Στον Μπαλί λοιπόν Μυλοποτάμου, σʼ αυτό τον πραγματικό παράδεισο της Κρήτης με τους όρμους και τους ορμίσκους, με τα βαθυγάλαζα πεντακάθαρα, κρυστάλλινα και ήρεμα νερά πρωτοπάτησε ο ηγέτης της Κρητικής Επαναστάσεως στο Ρέθυμνο του 1866-69, συνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος πριν από 140 χρόνια. Στο Μπαλί που σήμερα δέχεται χιλιάδες τουρίστες από όλα τα σημεία της υδρογείου, με τα όμορφα ξενοδοχεία κτισμένα, στην παραδεισένια παραλία, στους λόφους και τους λοφίσκους, στους κόλπους και τους κολπίσκους, θαλασσοφιλημένα, πρόσχαρα, άνετα, φιλόξενα, γοητευτικά και γελαστά, καταχωνιασμένα μέσα στο πράσινο, σε ένα τοπίο σπάνιο και γοητευτικό, κρατούν στοργικά τους επισκέπτες και τους χαρίζουν αξέχαστες μέρες γαλήνης και ξεγνοιασιάς. Στις 6-7 Ιουνίου 1868 στο Μπαλί (από την τουρκική λέξη Balli, που σημαίνει μέλι) εμφανίζεται και πάλι (16ο ταξίδι του) το πλοίο «Ένωσις» υπό τον ατρόμητο Σουρμελή και ξεφορτώνει πολεμοφόδια, 2250 σάκους αλεύρι και άλλα εφόδια για τις ανάγκες των επαναστατών. Στον όρμο της Ατάλης (redoto di Atali κατά τα βενετσιάνικα έγγραφα και χάρτες) αρχαία πόλις και λιμάνι της Ελεύθερνας, σημερινό Μπαλί, στα 1830 είχαν συγκεντρωθεί πολλά γυναικόπαιδα, για να μεταφερθούν στην ελεύθερη Ελλάδα. Όμως γίνανε αντιληπτά από αιγυπτιακά πλοία, που έστρεψαν τα κανόνια τους εναντίον τους, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν πολλά, πριν προφτάσουν να χαρούν τη λευτεριά τους. Και μάλιστα υπό τα βλέμματα των πολιτισμένων Ευρωπαίων, Ρώσων και Άγγλων, που περιπολούσαν με τα πλοία τους εκεί. Από τον ίδιο αυτό γαλήνιο γοητευτικό και φιλόξενο όρμο του Μπαλί, τον Ιούλιο του 1868 το γνώριμο πια και οικείο θρυλικό πλοίο «Ένωσις» παρέλαβε τον έντιμο και γενναίο αξιωματικό, αρχηγό του δυτικού τμήματος της Κρήτης Ιωάννη Ζυμβρακάκη (1818-1913), με τον γραμματέα του Στυλιανό Σταύρου και τους μετέφερε στην Σύρο και από εκεί αυθημερόν στην Αθήνα. Η αποχώρηση του τολμηρού και ανυπότακτου αξιωματικού Ιωάννη Ζυμβρακάκη εσήμαινε το τέλος του αγώνα μετά και τον αποκλεισμό του σωτήριου όρμου του Μπαλί από πολυάριθμες τουρκικές δυνάμεις, που είχαν αντιληφθεί τις κινήσεις των επαναστατών και την επικοινωνία τους με την ελεύθερη Ελλάδα. Ο Σουρμελής πραγματοποίησε το τελευταίο του ταξίδι (17ο) με το «Πανελλήνιο», όμως μετά από ασφυκτικό κλοιό τουρκικών πλοίων αναγκάστηκε να καταφύγει, το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου 1866, στον όρμο των Σφακίων Λουτρό. Ο ατρόμητος αυτός ναυτικός, πραγματικός θαλασσόλυκος, που κουβαλούσε μέσα του Ελλάδα και Θεό, μετά από 10 χρόνια, στο τέλος του ημερολογίου του του 17ου των ταξιδιών του, πικραμένος, απογοητευμένος και αηδιασμένος, για τη στάση των Μεγάλων, που μας στερούσαν ξανά την Ένωσή μας με την Ελλάδα, κατά τη Διάσκεψη του Βερολίνου 1878 προσθέτει: «Ομολογώ ενσυνειδήτως, ότι τους κινδύνους και τας πικρίας, ους κατά τους 17 πλόας υπέστην, τους εθεώρησα πολύ κατώτερους παρά την λύπην την προξενηθείσα μοι εκ της απανθρώπου εκείνης αποφάσεως της εν Βερολίνω διασκέψεως των Δυνάμεων, μη λαβουσών υπόψιν τα χυθέντα αίματα των Κρητών, νικητών καταστάντων κατά την επανάστασιν ταύτη και δικαιωμένων της ελευθερίας των, αλλʼ απεναντίας καταδικασθέντων υπό της ασπλάχνου διπλωματίας και πάλιν να μένουν υπό οθωμανικόν ζυγόν.» Ο πλοίαρχος Νικολ. Σουρμελής αήττητος και αεικίνητος, που κουβαλούσε μέσα του την Ελλάδα και τη λευτεριά της Κρήτης, πέθανε στην πατρίδα του τη Μύκονο στα 1898 ικανοποιημένος, γιατί είχε αρχίσει να ροδίζει και φωτίζει αργά, αργά αλλά σταθερά η αυτονομία της Μεγαλονήσου. Της Κρήτης, που ήταν η μεγάλη του ερωμένη, για την οποία αγωνίστηκε με αυταπάρνηση και ηρωισμό και πραγματοποίησε 42 πετυχημένα ταξίδια (25 κατά την επανάσταση του 1866-69 και 17 στην επανάσταση του 1878).

Την Τρίτη το ξημέρωμα, στις 8 του Νοεμβρίου,

επρεμαζώχτηκε η Τουρκιά στʼ Αρκάδι γύρου – γύρου

Οι πολιορκημένοι, με πρωτόγνωρο ηρωισμό και με τη σθεναρά απόφαση να κρατήσουν την μονή ελεύθερη ή να πεθάνουν και κλεισμένοι πια από παντού, στέλνουν την πρώτη επιστολή στον Κορωναίο: «Εν τη ιερά Μονή Αρκαδίου την 8ην Νοεμβρίου 1866 ώρα 7 μ.μ..

Ευρισκόμεθα εις στενήν πολιορκίαν από το πρωί. Είμεθα δυνατοί και δυνάμεθα να αντέξωμεν, όπως πρέπει. Σας παρακαλούμε όμως να μας δώσετε την βοήθειάν σας, την οποίαν, δεν πιστεύομεν να μας αρνηθείτε ποτέ. Σας περιμένομεν, αρχηγέ μας, και ο Θεός βοηθός.

Η επιτροπή του τμήματος Ρεθύμνης

Καθηγούμενος Γαβριήλ, Γ. Χαιρέτης, Σαουνάτσος, Πορταλιός, Φρούραρχος Δημακόπουλος, κ.ά.»

Τα τελευταία λόγια των «ελευθέρων πολιορκημένων», των γενναίων και ανεπανάληπτων λεβεντοκρητικών, κληρικών και λαϊκών ήσαν:

«Γενναιότατε αρχηγέ, Πάνο Κορωναίε, προφθάσατε μίαν ώραν

ταχύτερον διότι μας έκλεισε και τακτικός και δυνατός στρατός πολύς.

Εν τη ιερά μονή Αρκαδίου την 8ην Νοεμβρίου 1866

Καθηγούμενος Γαβριήλ

Ιωάννης Δημακόπουλος

Εν βία μεγίστη».

Κορωναίος : «Θέλομεν πράξει παν το δυνατόν, όπως έλθωμεν εις βοήθειάν σας, αλλά μη όντες εις θέσιν να σας βεβαιώσομεν περί τούτου, πράξατε ότι η συνείδησις σας υπαγορεύει».

Επιστολές που μετέφερε με γενναιότητα, ασφάλεια και σιγουριά ο Αδάμης Παπαδάκης από το γειτονικό χωριό Πίκρι, αγγελιαφόρος της Μονής και από τις σημαντικότερες και ηρωικότερες μορφές της Αρκαδικής τραγωδίας που τελικά σώθηκε….

Περνάς ταχύς, αψύς, τρανός κι ωραίος

τʼ ασκέρι το λυσσάρικο. Στα στήθια

κρύβεις το μεγάλο θησαυρό, το Γράμμα

γοργόφτερο πουλί, Λιόντας, γενναίος. Κ. Κεδραίος.

Ο Αδάμ Παπαδάκης, αφού εξετέλεσε με επιτυχία την αποστολή του, επέστρεψε κατά τα μεσάνυχτα στο μοναστήρι, για να συνεχίσει τον αγώνα, αδιαφορώντας για τη ζωή του.

Ήταν αμέτρητʼ η Τουρκιά ʽπόξω στο μοναστήρι

Όταν κατέβηκʼ ο Αδάμ από το παραθύρι.

Ήβαλε το σαρίκι του και πήρε το τουφέκι

Και τσι εχθρούς ξεγέλασε μʼ ένα σελαμαλέκι.

Αναμφισβήτητα ήταν γενναία μορφή, με τόλμη και αποφασιστικότητα πρωτόγνωρη και μοναδική.

«Μετά από σκληρή μάχη τριών ημερών και αφού το πυροβολικό εξεβίασε τον πυλώνα, οι Τούρκοι μπήκαν στην Μονή, έσφαξαν όσους βρήκαν… ο ήρωας Κ. Γιαμπουδάκης από το χωριό Άδελε ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη της Μονής, που καταπλάκωσε εκαντοντάδες Τούρκους». Θεοχάρης Προβατάκης

Ο Επίλογος του δράματος, μετά το γκρέμισμα του τείχους της Μονής γράφτηκε στην αυλή του Μοναστηριού, με γιγαντομαχίες, αιματοχυσίες και θυσίες, πολλές θυσίες και με όλους τους πρωταγωνιστές της Αρκαδικής τραγωδίας νεκρούς:

«Ψάλλε, ω Μούσα, τους ευπατρίδας, τους τουρκομάχους του Αρκαδίου

Ψάλλε τας Κρήσσας, τας ηρωίδας, λαβούσας θάνατον μαρτυρίου». Α. Αντωνιάδης

Η «Γενική Συνέλευση» των Κρητών γνωστοποιεί: «… Το επί τρεις ημέρας παραταθέν φρικώδες και απαίσιον δράμα εν τω νέω ηρωικώ Μεσσολογγίω Αρκάδι, εκεί όπου, μη δυνηθέντων των εν αυτώ πολιορκουμένων 250 ενδόξων μαχητών, των μιμηθέντων τους εν Θερμοπύλαις Σπαρτιάτας νʼ ανθέξωσι πλέον εναντίον προσβολής του εχθρού, έχοντος δυνάμεις ανωτέρας και συνεπείς όντες εις τον ιερόν και αμετάτρεπτον όρκον, τον οποίον ενώπιον του υψίστου έδωσαν τού να μην παραδοθώσι ζώντες εις τας χείρας του εχθρού, έθεσαν πυρ και ανετινάχθησαν εις τον αέρα και μετʼ αυτών πλείστα γυνακόπαιδα, και πλέον των 2500 Τούρκων…»

Βράχε θυσίας ιερέ, στα σκόρπια απομεινάρια

ακόμα δεν ξεθώριασαν του έρωτα τα χνάρια

Κάποιων κορμιών που η ψυχή ελεύθερα ετινάχθη

στον ουρανό ξεφεύγοντας απʼ της καρδιάς το άχτι.

Εδώ μια μέρα του χαμού συνάχθηκαν τα πλήθη

Ολόγυρα απʼ το ιερό παλικαρίσια στήθη

ξεσχίζοντας και ακούγεται απʼ το προσκυνητάρι,

του γέρου του καλόγερου της πίστης το τροπάρι.

Μέσα οι μάνες, τα παιδιά, τʼ ανήλικα και οι γέροι

την τελευταία τη στιγμή σηκώνοντας το χέρι. Ανδρέας Μάρκελλος

«Παιδιά μου, κατά το ιερόν Ευαγγέλιον θάνατος δεν υπάρχει, αλλά μετάβασις εις τους ουρανούς. Ας πολεμήσωμεν λοιπόν ηρωικώς και ας μεταβώμεν εις τον Πλάστην με πρόσωπον καθαρόν. Ζήτω ο πόλεμος, ζήτω η Ελευθερία». Είναι τα τελευταία λόγια του γενναίου ηγουμένου Γαβριήλ Μαρινάκη, για να ενθαρρύνει τους αδάμαστους πολεμιστές.

Μουντό το δείλι απλώνει τα φτερά του

κι απʼ το πρωί λυσσομανάει η μάχη.

Φωνές, οχλαβοή, πνοή θανάτου,

όρθιοι στα μετερίζια οι πολεμάρχοι.

Και μες στο χαλασμό η φωνή του Ιμάμη:

«Θα πατηθεί τʼ Αρκάδι πριν νυχτώσει,

κι όποιος Ρωμιός δε θέλει να πεθάνει

ας προσκυνήσει πριν νυχτώσει».

Ο Γούμενος φρενιάζει: «Ποιος προστάζει

κιοτήδες να γενούμε; Όσο και να ʽναι

τ΄ ασκέρι σας πολύ δε μας τρομάζει.

Το Κάστρο Διγενήδες το κρατάνε!! Γ. Καλομενόπουλος

«Όσοι είσαστε έξω, να έρθετε μέσα ογλήγορα. Οι Τούρκοι φθάνουνε και θα κλείσουνε οι πόρτες. Εμείς γούμενε οι γʼ εφτά θα βαστάξουμε το μύλο. Έχουμε κουράγιο. Ευλογάτε μας μόνο.» βροντοφώνησε ο ατρόμητος καλόγερος Ακάκιος Λαγουβάρδος, αποφασισμένος να πεθάνει για το Αρκάδι και τη λευτεριά της Κρήτης.

Η τελευταία πράξη του δράματος παίχτηκε στην πυριτιδαποθήκη με την ηρωική απόφαση του Γιαμπουδάκη να ανάψει τον πυρσό της ελευθερίας, να την τινάξει στον αέρα και να παρασύρει στο θάνατο Τούρκους και Ρωμιούς, Χριστιανούς και Μωαμεθανούς. «Πάλη σώμα με σώμα μέχρις ότου, μη έχοντες ελπίδα σωτηρίας, οι ακατάβλητοι προηγουμένως, αλλά άτυχοι αγωνισταί, έθεσαν πυρ στην πυριτιδαποθήκην διά του ήρωος Κ. Γιαμπουδάκη από το Άδελε… Και έτρεξαν την ίδιαν ημέραν προς βοήθειαν οι οπλαρχηγοί Μυλοποτάμου και Αμαρίου, παπά Μαρουλιανός, Διογένης Μοσκοβίτης, Σιλιγάρδος, Μπαρότσης, Λαγουβάρδος και Βλαστός με τους άντρες τους. Όμως η αδιάκοπος ραγδαία βροχή με βοριά και χιόνι και το πεδινό πυροβολικό δεν επέτρεψαν εις αυτούς να προχωρήσουν πέρα από τη θέση Συκιά». Ιστ. Κρήτης τομ. 4ος σελ. 239 του Βασίλη Ψιλάκη. Από τις σημαντικότερες μαρτυρίες, δε διστάζω να πω, για τον Κωστή το Γιαμπουδάκη ως πυρπολητή, γιατί προέρχεται από τον Κισαμίτη Βασίλη Ψιλάκη (1829-1918), σοφό φιλόλογο, βαθύ γνώστη της γλώσσας και της ιστορίας, χαλκέντερο και βαθυστόχαστο ερευνητή, με σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών, στη Γερμανία και Ελβετία, με ευρωπαϊκή παιδεία, που δεν δέχονταν αβασάνιστα τις ιστορικές πηγές. Σύγχρονος των ιστορικών γεγονότων, που καθόρισαν αποφασιστικά το μέλλον του νησιού μας, που τα έζησε έντονα με την ενεργό συμμετοχή του και τα εξιστόρησεν αμερόληπτα και λεπτομερειακά στην τετράτομη ιστορία του, που αποτελεί μνημείο αθάνατο και αναντικατάστατο μέχρι σήμερα. Υπηρέτησεν, ως φιλόλογος καθηγητής και γυμνασιάρχης στη Σύρο, με μαθητή του τον Ελευθέριο Βενιζέλο, στην Κρήτη και στην Αθήνα.

«Με κόπους και πολλή χαρά, φέρανε την Μπουρμπάδα

και παίξανε τρεις κανονιές την πόρτα εξεβγάλα.

Ο Κ. Γιαμπουδάκης σαν είδε να γκρεμίζεται η μεγάλη δυτική πύλη, αναφώνησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του! «Όσοι δεν θέλουν τον εξευτελισμό και την ατίμωση από τους Τούρκους ας έρθουν κοντά μου στο λαγούμι». «Εγώ Κωνσταντή θα βγω έξω να γλυτώσω. Και μόλις βγήκα έξω ακούστηκε ο πυροβολισμός. Ήμουν δε τόσο κοντά, που ολίγον έλειψε να πεταχτώ στον αέρα».

«Ξάφνου μια λάμψη φαίνεται, ένας σεισμός γροικάται».

Μαρτυρία σοβαρή, σημαντική και καταλυτική, από το διασωθέντα Μανελάκη για τον Κωστή το Γιαμπουδάκη, που είναι όντως ο μεγάλος πυρπολητής, για όσους έχουν διαφορετική γνώμη. Μαρτυρία που επανέλαβε ο ιερομόναχος Γεράσιμος (Ηγούμενος της Μονής Χαλέπας) 6 μήνες μετά, την άνοιξη του 1867, στον υψηλό επισκέπτη της Μονής, Ιλαρίωνα Σκίννερ με τα παρακάτω λόγια: «Ο επιστάτης της Μονής, που ήταν ο Κωστής Γιαμπουδάκης από το Άδελε, έθεσε πυρ στην πυρίτιδα».

«Τα γυναικόπαιδα που στριγλίζανε στην μπαρουταποθήκη είχαν βουβαθεί μονομιάς και κρεμαστεί από τη μορφή του Γιαμπουδάκη. Τονε τήραζαν που γύρισε προσηλιακά και έκαμε τον σταυρό του. Τα σφιγμένα χείλια του δεν παίξανε. Έσυρε από τη μέση του τη κουμπούρα και την άναψε μέσα στο λαγούμι. Η γης ταρακουνήθηκε, και έλαβρισεν απάνω η φωτιά σα νανοιγεν ο Άδης τον καταποτήρα του». Παντελή Πρεβελάκη, Παντέρμη Κρήτη 1946. Και ο Κορωναίος στο ιστορικό αρχείο Κρήτης, στα Χανιά, γράφει: «Ο εκ του χωρίου Άδελε Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης, ως λέγεται επυροβόλησε κατά της πυριτιδαποθήκης της μονής, ήτις και παραχρήμα ανεφλέγη μετά φοβερού κρότου».

Κι αν πέσουνε οι αετοί στη άγια ιδέα

Καθένας από μας τιμή του το ʽχει.

Ομπρός παιδιά Ολόρθη τη σημαία!!

Τι καρτερείς Γιαμπού; Φώναξε τʼόχι.

Ξάφνου μια λάμψη. Πύρινη φιδίσια

Μια φλόγα σκίζει τʼ αλαφρό σκοτάδι

Και του Γιαμπού η φωνή, παλικαρίσια

Να πώς πατιέται άπιστοι τʼ Αρκάδι.

Αληθινή κόλαση, που μόνο ένας Δάντης, ένας Πετράρχης, ένας Βοκάκιος και οι δικοί μας μεγάλοι τραγικοί, Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, θα μπορούσαν να περιγράψουν τις γιγαντομαχίες και τις πολλές ανθρωποθυσίες. «Φίλους κι εχθρούς ο θάνατος σʼ ένα τραπέζι σμίγει.» Γρυπάρης. Στα λαγκάδια, στα βουνά, στις πολιτείες και στα χωριά και σε κάθε ξεσηκωμό, οι γενναίοι Κρητικοί με τους ξεθωριασμένους γκράδες και τα σκουριασμένα γιαταγάνια προχωρούσαν στη μάχη και στη φωτιά σιγοτραγουδώντας: Εμείς και αν πεθάνουμε από τα κόκαλά μας,

θα ξεφυτρώσει η λευτεριά να ʽναι για τα παιδιά μας

ελευθεριά και ένωση είναι το σύνθημά μας

κι η ιστορία με χρυσά θα γράψει τʼ όνομά μας.

Ο καθηγητής μου στη Φιλοσοφική Αθηνών Νικόλαος Β. Τωμαδάκης, βυζαντινολόγος και σοφός ερευνητής γράφει: «Ο Μουσταφάς αφού πρότεινεν εις τους εν τη Μονή να παραδοθούν και έλαβεν αρνητική απάντησιν, επετέθη κατʼ αυτών, κατέρριψε την πύλην δια πεδινού πυροβόλου και εισέρχεται εν αυτή καθʼ ην οι επαναστάται ανατινάσσουν (δια του Κωνσταντίνου Γιαμπουδάκη) την πυριτιδαποθήκην … Η εντύπωσις εκ της τύχης του Αρκαδίου υπήρξεν διά τον κόσμον τεραστία και το όνομα του μοναστηριού συνεδέθη προς το του Μεσολογγίου και της Κιάφας. Το Αρκάδι έγινε σύμβολον…Ο φιλελληνισμός εκινήθη …και ο αμερικανός Σαμουήλ Χάου …κατήλθεν εις Κρήτην με εφόδια και τροφάς και μέγας ενθουσιασμός εγενήθη υπέρ των μαχομένων, υπέρ βωμών και εστιών, Κρητών». Β. Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο 1966

Ο Σάμουελ Χάου, αυτός ο αδάμαστος και ενθουσιώδης νέος, που έθεσε πάνω από τη ζωή του, στο πρώτο άνθισμά της, και την επιστημονική του καριέρα, την ελευθερία των λαών και είναι από τους πρώτους που ήλθε στην επαναστατημένη Ελλάδα του 1821 και με τα φλογερά κηρύγματά του ξεσήκωσε ολόκληρη την Οικουμένη και πρώτα τους συμπατριώτες του Αμερικανούς και προκάλεσε κύμα φιλελληνισμού και σεισμό για το δίκαιο αγώνα μας, που ωφέλησε και δυνάμωσε την επανάσταση.

Ο ίδιος μετά 40 χρόνια, εβδομηντάρης πια, με το ξέσπασμα της Κρητικής Επανάστασης 1866-69 κατέβηκε στην Κρήτη, για να δώσει τα πάντα στον αγώνα για τη λευτεριά μας και την ανακούφιση με εράνους που έκαμε στην Αμερική, των πεινασμένων και ρακένδυτων του νησιού μας.

Εδώ αξίζει να παραθέσομε επιστολή άγνωστου Κρητικού, σε κρητικό ιδίωμα, που απευθύνεται στον ανιψιό του (15-5-1968) και αναφέρεται σʼ αυτό το γεγονός:

«Είδα να μου γράφεις πάλι τη μεγάλη σου χαρά, για το πανηγύρι που κάμανε ʼς την Αμέρικα, για το χατίρι των Κρητικών, και πως ʼμαζώξανε καμπόσα ργιάλια (δολάρια) και ρούχα να μας τα πέψουνε πάλι, με τον καλό Χριστθιανό και πατριώτη μας γέρω-Χάου, όπου ξανάρθε πέρυσις κʼ έφερε ρούχα κι έντυσε τα κοπέλια μας, ψωμί και χορτάσαμε μερικές ημέρες οι κακορίζικοι, οπούμαστανε και τότες απορπισμένοι!

Δόξα νάχει ο Θεός που δε μας αφήνει περίλυπους!

Μεγάλʼ η χάρη σου, Θεέ μου, που φωτίζεις τους καλούς ανθρώπους, από τη μιαν άκρα του κόσμου, να μας διακονίζουν να δυναμώνουμε να πολεμούμε, για την αγάπη σου και για το καλό του κόσμου!

Δεν μπορώ να σου γράψω πόση χαρά πήρε πάλι η καρδγιά μου, χωργιανώ μας, προχθές, που τω νε διάβασα το γράμμα σου πουʼ γραφες για το Βασιλικό λόγο, πούκαμε στη Βουλή ο Βασιλιάς, πως θα ξακολουθήσει το έχνος (έθνος) να ταΐζει τα γυναικόπαιδά μας, γιατί μας είχανε παρτικωμένους κι αποτουδά κι αποπαδά οι μουζεβύρηδες, πως η καινούργια Βουλή θα κόψη το ψωμί των Κρητικών».

Συνεχίζεται