Γράφει ο Μανόλης Γ. Παπαμαστοράκης φιλόλογος, τ. λυκειάρχης

1ο Μέρος

«Όσες φορές η δύσμοιρη η Κρήτη εσταυρώθη,

του γένους εσταυρώνοντο τα όνειρα κι οι πόθοι

Κι όταν αστράφτει και βροντά στης νύχτας το σκοτάδι,

θαρρούμεν ολοζώντανο, πως καίγεται τʼ Αρκάδι

(Κωνσταντινίδης από Γούβες Πεδιάδος)

«Η Κρήτη ολάκερη πήγε και ήρθε σαν να την είχε καβαλήσει πέλαγο μπουρουνιασμένο… Ο αιώνας δεν είχε ξαναδεί τέτοια κόλαση» Παντέρμη Κρήτη, Παντ. Πρεβελάκη.

Δύσμοιρη Κρήτη, πόσο φόρο αίματος πλήρωσες και πληρώνεις για τη λευτεριά σου! Το συνέδριο του Λονδίνου με το πρωτόκολλο της 3ης Φεβρουαρίου 1830, στο όνομα των συμμαχικών δυνάμεων, πρόσφερε το στέμμα του Νέου Βασιλείου της Ελλάδας, στον πρίγκιπα Λεοπόλδο, ο οποίος και αρνήθηκε με το αιτιολογικό ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις και μάλιστα η Αγγλία δεν ικανοποιούσαν το βασικό του όρο, να συμπεριληφθεί και η Κρήτη στο νεοσύστατο ελληνικό Κράτος. Μπροστά στην αδικία, που γινότανε στην Κρήτη ο Λεοπόλδος, δεν δίστασε να θυσιάσει ακόμα και το θρόνο, γιατί πίστευε ότι η εξαίρεσή της θα δημιουργούσε σοβαρότατα προβλήματα στην ομαλή λειτουργία του ελληνικού κράτους.

Να τι γράφει ο πρίγκιπας Λεοπόλδος, στις 9 Φεβρουαρίου 1830, στον δούκα του Ουέλινγκτον: «Ο χωρισμός της Κρήτης από την Ελλάδα, τίποτε το καλόν δεν υπόσχεται δια το νεοσύστατον κράτος.

Έτσι η Ελλάς ακρωτηριάζεται υλικώς και ηθικώς και καθίσταται κράτος πτωχόν και ανυπεράσπιστον. Εάν βελτιωθεί η τύχη των Ελλήνων, δεν είναι πιστευτόν ότι θα παραιτηθούν από την συμπάθειαν προς τους ομοφύλους και ομοθρήσκους.

Η πεποίθησίς μου είναι ότι η Κρήτη δεν είναι δυνατόν να επανέλθει πλέον ειρηνικώς εις την Οθωμανικήν κυριαρχίαν. Πως λοιπόν θα υποταχθεί η χώρα; Η χρήσις των όπλων είναι η μόνη διέξοδος που μένει. Λόγια σοφά και προφητικά για τις μετέπειτα εξελίξεις και μακροχρόνιες αιματηρές περιπλοκές του κρητικού ζητήματος.

«Η Κρήτη σείστηκε απʼ άκρη σʼ άκρη, σαν άκουγε τη σάλπιγγα του Αρχαγγέλου. Τα παλικάρια μπαίνουν αγκαλιαστά στις εκκλησίες, πιάνονταν αλυσίδι μπροστά στο κόνισμα του Δεσπότη Χριστού κι αδελφοσμίγανε , με την ευχή του παπά, τα αίματα τους». (Παντέρμη Κρήτη, Παντ. Πρεβελάκη).

Ο ασίγαστος έρωτας του Κρητικού για την πατρίδα, την οικογένεια, την πίστη και τη λευτεριά, του δίνει φτερά, τον κάνει υπερβολικά θαρραλέο, άκαμπτο και ανυπόταχτο, θηρίο αληθινό και αποφασισμένο να υπερασπιστεί τα ιδανικά του με οποιαδήποτε θυσία.

Κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθεριάς ελπίδα,

κι εφώναζα: ω θεϊκιά κι όλη αίματα πατρίδα! Από τον «Κρητικό» του Δ. Σολωμού.

Αυτή την ξεχωριστή φυσιογνωμία διατήρησε ζωντανή και ανόθευτη, όλα τα δύσκολα χρόνια, που παρέμεινε κάτω από σκληρούς και ανελέητους κατακτητές και με αυτή θα επιβιώσει στις μελλοντικές κοσμογονικές εκρήξεις.

… Τα λασιθιώτικα βουνά και οι σφακιανές μαδάρες

και ανάμεσα ψηλότερος και σαν Πατριάρχης γίγας

ο Ψηλορείτηςα τα βουνά τα πυκνοδασωμένα

σε πλάγια, λάκκες και κορφές κρατάνε των αιώνων

παθήματα, μαθήματα της μοίρας τα δεφτέρια

και της ανθρώπινης βουλής τους δρόμους και τους τρόμους

και των καιρών τις αλλαγές, τις πληρωμές των αιώνων,

σεισμούς, ξεθεμελιώματα και στʼ ακρογιάλια σου όλα,

κι όσα της θάλασσας οι αφροί της Άσπρης τα ραντίζουν,

κι όσα του πέλαου Λιβυκού τα κύματα τα δέρνουν,

όλο λαών ξεβράσματα στα χλωροχώματά σου

κι αράσματα κατακτητών και λημεριάσματα όχλων

αλλόφυλων κι ο Ασιανός κι ο Αφρικανός ο μέγας

ο δαμαστής κυβερνητής των κόσμων, ο Ρωμαίος…

Κρήτη, Βωμοί, βιβλίο πέμπτο, Κωστή Παλαμά

Εγώʼ μαι κείνο το πουλί, που στη φωτιά ζυγώνω,

Καίγομαι, στάχτη γίνομαι, μα πάλι ξανανιώνω..

Αυτός είναι ο Κρητικός στο μεγάλο ξεσηκωμό (1866-69) για πατρίδα, ένωση και λευτεριά.

Δεν την αντέχω τη σκλαβιά στον κόσμο τον απάνω,

και τοʼ χω πίκρα μου να ζω, χαρά μου να πεθάνω.

Η καθημερινή καταπίεση, η αδικία, η καταπάτηση των προνομίων, (θρησκευτικών φορολογικών, δικαστικών κ.ά.) που τους είχαν παραχωρηθεί μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853 – 1856) με το Χάτι Χουμαγιούμ (Λαμπρά Γραφή), αυτοκρατορικό διάταγμα, που ευνοούσε τις υπόδουλες εθνότητες, το αδούλωτο πνεύμα και ο πόθος για ένωση και λευτεριά, που είχαν καλλιεργηθεί και γιγαντωθεί με τα κηρύγματα της μεγάλης ιδέας, έσπρωξαν τους Κρητικούς στη μάχη και στη φωτιά με την ακόλουθη απόφαση:

«Ασκύφου, Αυγούστου 21, η επαναστατική σύναξη: Εμμένοντες καρτερικώς εις τον όρκον ημών του 1821, εμπνεόμενοι από το εθνικόν αίσθημα του ελληνικού μεγαλείου και της εθνικής ενότητος και έμπλεοι ελπίδος εκ του δικαίου του αγώνος ημών, αποφασίσαμε Ένωσιν ή θάνατον και την απόφασιν μας θα την κάμωμε να αληθεύση η δύναμις του κρητικού λαού, ο πατριωτισμός των αδελφών μας των Ελλήνων και η προστασία του παντοδυνάμου Θεού».

Είναι η Κρήτη με δεσμά θραυσμένα εις τας χείρας

με βλέμμα υπερήφανον ως της θεάς της Ήρας.

Και προχωρεί προς την ακτήν με βάδισμα ανάσσης

Το γόνυ κλίνει και φιλεί το κύμα της θαλάσσης.

Θάλασσα, συ, που κοινωνείς με μητρικά εδάφη,

ειπέ εις την πατρίδα μου, ειπέ πως δεν ετάφη.

Το επιτάσσει ο Θεός να σπάσει τα δεσμά της.

Ή ένωσις ή θάνατος είναι το σύνθημά της. (Σ.Γ. Βελίνης)

Απόφαση λιτή, κοφτή, λακωνική, ηρωική και αμετάκλητη, που συγκλόνισε ολόκλήρη τη Ρωμιοσύνη.

Απόφαση, που είχε ως αποτέλεσμα «τρία ολόκληρα χρόνια» να ρέει ασταμάτητα το κρητικό αίμα, για να ποτίζει αχόρταγα το δένδρο της Ελευθερίας, της Ανεξαρτησίας και της Ένωσης.

«Στα ερείπια που φωτά το πρώτο αστέρι,

Κρήτη και δόξα δίνουνε το χέρι».

«Ελευθερία δεν είναι: πέσε πίτα να σε φάω, αλλά ένα οχυρό, που κατακτιέται με αίματα και σάρκες

και μόνο με το σπαθί». Ν. Καζαντζάκης.

«Άλλʼ ότε ήναψʼ ο αγών, ότε μʼ οργήν μεγάλην

τον Τούρκον Κρης εφόνευσε, τον Κρήτα Τούρκος πάλιν». (Αχ. Παράσχος).

Απόφαση, που κυοφόρησε και γέννησε το αρκαδικό δράμα και μεγαλείο, στις 8 Νοεμβρίου 1866, και που η μυρωδιά των καιομένων, γενναίων λεβεντοκρητικών, ανέβηκε στους ουρανούς, για να ευωδιάσει τους κήπους του παραδείσου και απλώθηκε μέχρι τα πέρατα της οικουμένης και συγκίνησε, ξύπνησε και ξεσήκωσε κάθε φιλελεύθερη και ευαίσθητη ψυχή. Κάθε μορφή ωραία, ασυμβίβαστη και δημιουργική, που πιστεύει στο δίκαιο, στην ελευθερία και στην αρετή.

«Ζη τ' Αρκάδι το στερνό του δείλι

Κάθε του πια ελπίδα είναι χαμένη

Παιδιά, γυναίκες, γέροι είναι σκυμμένοι

μπροστά στης Παναγίας το καντήλι» Γ. Καλομενόπουλος

Το Αρκάδι έγινε σύμβολο ηρωισμού, δόξας, προσφοράς και θυσίας. Φωτεινό μετέωρο, που φωτίζει τον Ελληνικό ουρανό, δείχνει το δρόμο που πρέπει να ακολουθούν οι Έλληνες που τους οδηγεί στην ελευθερία και στη ζωή και τους κάνει υπερήφανους, που γεννηθήκανε εδώ.

Μπροστά στο μεγαλείο της εθελοθυσίας του Αρκαδίου κάθε ευαίσθητη ανθρώπινη ψυχή αισθάνεται δέος, υπερηφάνεια και θαυμασμό. Στους ήρωες της Μονής, που μέσα τους κυριάρχησε το όραμα της ελευθερίας και μόνο.

Οι Γάλλοι φιλελεύθεροι με το μεγάλο τους το τέκνο, τον Βίκτωρα Ουγκώ, ξεσηκώθηκαν πρώτοι ενάντια στην αδικία που μας γινότανε. Οι καρδιές τους χτυπούσαν δυνατά και ρυθμικά και ο μεγαλοφυής τους ποιητής έγραψε λόγους και ύμνους, γιʼ αυτήν την τραγωδία, που τους διαβάσανε τους απαγγείλανε και τους τραγουδήσανε σε ολόκληρο τον κόσμο. «Ηρωικοί Κρήτες, καταδυναστευόμενοι σήμερον, αύριον έσεσθε νικηταί!!! Σταθήτε αδάμαστοι. Και με την ψυχή στο στόμα ακόμα θα θριαμβέψετε. Το βογκητό της αγωνίας είναι δύναμη.»

«Τʼ Αρκάδι…ξέρετε παιδιά τι είναι το Αρκάδι;

Είναι το γλυκοχάραμα στης Κρήτης το σκοτάδι.

Είναι το μάννα τʼ ουρανού, που τρέφει τα παιδιά μας.

Είναι της Κρήτης η ζωή το άγιο φυλαχτό της.

Είναι η Ελλάς ολόκληρη μαζί με τʼ όνειρό της».

«Τʼ Αρκάδι που τʼ αγάπησε ο Γαβριήλ περίσσια,

Τʼ Αρκάδι τον εδόξασε, τον έκαμε δικό του».

Στο μεγάλο αυτό προσκλητήριο για την ένωση, το πλούσιο μοναστήρι ήταν χώρος συγκέντρωσης των επαναστατών και οδηγός και ψυχή όλων των επαναστατικών κινήσεων και αποφάσεων των Κρητικών.

Διακόσιοι πενήντα εννιά ήτανε του πολέμου.

Τα όπλα τους σηκώσανε, τους Τούρκους περιμένουν.

Οι Τούρκοι της Κρήτης και οι Αιγύπτιοι του Μουσταφά (Γκιριτλή=Κρητικού, για τη μακροχρόνια παραμονή του στο νησί) λυσσάξανε, πήγαν στο Μοναστήρι να το κάψουνε.

Δευτέρα μέρα έβγαλε διαταγή μεγάλη

Όλη η Τουρκία ν΄ αρματωθεί, να πάει για το Αρκάδι.

Και πάει ο Μουσταφά Πασάς απʼ έξω από το Αρκάδι

και πόλεμο εκάνανε απʼ το ταχύ ως το βράδυ.

Μα οι γενναίοι της Μονής, κληρικοί και λαϊκοί, είχαν πάρει τη μεγάλη απόφαση, να υπερασπιστούν το Μοναστήρι και τα απαράγραπτα και αδιαπραγμάτευτα δικαιώματά τους, παρά τη διαφορετική και αρνητική θέση και στάση του συνταγματάρχη Πάνου Κορωναίου για τους κινδύνους που εγκυμονούσε η παραμονή τους στη Μονή. «Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 1866 έφθασε με τρεχαντήρι του πλοιάρχου από τας Σπέτσας, Λάλε Βασίλη, η Σοφού, ο διορισθείς αρχηγός του τμήματος Ρεθύμνης Πάνος Κορωναίος, ο οποίος αποβιβάσθη εις τον όρμο Μπαλί της επαρχίας Μυλοποτάμου. Ο Γάλλος Γ. Περρώ κρίνων τον Κορωναίον, που ήταν γνωστός και από άλλας στρατιωτικάς επιχειρήσεις, λέγει ότι ήταν στρατιωτικός ανήσυχος, φιλόδοξος, τολμηρός και εφαίνετο ότι διεπνέετο από τον πόθον να γίνει ο Γαριβάλδης της Ελλάδος». Β. Ψιλάκης Ιστορ. Κρήτης τομ. 4ος σελ. 226.



Συνεχίζεται