους εκφράζουν και τους ανήκουν και σε εκείνους τους αφιερώνω με ευλάβεια, υπερηφάνεια και θαυμασμό:

«Τιμή σʼ εκείνους όπου στη ζωή των

ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.

Και περισσότερη τιμή τους πρέπει

όταν προβλέπουν «και πολλοί προβλέπουν»

πως ο εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,

κι οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε.»

Και δύο στροφές από τον όρκο του Γεράσιμου Μαρκορά, εμπνευμένο από την Αρκαδική τραγωδία και πρωτόγνωρη θυσία:

«Χυμούν απάνω οι δαίμονες τα πάντα πλημμυρίζουν,

σφαγή αρχινούν αλύπητοι και σαν θεριά μουγκρίζουν.

Πλην στον Ηγούμενο με μιας γυρίζοντας το βλέμμα,

εκεί που ορθός στεκότανε κι ήταν γεμάτος αίμα».

Δυστυχώς όμως και αυτός ο αιματηρότατος τριετής ξεσηκωμός με αποκορύφωμα την τραγωδία του Αρκαδίου, δεν είχε άμεσα αποτελέσματα, γιατί οι μεγάλοι μάς καταδίκασαν να περιμένουμε. Χαρακτηριστικό το παρακάτω δημοτικό τραγούδι που εκφράζει το παράπονο και την πικρία των Κρητικών στη Χριστιανική Ευρώπη και περισσότερο στην Αγγλία και Γαλλία για την φιλοτουρκική στάση τους που μας στέρησαν τη λευτεριά και την ένωσή μας με την Ελλάδα:

Είχαμε θάρρος εις εσάς τσι Βασιλείς τσι Φράγκους,

κι εδά μας αδικήσετε κι αφήσετέ μας σκλάβους.

Όποιος ανέβει στα βουνά να κάτσει εις τσι στράτες,

θα δει πουλιά πετουμενα στους δρόμους να περνούσι,

τα κόκαλα των Χριστιανών στʼ αντόδια να βαστούσι.

Όσοι καταλυθήκανε στα όρη και στα δάση,

ποιος είναι που θα σου τσι πει και θα τσι λογαριάσει;

Και η κρητική μούσα που πιστεύει ακράδαντα στη Δευτέρα παρουσία και στη Θεία Δίκη συνεχίζει το παράπονο και το θρήνο:

Σαν έρθʼ ο φοβερός Κριτής όλους για να μας κρίνει,

τα τάγματʼ ούλα τʼ ουρανού τριγύρω νʼ ακλουθούσι,

τα πάθη των Χριστιανών τʼ άδικα να γροικούσι,

θά ʽρθουνε με παράπονο κι οι Κρήτες να σταθούνε

μπροστά στο φοβερό Κριτή τα δίκια τους να πούνε.

Τότε νʼ αποκριθείτε εσείς Αγγλία και Γαλλία

μπρος στον Μεγαλοδύναμο, Δευτέρα Παρουσία!

Το Κρητικό ζήτημα, ευθύς εξαρχής, απετέλεσε μέρος του Ανατολικού ζητήματος με τη Ρωσία να αγωνίζεται για να υποκαταστήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία και να ανοίξει δίοδο προς το Αιγαίο, την δε Αγγλία να προσπαθεί να τη συντηρήσει, για να είναι κυρίαρχη στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, με τη δημιουργία δεύτερου ελληνικού νησιωτικού κράτους (Επτάνησα – Κρήτη – Κύπρος) που θα προστάτευε. «Άδικος, άτιμος είναι ο κόσμος τούτος, άδικοι και άτιμοι είναι οι δυνατοί, ανήμποροι και κακομοίρηδες οι αδύναμοι. Το αίμα της Κρήτης στα κεφάλια σας και στα κεφάλια των παιδιών και των εγγονιών σας».

Βοντοφώναξε πικραμένος και αγανακτισμένος ο μεγάλος Κρητικός, ο δικός μας Καζαντζάκης.

«Το κρίμα των φτωχών και των χηράδων

να κρέμεται στην κεφαλή των Φράγκων»

Ήταν η μόνιμη κατάρα του αδάμαστου Κρητικού λαού, προς τους δυνατούς της Ευρώπης, για την αδιαφορία τους και πολλές φορές εχθρική τους στάση, στο μεγάλο μας το πρόβλημα.

Να τι γράφει ένας αγανακτισμένος Κρητικός σε επιστολή του:

«Ένας χρόνος κοντεύγει μπλειό να σφαλίξει, που δεν εγράψαμε ο γεις του άλλου, αδερφοχτέ μου, για τα περιστατικά τση κακομοίρας τση πατρίδας μας. Θυμάμαι το πούρι, τι σούγραφα πέρισυς τον πρωτογούλι για τσοι Φράγκους και για τσοι Μοσχόβους, πως ποτέ πράμμα δεν θα κάμουσι για μας τσοι Έλληνες, γιατί σταθήκαμε σαν τα ζωντόβολα, εδά και τόσους χρόνους και πιστεύγαμε κι εμείς και το Ελληνικό μας γουβέρνο στσι συμβουλές τωνε, και δεν αγοράσαμε καράβγια και ντουφέκια για να μη χαλάσωμε, λέει, την ησυχία του κόσμου, ώστε που δυνάμωσε η Τουρκική Κυβέρνηση απʼ αρμάδες, κανόνια και ντουφέκια…

…Δεν είναι ντροπή ς τα χρισθιανικά βασίλεια κι ακόμη στο Ελληνικό, να μη νοιώθουνε τόσο μικρό πράμμα, που το νοιώθουνε και τα μικρά κοπέλια; Να τσοι μασκαρεύεται καλέ, η Τουρκική εξουσία, πως τάχατες, εδά που προκήρυξε το σύνταγμα, θα κατασταθή αληθινή ιστορία ς τσοι χριστιανούς; ώφκερα πράμματα κλπ κλπ…»

Με μιας η φλόγα πύρινη υψώθη στα αιθέρια

ξύλα και πέτρες και κορμιά και αποκομμένα χέρια.

Στη λευτεριά παράκληση μες στον αγέρα σμίξαν,

αντιλαλήσαν τα βουνά κι οι ρεματιές βουΐξαν.

Τώρα η αγέρωχη περνά και γράφει ιστορία

πάνω στα σκόρπια κόκαλα, στα σάπια τα κρανία.

Στα ερειπωμένα θολωτά και πέτρινα σου τόξα.

εδώ θρονιάστη κι έζησε παντοτινά η δόξα. Ανδρ. Μάρκελλος.

« Την ταραχή και την σύγχυση που ακολούθησε, την πάλη σώμα με σώμα, την αλλοφροσύνη και τη σφαγή των γυναικοπαίδων, τη συνάθροιση του πλήθους στην πυριτιδαποθήκη και τέλος τη μεγάλη, την κοσμολάλητη στιγμή της ανατινάξεως, που κατάβγασε τον κόσμο με ματωμένο φως και έκανε το Αρκάδι συνώνυμο με τη δόξα.

Και θα αντικρύζουμε ακόμη με τα μάτια της ψυχής μας τη θρυλική μορφή του πυρπολητή, του Κ. Γιαμπουδάκη του ατρμόμητου αυτού παλικαριού, που του έλαχε ο κλήρος να εκτελέσει την κοινή απόφαση για την υπέρτατη θυσία» Μ.Ι. Μανούσακας, Το Αρκάδι Φεβρ. 1977.

«Οι Κρήτες», γράφει ο Κορωναίος, «βλέποντας ότι έφθασεν η ώρα της θυσίας, μετέλαβον από τον Ηγούμενον Γαβριήλ των Αχράντων Μυστηρίων, πρώτου αυτού, και διενεμήθηκαν πάλιν εις τα διάφορα του φρουρίου μέρη, με την απόφασιν να ταφώσιν μετά των εχθρών. Ο εκ του χωρίου Άδελε Ρεθύμνης, οπλαρχηγός Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης, επυροβόλησε κατά της πυριτιδαποθήκης της μονής ήτις και παραχρήμα ανεφλέχθη μετά φοβερού κρότου.» Π. Κριάρη, Ιστορία Κρήτης σελ. 256. Κατά τον Παρθένιον Περίδην: «Η μονή ανετινάχθη εις τον αέρα και υπό τα ερείπια αυτής ετάφησαν γυναίκες μη ατιμασθείσαι, παρθέναι κόραι φέρουσαι μαζί των εις τον τάφον την αγνήν παρθενίαν, μικρά τέκνα αποφυγόντα τον εξισλαμισμόν και γενναίοι πολεμισταί την αιχμαλωσίαν και την σφαγήν». Αριστ. Κριάρη, Η Ιστορία της Κρήτης, 1902, σελ. 263.

Η Ρωμιοσύνη και ολόκληρη η χριστιανοσύνη θρηνούσε για τη μεγάλη αυτή συμφορά και με υψωμένη τη φωνή προς τον ουρανό, αναφωνούσε όπως Αυτός, που εσταυρώθηκε για τη σωτηρία της αμαρτωλής ανθρωπότητας: Ηλί, Ηλί, Λαμά σαβαχθανεί, Θεέ μου, Θεέ μου γιατί με εγκατέλειψες;

«Αυτή η φλόγα, πʼ άναψε μέσα εδώ στην κρύπτη

κι απʼ άκρο σʼ άκρο φώτισε τη δοξασμένη Κρήτη,

Ήτονε φλόγα του Θεού μέσα εις την οποίαν

Κρήτες ολοκαυτώθηκαν για την Ελευθερίαν». Επίσκοπος Τιμόθεος Βενέρης.

Όμως δε χάθηκε το αίμα γιατί πότισε και πάλι το σπόρο της λευτεριάς για να βλαστήσει και να καρποφορήσει. «Το λεύτερο βασίλειο, λέγει ο επιστήθιος φίλος του Καζαντζάκη, Παντελής Πρεβελάκης, στο εξαίρετο έργο του ο Κρητικός, απόστεργιε το σηκωμό γιατί τα ταμεία ήταν αδειανά και ο στρατός του απροετοίμαστος και δεν είχε τα στημόνια να σηκώσει ντουφέκι στο Ντοβλέτι». Οι επαναστάτες είχαν κρεμάσει την τύχη τους στα χέρια του Θεού. Η Κυβέρνηση Κουμουνδούρου, η μοναδική μπορώ να πω, προσπάθησε να βοηθήσει τον Κρητικό αγώνα και με τα πλοία Κρήτη, Ένωση και Αρκάδι εφοδίαζε έστω και πλημμελώς τους επαναστάτες.

Η Ένωση βρισκότανε στην ξακουσμένη Κρήτη,

Στη γη των επαναστατών του γέρο-Ψηλορείτη.

Όταν ξεφόρτωνε κρυφά ντουφέκια και κανόνια

Κι οι κρητικοί τα παίρνανε και μάχονταν με τʼ όρνια.

Δυστυχώς, η απόφαση ήταν ειλημμένη υπέρ της Τουρκίας και στη Διάσκεψη του Παρισιού, το Γενάρη του 1869, ανάγκασαν την Ελλάδα να σταματήσει κάθε βοήθεια προς τους επαναστάτες.

Κι είδον τα ξίφη ερυθρά, πλην φευ, αλλού την νίκην

Τότʼ εκ της μάχης έφυγον με άτιμον συνθήκην. (Παράσχος)

Οι Κρητικοί παρʼ ότι τρία ολόκληρα χρόνια αγωνίστηκαν με αυταπάρνηση και ηρωισμό, που δεν ήταν κατώτερος από άλλες ιστορικές περιόδους του Έθνους, ωστόσο τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα.

Η Κρήτη λέγει… η γη ʽναι της αντρείας,

για ξαναπές το, αντίλαλε ιερέ της εκκλησίας. (Δ. Σολωμός)

Η Κρήτη που για πολλούς αιώνες δέσποζε στη νοτιοανατολική λεκάνη της Μεσογείου, με τα παιδιά της να πρωτοστατούν ανάμεσα στους λαούς αυτούς, σε θέματα εμπορίου, ειρήνης, ευημερίας και πολιτισμού.

Όλος ο κόσμος απʼ τη μια κι η Κρήτη από την άλλη

Ω, την παντέρμη ζυγαριά και Κρήτη δείχνει πάλι.

Εδώ θεωρώ υπέρτατο χρέος μου να θυμίσω στη γενιά μας και στις επόμενες γενιές τη συμβολή του Γάλλου Γουστάβου Φλωράνς (1838-1871), που είχε σταλεί από το μεγαλοφυή ποιητή Βίκτωρα Ουγκώ, το μεγαλύτερο πλάστη γλώσσας και στίχου της Γαλλίας και μεγάλο φιλέλληνα για να βοηθήσει την επανάσταση. Τον Φλωράνς, που ο ακούραστος πλοίαρχος Σουρμελής, του θρυλικού πλοίου «Ένωσις» έφερε με πολλά πυρομαχικά στον ειδυλλιακό όρμο του Μπαλί στις 5 Απριλίου του 1868 για να πάρει μέρος στον αγώνα για τη λευτεριά μας.

Ο Φλωράνς πολέμησε με όλες τις δυνάμεις του κοντά στους μαυροφορεμένους, βρακοφορεμένους, ρακένδυτους και πεινασμένους, αλλά φιλότιμους, φιλόξενους, ευγενικούς και υπερήφανους λεβεντοκρητικούς, για τη λευτεριά και την ένωσή μας με τη μητέρα Ελλάδα.

Ο Γ. Φλωράνς που σαν ήλθε στην Κρήτη, με τις φιλελεύθερες, διαχρονικές και δημοκρατικές του ιδέες, έγινε ένα με τους Κρητικούς, που τον ονόμασαν «Κρήτα πολίτην» (10 Απριλίου 1867) και με άλλο ψήφισμα στις 30 Απριλίου του ίδιου έτους του παραχωρήθηκε το δικαίωμα «του συνδιασκέπτεσθαι μετά της ολομελείας των πληρεξουσίων του τόπου περί παντός αφορώντος το συμφέρον της πατρίδος κατά τον προκείμενον αγώνα αυτής». Ο φιλέλλην έγραψε σύγγραμμα αξιόλογο με τον τίτλο: « Les souvenirs dʼ un Filellene». Π. Κριάρη, Ιστορία της Κρήτης.

Η κρητική γη με τις πιο πλούσιες εναλλαγές της, τον κέρδισε από την πρώτη στιγμή, τον έκανε στοχαστή και ο ασίγαστος πόθος του, για λευτεριά, τον έπλασε σε αδάμαστο μαχητή. Παντρεύτηκε την ιερή κρητική υπόθεση και αγωνίστηκε, πολέμησε, πάλεψε, δίψασε, πάγωσε, πείνασε και μάτωσε για τη δικαίωσή και τη λευτεριά μας. Χωρίς τον πλοίαρχο Σουρμελή και τα 25 ταξίδια του, που ήσαν ταξίδια ανεφοδιασμού των επαναστατών κάτω από δύσκολες και επικίνδυνες συνθήκες, χωρίς την Κρητική παροικία της Σύρου (βάση ανεφοδιασμού του αγώνα) και των Συριανών, χωρίς τους εθελοντές και τους φιλέλληνες και την καθολική συμμετοχή του Κρητικού λαού με τους γενναίους και άξιους ηγέτες τους, η επανάσταση του 1866-69 θα ήταν αδύνατη και θα κατεπνίγετο στο ξεκίνημά της. Οι ήρωες του Αρκαδίου, οι ηγετικές μορφές του Κορωναίου, του Ζυμβρακάκη, του Μ. Κόρακα, του Πετροπουλάκη, των Σκουλάδων, των Κεφαλογιάννηδων, του Κούνδουρου από τον Άγιο Νικόλαο. Του Ιωάννη Παπαμαστοράκη από τη Βιάννο, που έπεσε ηρωικά στην επόμενη κρητική επανάσταση του 1878 πολεμώντας κατά μέτωπο τους Τούρκους στη μάχη της Ιεράπετρας και θεωρείται από τον ιστορικό Β. Ψιλάκη από τις πιο γενναίες μορφές του 19ου αιώνα. Πατέρας του Πρωθυπουργού Γεωργίου Παπαμαστοράκη, που στις 24 Σεπτεμβρίου 1908 κήρυξε την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Του Χαράλαμπου Αγγελιδάκη από το Χάρακα Μονοφατσίου του σημερινού Δήμου Αστερουσίων, γνωστού και από τη μάχη της Λιγορτύνου στις 27/8/1868, που σκοτώθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1868 στα Μάλια. Του Μαστραχά, του Κατεχάκη, του Μαριδάκη, των Λαγουβάρδων, των Χαιρέτηδων, του Αντ. Τρυφίτσου από το Καστέλλι Πεδιάδος, του Κριάρη και τόσων άλλων γενναίων και χαρισματικών μορφών, που με τη μεγάλη απόφαση του κρητικού λαού να ζήσει ελεύθερος ή να πεθάνει, κράτησαν αναμμένη και ζωντανή τη φλόγα της ελευθερίας και για τρία ολόκληρα χρόνια την επανάσταση ενάντια στην οθωμανική αυτοκρατορία και στο κράτος της Αιγύπτου.

Σημαντική επίσης και η συμβολή του Ιλαρίωνα Σκίνερ, Άγγλου δικηγόρου και δημοσιογράφου, ανταποκριτή της εφημερίδας «Ημερήσια Νέα», στην όλη υπόθεση του ιερού μας αγώνα. Ο Σκίνερ ήλθε εδώ και την άνοιξη του 1867, και 6 μήνες μετά τη δαντική τραγωδία του Αρκαδίου, το επισκέφτηκε, συνοδευόμενος από τη γριά Δασκαλάκαινα, που είχε επιζήσει της καταστροφής και το γενναίο αρχηγό Ηρακλείου – Λασιθίου Μ. Κόρακα με τους οπλοφόρους του.

Παραθέτουμε ολίγες μόνο γραμμές για να θαυμάσουμε την τόσο ζωντανή και παραστατική αφήγηση κατά την πορεία του, από τη Βισταγή Μυλοποτάμου, προς το Μοναστήρι του Αρκαδίου:

… «Ενώ εβαδίζομεν προς το Αρκάδιον, είχομεν μεγαλοπρεπεστάτην θέαν των δυτικών ορέων της Κρήτης και διά των υπωρειών της Ίδης βραδέως πορευόμενοι εβλέπομεν κάτωθεν ημών τας συσκίους

κοιλάδας εστολισμένας υπό των ευανθών σπαρτών και περικεκλεισμένας πανταχόθεν υπό πολλών βράχων. Πέραν δε μακράν εφαίνοντο αιωρούμεναι αι υψηλαί κορυφαί των Σφακίων, τινές αυτών εισί τόσον υψηλαί, όσο και το όρος Ίδη. Το Αρκάδιον, που εκτίσθη κατά τον Μεσαίωνα, ήτο το μεγαλύτερον και ωραιότερον των εν Κρήτη θρησκευτικών καθιδρυμάτων. Εισελθόντες λοιπόν διά της μεγάλης αυλαίας πύλης, ευρέθημεν αίφνης εν μέσω σημείων φρικτών, των όσων συνέβησαν τον παρελθόντα Νοέμβριον….Εντός της Μονής κείνται πολλαί δεκάδες πτωμάτων, εκτεθειμένων, ημιχώστων, ακρωτηριασμένων, κεκαυμένων. Τούτο το φρικώδες θέαμα των πτωμάτων αναπαριστά ζωηρότατα εν τη φαντασία ημών το ηρωικόν Αρκάδιον πεπληρωμένον γυναικών και παιδίων, ιερέων και στρατιωτών….

Η υπεράσπισις της Μονής υπήρξε πεισματώδης μεν, αλλά όχι σωτήριος…»

Μετά διήμερον οι Τούρκοι διέρρηξαν παν πρόσκομμα και αιματηρά πάλη επηκολούθησεν εν τη αυλή και τοις δωματίοις. Χειρ ηρωική έθηκεν δαυλόν εν τη πυριτιδαποθήκη και πλήθος πτωμάτων, Τούρκων και Ελλήνων, που καταπλακώθησαν, διεκρίναμεν εν αυτή.

Το γεγονός τούτο είναι έργον ηρωικόν και υπεράνθρωπον».



Αύριο το τελευταίο μέρος