«Τʼ Αρκάδι έμεινʼ έρημο μαύροι καπνοί το ζώνουν

Λύκοι, τσακάλια, ύαινες και όρνια πεινασμένα,

θένε να φαν τις σάρκες του να τις καταξεσκίσουν».



Η αρκαδική αυτοθυσία, με παγκόσμιες διαστάσεις για το μέλλον του νησιού μας, είχε πρωταγωνιστές: α) Τον ηγούμενο Γαβριήλ Μαρινάκη (1826-1866) από τις Μαργαρίτες Μυλοποτάμου, γενναίο, μεγαλοπρεπή και επιβλητικό, σαν τον Απόλλωνα ωραίο και σαν τον Ηρακλή ρωμαλέο, που ήταν και η ψυχή του Μοναστηριού. Τον ανυπόταχτο και υπέροχο ρασοφόρο, που άναψε εις το Αρκάδι «άσβεστον εστία φωτός και δόξης» υπέρ της αρετής, της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Πράος πετιέται ο γούμενος στην Πύλη,

και λέει: «Αδελφοί μου αγαπημένοι

θάνατο ή σκλαβιά; Σαν αντριωμένοι

αποκριθήτε, μʼ άτρεμα τα χείλη.

«Θάνατος κράζουν όλοι αιώνια Κρήτη!

Και ο Γαβριήλ στο Γιαμπουδάκη γνέφει

και έπειτα τη ματιά στα Ουράνια στρέφει

ευχαριστώ Θεέ δικαιοκρίτη, Γ. Καλομενόπουλος

Μουσταφάς Πασάς»: «Θα προσκυνήσετε, μωρέ, για θα πολεμήσετε;»

Γαβριήλ: «Μα την κοινωνία μου, εδώ θα τα βροντήσουμε όσο να λιώσουμε!»

Τρισάγιο ράσο καλογερικό, ξεθωριασμένο,

με το σταυρό στʼ ατσάλινά σου στήθη.

Έχεις σταθεί το σύμβολο το τρισεβλογημένο

της πίστης και της λευτεριάς στην Κρήτη.

β) Τον Κωνσταντίνο Γιαμπουδάκη, το γενναίο πυρπολητή από το Άδελε, που με την πράξη του είχε νικήσει το φόβο του θανάτου και έγινε σύμβολο και παράδειγμα προς μίμηση. «Νέος χωρικός ηρωικότατος ονόματι Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης εκ των υπηρετούντων εν τη Μονή, εκ του χωρίου Άδελε της Ρεθύμνης, κατήλθεν εις την υπόνομον και πυροβολήσας εις την πυρίτιδα την ανέφλεξε γενόμενος αυτός το πρώτο θύμα.

Εκπυρσοκρότημα φρικαλέον, βολίδων ήχησαν συριγμοί,

οσμανλήδες δεν ζώσι πλέον, ευθύς ηκούσθη νίτρου οσμή.»

Π.Α. Αργυρόπουλος 1933

Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι του Αρκαδίου, που τις τελευταίες στιγμές είχαν συγκεντρωθεί στο λαγούμι, κοντά στον αποφασισμένο Γιαμπουδάκη, πίστευαν ακράδαντα, ότι όποιος πεθαίνει για την πατρίδα, τον δέχεται στους κόλπους της η αθανασία/ Και με αυτό το πιστεύω αντιμετώπισαν το θάνατο χωρίς να λυγίσουν, να κιοτίσουν, να γονατίσουν και να υποχωρήσουν. «Ο Γιαμπουδής αφού κλειδώθηκε με τα γυναικόπαιδα στο θόλο μέσα της πυριτιδαποθήκης και ετοίμασε τις δυο πιστόλες του και περίμενε ήρεμα την ώρα της μεγάλης θυσίας… Ο Γιαμπουδής διακρίνει από το μικρό παράθυρό του το πύκνωμα των Τούρκων και ακούει τις φωνές των, που κτυπούν απʼ έξω, προσπαθώντας να σπάσουν την πόρτα της αποθήκης. Ο Γιαμπουδής περιμένει ακόμα… Όλοι οι Τούρκοι που είναι μέσα στην αυλή θέλουν να μπουν μέσα… Ο Γιαμπουδής έχει τον ηρωισμό να περιμένει. Θέλει να πάρει όσο μπορεί περισσότερες εχθρικές ψυχές μαζί του. Ο Γιαμπουδής κάνει το σταυρό του και αδειάζει τις δύο πιστόλες του πάνω σε δύο ανοικτά βαρέλια μπαρούτι». Ι. Μουρέλλου, Ιστορία της Κρήτης, Τομ. Γ΄, Σελ. 1863-1871, και του ίδιου «Η Ολοκαύτωσις του Αρκαδίου» Εφημ. Ελευθέρα Σκέψις, Αριθ. Φυλ. 1383, 8 Νοεμβρίου 1935. Πληροφορίες που πήρε από την Ελένη Σφακιανάκη από το χωριό Αμνάτο στα 1925, που ήταν μέσα στο μοναστήρι.

Σαν εγεμίσαν οι αυλές κι οι θόλοι γεμισμένοι

τότε ο Γιαμπούς ο Κωνσταντής δε στέκει νʼ ανιμένει.

Δίδει τω λαγουμιώ φωτιά, το τέλος να το κλείσει,

κι ήκαμε και του Μουσταφά κουρμπάνι να δειπνήσει.

Όλη η Κρήτη έφεξε κι όλη φωθιά εγίνη

η γη εσείστη, εμούγκρισε φριχτά την ώρα κείνη.

Ο θάνατος ανάμεσα σε Χριστιανούς και Μωαμεθανούς ήταν φριχτός, πρωτόγνωρος και απρόσμενος, με τα εκαντοντάδες ακρωτηριασμένα, παραμορφωμένα, και αγνώριστα πτώματα στιβαγμένα παντού, σε όλα τα σημεία της Μονής.

γ) Το φρούραρχο της Μονής Ιωάννη Δημακόπουλο (1833-1866) από την Βυτίνα Αρκαδίας, που αυτοπροαίρετα ως εθελοντής, ήρθε να αγωνιστεί εδώ, για τη λευτεριά του νησιού και που εκτελέστηκε με άλλους τρείς εθελοντές.

«Αδέλφια! Φέρνω μήνυμα στʼ Αρκάδι από τη Μάνη,

από το Σούλι, τα Ψαρα κι από το Μεσολόγγι!

είμαστε όλοι μια ψυχή, με μια καρδιά πονούμε». Π. Κεδραίος

Ο θάνατος του Φρουράρχου υπήρξε όσο γίνεται υπερήφανος και μαρτυρικός, διότι αν και τον προέτρεπε η Χαρίκλεια Δασκαλάκαινα να φορέσει τα κρητικά ηρνήθη και είπεν: «Θα αποθάνω φορών τη στολή του Έλληνος αξιωματικού». Β. Ψιλάκη Ιστορία της Κρήτης τομ.4ος

Λεβέντης Έλληνας! Ελεύθερη ψυχή

Εξάγγελος θεϊκός, ελπιδοφόρος,

ήλθες στη σκλάβα ακόμη ετούτη γη

της λευτεριάς αγνός μαντατοφόρος.

Του Ψηλορείτη σʼ έμαθαν οι σταυραετοί

εγίνηκες το πρώτο του φαλκόνι.

Το Μοναστήρι σʼ όρισεν αρχιπολεμιστή

στο χαρεπάλεμα το αντρίκιο που σιμώνει.

Τα οράματα της δόξας της τιμής

σε συνεπαίρνουν μες στο θείο τους μαγνάδι,

Ημίθεος, Γίγας, Κρητικός, εκδικητής

κι εγίνετε ένα, Δημακόπουλος κι Αρκάδι.

Είναι ο νεαρός λεβεντόκορμος ανθυπολοχαγός με τη μεγάλη και χαρακτηριστική γενειάδα, στον οποίο ο συνταγματάρχης Κορωναίος είχε εμπιστευτεί την τύχη της Μονής με τα λόγια: «Θα διαφεντέψεις το Αρκάδι ως την ύστερη πνοή σου». Θα πράξω όπως διατάξεις συνταγματάρχα μου»

«Την τελευταίαν σου βολήν την είχες ήδη ρίψει.

Κʼ εις εκατόν τεμάχια την σπάθην σου συντρίψει».

Ομίλεις έτι κʼ έπεσες υπό πληγάς μυρίας,

Κʼ είνʼ η εσχάτη σου πνοή, πνοή ελευθερίας.

Ενʼ όσω ανθίζει η άνοιξις, ενʼ όσω η Ίδη στέκει,

ο Έλλην δεν θα λησμονεί στεφάνους να σου πλέκει. Αχ. Παράσχος.

δ) Το δάσκαλο Εμμανουήλ Σκουλά από τʼΑνώγεια Μυλοποτάμου, τον ξεχωριστό σε γενναιότητα, πνευματική καλλιέργεια και ψυχικό μεγαλείο, αρραβωνιαστικό της Ανεζίνας, κόρης του Δημήτρη Κεφαλογιάννη ή Κουντοδημήτρη, αδελφό του αρχηγού Μυλοποτάμου Μιχάλη Σκουλά και του Νικολάου Σκουλά, που έπεσε, στις 8 Σεπτεμβρίου 1866, στη μάχη του Αλμυρού Ηρακλείου.

Οι συμπολίτες του πιστεύουν ότι αυτός έθεσε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη, σύμφωνα πάντα α) με δημοτικό τραγούδι που συνηθίζουν να τραγουδούν και που αναφέρεται στη σημαντική παρουσία των Ανωγειανών στο Αρκάδι, κατά την πολιορκία και εκπόρθησή του από τους Τούρκους ανάμεσά τους και ο γενναίος Κούβος (Σωπασής) από τα Λειβάδια.

«Με μια μπιστόλα ασημωτή του Κούντη του Δημήτρη (Κεφαλογιάννης Δημήτρης)

κεντά ο Σκουλάς τον τσεπανέ και σείστηκεν η Κρήτη» (κεντά = πυροδοτεί, τσεχπανέ = πυριτιδαποθήκη), β) σε επιστολή που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αυγή» στις 3 Δεκεμβρίου 1866, που εκδίδονταν στην Αθήνα, διαβάζουμε: «Φαίνεται ότι το μεγαλύτερο μέρος των όπλων κατήντησεν άχρηστον και ο κίνδυνος αυτών εμεγαλύνετο… Η απόφασις εγένετο και την εκτέλεσιν αυτής ανεδέχθη, εις νεανίας Κρης, Σκουλάς ονομαζόμενος… Ένεκα της καταπαύσεως του πυρός των πολιορκουμένων, πολλοί Τούρκοι είχαν συσσωρευθή περί την μονήν και εντός του προαυλίου. Τότε, ο μικρός Καψάλης, εξετέλεσε την αποστολήν του πυροβολήσας εντός του βαρελίου πυρίτιδος… Ο βρόντος ήτο φρικώδης και εις μεγάλην απόστασιν τα πτώματα μετά της στέγης εξετινάχθηκαν κεκαυμένα. Οι τοίχοι διερράγησαν και εκρημνίσθηκαν…». Δυστυχώς όμως η επιστολή είναι ανυπόγραφη και καταλήγει με το «Σε ασπάζομαι» και τα γράμματα Α.Μ.Ν.Ω. Ωστόσο ο άγνωστος επιστολογράφος υποστηρίζει ότι οι πληροφορίες του είναι ακριβείς, γιατί προέρχονται από Τούρκους και τον Derché γ) στην υπʼ αριθμό 284 έκθεση του υποπρόξενου της Ελλάδας στην Κρήτη κ. Μπαρουξάκη, που είχε σταλεί στις 21 Νοεμβρίου 1866 στον τότε Υπουργό Εξωτερικών Επαμεινώνδα Δεληγεώργη και που το περιεχόμενό της, ακόμα και χρονικά, ταυτίζεται πέρα για πέρα με το κείμενο του άγνωστου δημοσιογράφου από τα Χανιά, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αυγή» 3-12-1866. Είναι η έκθεση που επικαλείται ο καθ. Παν/μίου Ιωαννίνων Απ. Παπαϊωάννου, για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του ότι πυρπολητής της πυριτιδαποθήκης στο Αρκάδι, είναι ο Εμμ. Σκουλάς από τα Ανώγεια και δ) σε άλλες πηγές και μαρτυρίες δευτερεύουσας σημασίας, που δεν τις θεωρώ αξιόπιστες, δεν αντέχουν στην ιστορική βάσανο και για τις οποίες ο μεγάλος μας ιστορικός Θουκυδίδης θα επαναλάμβανε το περίφημο εκείνο απόφθεγμά του: «Ούτως αταλαίπωρος τοις πολλοίς η ζήτησις της αληθείας και επί τα ετοίμα μάλλον τρέπονται».

Και τόσους άλλους επώνυμους και ανώνυμους ήρωες, που με τη θυσία τους βροντοφώνησαν, δίδαξαν και διακήρυξαν σε ολόκληρη την οικουμένη, ότι τίποτε δεν αξίζει περισσότερο σʼ αυτό τον κόσμο ούτε η ζωή στο πρώτο άνθισμά της, όσο η ελευθερία του ανθρώπου:

«Ένας Δημήτρης Σκορδαλός από τσι Μαργαρίτες

εφώναξε των αλλωνών, να μην παραδοθείτε.

Σαν άνδρας εγεννήθηκα, σαν άνδρας θα πεθάνω,

μα εγώ στου Μουσταφά πασά αζωντανός δεν πάω».

«Κάλλιο σκοτωμένοι παρά τουρκεμένοι»

«…Την επομένην 9 Φεβρουαρίου στα τείχη της Μονής ανοίχτηκαν ρωγμές και οι Τούρκοι μπήκαν στον περίβολο της Μονής. Τότε, ενώ άλλοι σκοτώνονταν πολεμώντας σε διάφορα σημεία της Μονής, ο Γιαμπουδάκης τινάζει την πυριτιδαποθήκη μαζί με όλους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ενώ ο ηγούμενος Γαβριήλ έπεφτε νεκρός στα σκαλοπάτια του ηγουμενικού. Οι ψυχές όλων τόσο των Κρητών αγωνιστών, όσο και των άλλων Ελλήνων, τινάχτηκαν σύγκορμα από την έκρηξη, που προκάλεσε η πιστόλα του Γιαμπουδάκη, αλλά και φωτίστηκαν από την λάμψη της έκρηξης αυτής». Ι. Μαμαλάκη, Κρητική Επανάσταση, 1866-69, Χανιά 1983.

Αδιαμφισβήτητα οι «ελεύθεροι πολιορκημένοι» της ηρωικής Μονής, είχαν νικήσει το θάνατο σε όλες του τις διαστάσεις και επαναφέρανε και ζωντανέψανε σκηνές από το Σούλι και από το Μεσολόγγι.

«Ο κόσμος των ιδεωδών ποτέ δεν αποθνήσκει

Και την αθανασίαν του στο θάνατον ευρίσκει».

Ο θάνατος, για τις ευαίσθητες, δυνατές και ανυπόταχτες ψυχές, είναι το ισχυρότερο κίνητρο και το δριμύτερο διεργετικό για αγώνες και θυσίες. Είναι το κίνητρο που γέννησε το: «Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν», το «μολών λαβέ» του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες και τη νίκη στις Πλαταιές. Είναι το διεργετικό, που μέθυσε τον μαρμαρωμένο βασιλιά, Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο, να πέσει ως τελευταίος στρατιώτης στη βασιλεύουσα βροντοφονώντας μέχρι τα πέρατα της οικουμένης: «Το δε την πόλι σοι δούναι ουτʼ εμόν εστίν, ουτʼ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη, κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών».

Ο Κωνσταντίνος, που θυσιάζεται συνειδητά στο τελευταίο ανάχωμα του ελληνισμού και της ορθοδοξίας, που για έντεκα αιώνες ήταν το προπύργιο και ο κυματοθραύστης όλων των βαρβαρικών ορδών. Ο Κωνσταντίνος που την παραμονή της Άλωσης ονόμαζε τους συμπολεμιστές του απογόνους Ελλήνων και Ρωμαίων και την Πόλη «ελπίδα και χαρά πάντων των Ελλήνων» και που την ώρα εκείνη θεωρούσε πρώτιστα τον εαυτόν του βασιλέα των Ελλήνων και έπεσε ηρωικά «επί των επάλξεων». Έτσι διατηρήθηκε ανόθευτη, στο δούλο γένος, η εθνική του συνείδηση, που ξεσηκώθηκε, μετά από τέσσερις αιώνες σκληρής δουλείας και τυραννίας, σαν έφθασε το πλήρωμα του χρόνου. Οφείλαμε να γνωρίζομε ότι η εθνική μας υπόσταση και φυσιογνωμία που γαλουχήθηκαν και γιγαντώθηκαν με σκληρούς αγώνες και ποταμούς αιμάτων πρέπει να διαφυλαχθούν και να παραδοθούν ανόθευτοι στις επόμενες γενιές.

Διότι οι ολιγάριθμοι λαοί, όπως ο Ελληνικός, πρέπει να βρίσκονται σε εγρήγορση με νέους αγώνες αν χρειαστεί και με ισχυρές αντιστάσεις, γιατί οι μεγάλοι καραδοκούν την ευκαιρία να τους εξαφανίσουν με τη δύναμή τους ή να τους αφομοιώσουν με τα γνωστά και συνεχή κηρύγματα της παγκοσμιοποίησης.

Είναι το ίδιο μεθυστικό ποτό, που γαλούχησε και γιγάντωσε το Σούλι, το Μεσολόγγι και το Αρκάδι, αιώνια σύμβολα τιμής, αντρειοσύνης και αυτοθυσίας, που καθαγίασαν την εθνική μας συνείδηση και την αγάπη μας προς την εθνική ελευθερία. Είναι το ποτό που αφιόνισε και αφιονίζει κάθε φιλελεύθερη ψυχή όπως του ποιητή Λορέντζου Μαβίλη, που στα 1897 ήλθε στο πολύπαθο νησί μας, πολέμησε με αυταπάρνηση και ηρωισμό για τη λευτεριά μας και το Φεβρουάριο του ίδιου έτους του αφιέρωσε το όμορφο και προφητικό του σονέττο:



«Πλήρωμα χρόνου»



Οι Τούρκοι είναι θεριά, δεν είναι ανθρώποι

για χιλιοστή φορά πάλι σηκώσου

-το τρισένδοξο το θέλει ριζικό σου-

θεριά να σφάξεις που τα θρέφει η Ευρώπη.

Πολύ ψηλά, κει που δεν φτάνει τόπι

αφορεσμένου Τούρκου, Φράγκου ή Ρώσου,

Είναι στημένο τʼ άγιο φλάμπουρό σου

Στου ιδανικού το ουράνιο κατατόπι.

Και αν σε κρατούν πισθάγκωνα δεμένη

κι αν χίλια μύρια βάσανα παθαίνεις

μα στο τέλος θε νά βγεις κερδισμένη,

είσʼ αίμα ελληνικό και δεν πεθαίνεις.

Αν είναι ένας Θεός δικαιοκρίτης

σύ θα το δείξεις Λευτεριά της Κρήτης.

Το ίδιο ακριβώς διεργετικό μέθυσε τους Έλληνες στην Αλβανία, στη μάχη της Κρήτης και στην Εθνική Αντίσταση με τα γνωστά σε ολόκληρο των ελεύθερο κόσμο αποτελέσματα ηρωισμού και θυσίας ενάντια στις φασιστικές δυνάμεις του άξονα, του σκότους, του κακού, της συμφοράς, της φωτιάς, του τρόμου και του ολέθρου.

«Είμεθα αγωνιστικόν έθνος. Δεν υπήρξε περίοδος της ιστορίας κατά την οποίαν να μην εκρίνετο αυτή αύτη η ύπαρξίς μας. Εάν οι πρόγονοί μας δεν είχαν βαθείαν εθνικήν συνείδησιν, το όνομα της Ελλάδος θα είχε από πολλού παρασυρθεί από τον χείμαρρον του χρόνου? ο έντονος εθνισμός διʼ ημάς τους Έλληνας δεν είναι ούτε κοινή οίησις, ούτε τυχαία ιδιοτροπία? είναι βιολογική ανάγκη. Και κατά τον πρόσφατον χρόνον χάρις εις τον εθνισμό μας εσώσαμεν τα ιερά και τα όσια και υπάρχομεν σήμερον ως ελεύθερον έθνος. Αλλά πρέπει να ομολογηθή, ότι εις πολλάς ψυχάς των νέων της εποχής μας η κρίσις υπήρξε βαθεία και είναι ανάγκη να εφελκύσωμεν την προσοχήν των εκπαιδευτικών επί του γεγονότος, ότι δεν θα αποτρέπονται τοιαύται κρίσεις, εφόσον ο εθνισμός ημών δεν καταστεί βαθύτερος και ουσιαστικότερος. Ο εθνισμός προϋποθέτει επίγνωσιν πάσης εθνικής αξίας, επαφήν με το πνεύμα της ιστορίας και συνταύτισιν με αυτό. Άλλως ο εθνισμός μένει χωρίς ρίζας, περιορίζεται εις άσματα και παρελάσεις σημαιοστολισμούς και δεν χαράσσεται με ανεξίτηλα γράμματα εις τας καρδίας των παιδιών μας». Κων/νου Τσάτσου, Ελληνική Πορεία.

Συνεχίζεται