Λαοί, που με το τραγούδι οδηγούνται προς το θάνατο, για την υπεράσπιση των αιώνιων και πανανθρώπινων αξιών, με το τραγούδι οδηγούνται στη ζωή και στην αθανασία.
Χαίρεστε άντρες, χαίρεστε, χαίρεστε πολεμάρχοι,
μα τούτʼ η μέρα θα γραφτεί και πάντα δόξα θα ʽχει.
Χαίρεστε άντρες, χαίρεστε, χαίρεστε παλικάρια,
μα ο πόλεμος εδόθηκε στσʼ άντρες και στα λιοντάρια. (Π. Βλαστού)
Λευτεριά είναι το κύριο γνώρισμα του Κρητικού και αυτή αποτελεί τη βάση της ύπαρξής του. Και ύπαρξη χωρίς λευτεριά δε νοείται.
Ελευθεριά για ʼσένα ζω, για ʼσένα υποφέρω,
κι αν δε σε βρω εδώ στη γη, αλλού θα σε γυρεύω.
Ο θάνατος, αυτός ο σκληρός, μόνιμος και απειλητικός συνοδός της ζωής μας, είναι προτιμότερος για τους Κρητικούς από τη στέρηση της λευτεριάς τους. Λευτεριά και Κρητικοί ζυμωθήκανε μαζί. Να γιατί οι Κρητικοί δε σταμάτησαν ποτέ, παρά τους κινδύνους και τις σφαγές και τις άλλες τρομερές συμφορές, να αγωνίζονται για ελευθερία, ανεξαρτησία και ένωση. Οι εξισλαμισμοί, οι εξανδραποδισμοί, οι πωλήσεις στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής, στάθηκαν ανίκανοι να κάμψουν το αγωνιστικό φρόνημα του κρητικού Λαού, για ελευθερία , ανεξαρτησία και ένωση, με την ακλόνητη πίστη ότι ο Τούρκος θέλει ένα ξεσηκωμό για να τάξει ένα πράγμα και ένα δεύτερο για να βγει στο λόγο του. «Θέρος, τρύγος, πόλεμος… μουρμούρισε. Θέρος, τρύγος, πόλεμος, κατακαημένη μάνα! Κι ο νους του αγκάλιασε πονετικά την Κρήτη. Την αγαπούσε σαν ένα πράμα ζωντανό, ζεστό, πού ʽχε στόμα και φώναζε, και μάτια κι έκλεγε, και δεν ήταν καμωμένη από πέτρες και χώματα κι από ρίζες δέντρων, παρά από χιλιάδες παππούδες και μάνες που δεν πεθαίνουν ποτέ τους παρά ζουν και μαζεύονται κάθε Κυριακή στις εκκλησιές και αγριεύουν κάθε τόσο, ξετυλίγουν μέσα από τα μνήματα μια θεόρατη σημαία και πιάνουν τα βουνά. Κι απάνω στη σημαία ετούτη, χρόνια σκυμμένες οι αθάνατες μάνες, έχουν κεντήσει με τα κορακάτα και γκρίζα και κάτασπρα μαλλιά τους τα τρία αθάνατα λόγια:
Ελευθερία ή Θάνατος
Τα μάτια του καπετάν Μιχάλη θάμπωσαν; όταν ήταν ολομόναχος και συλλογίζουνταν την Κρήτη, δεν ντρέπονταν κι έκλεγε. Κακομοίρα μάνα, μουρμούρισε πάλι, κακομοίρα μάνα…»
Από τον «Καπετάν Μιχάλη» του Νίκου Καζαντζάκη.
Σʼ αυτούς τους αγώνες και τις θυσίες, τους ηρωισμούς και τις τιτανομαχίες και στην πνευματική μας υπεροχή, δε διστάζω να πω, οφείλομε, αναμφισβήτητα, την επιβίωση και την ύπαρξή μας μέσα στην ιστορία. Η ανδρεία είναι μια κορυφαία αρετή, που ξεχωριστή θέση κατείχε στις ψυχές των Ελλήνων από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα.
Σκλάβος δε ζει ο Κρητικός, το ξέρουν οι εχθροί μας,
γιατί ʼχομε πολιτισμό παλιό μες την ψυχή μας.
Και η δασκάλα Ερασμία Κουμάκη-Παπαμαστοράκη, καμωμένη από χώμα και αλάβαστρο της Κρήτης για να μη λυγίζει στις καταιγίδες, «παρρησίας και αληθείας φίλη», υπερήφανη, άφοβη, αδέκαστη με περισσή αγάπη και θαυμασμό στη γενέθλια γη, σιγοψιθυρίζει:
Η Κρήτη είνʼ ένα δεντρί ξεχωριστό και μόνο,
που αναβλύζει λευτεριά, παρηγοριά στον πόνο.
Κρήτη παράδεισε της γης, αδούλωτη στο χρόνο
γεννήτρα του πολιτισμού, βασίλισσα σε θρόνο.
Είσαι το κρινολούλουδο που δεν υπάρχει άλλο
να δίνει τόση μυρωδιά και λευτεριά στο σκλάβο.
Ετσι την τραγούδησε με τις ευαίσθητες χορδές της ποιητικής της λύρας.
Η Κρήτη του ήρωα ποιητή Μαβίλη που ήλθε κοντά της, την αγάπησε ξεχωριστά και πολέμησε για τη λευτεριά της και γνώρισε τη θλίψη του ξεσηκωμού και έζησε τη φιλοξενία της, τα όνειρά της, την ομορφιά της και την παλικαριά της, που την ξεχωρίζουν από άλλους τόπους και της χαρίζουν μια ιδιαίτερη νότα γοητείας, ευγένειας και αρχοντιάς.
Σαν το γάλα της Αίγας Αμάλθειας
θρέφει θεούς και το φιλί μου εμένα.
Ελάτε να χαρείτε μεσʼ της θείας
αγκαλιάς μου το σφίξιμο ενωμένα,
πρόσφυγες της ζωής, δώρα άγια τρία;
θάνατο, αθανασία κι ελευθερία.
Οι Κρητικοί που την Τουρκιά θερίζουν, αδάμαστοι κι απτόητοι χωρίς να χαμπαρίζουν.
Η Κρήτη και οι Κρητικοί που ξεχωριστή θέση κατέχουν στην Ομηρική ποίηση:
Μέσα στο χρυσοκόκκινο το πέλαγος στη μέση,
βρίσκεται μια λουρίδα γης που Κρήτη τηνε λέσι
κι όμορφη, πλούσια περισσή, περίβρεχτη, μα κι είντα
αμέτρητον έχει λαό και πόλεις ενενήντα.
Γλώσσες ανάκατες μιλούν κι άλλη σε κάθε τόπο
ζουν Αχαιοί, μα κι άλλα ζουν γένη κι άλλων ανθρώπω.
Έχει και βέρους Κρητικούς, περήφανοι κι απού ʼναι
και Δωριείς σε τρεις φυλές, που διηρημένοι ζούνε.
Και Πελασγούς τους θεϊκούς και Κύδωνες. Μα πάλι
έχει κι ακόμη την Κνωσό, την πόλη τη μεγάλη.
Χρόνους εννιά που ʼχεν εκειά ο Μίνως βασιλεία
οικείος συνομιλητής με το μεγάλο Δία.
Ομήρου Οδύσσεια, Ραψ. Τ. Μετάφραση Γ. Ψυχουντάκη.
Οι Έλληνες και μάλιστα οι Κρητικοί, είναι θηρία αδάμαστα από τη φύση τους και περιμένουν την ευκαιρία για να θέσουν σε ενέργεια τα δόντια και τα νύχια χάριν της ελευθερίας τους.
«Ο Γιαμπουδάκης το δαυλό, βαστά στη μια του χέρα,
δίδει στη μπαρουτιά φωτιά και βγαίνει στον αέρα.
Η Κρήτη όλη σείστηκε και τα βουνά κι οι λόγγοι,
θαρρώ τʼ Αρκάδι πέρασε κι αυτό το Μεσολόγγι».
…Ο Γιαμπουδάκης έτοιμος περιμένει να βρει την ευκαιρία που ήθελε και την βρήκε. «Αδειάζει την πιστόλα του στα βαρέλια και τα μπαρούτια και ο τσεπανές μαζί με τα γυναικόπαιδα πετούν στον αέρα. Μια βροντή τρομερή ακούεται και μια αστραπή ασυνήθιστη ξεχύνεται, φωνές και αλαλαγμοί παντού ακούονται».Ανδρέας Εμπειρίκος από το Πίκρι Ρεθύμνου μάρτυρας του Ολοκαυτώματος
«Ο δε Κύριος το Πνεύμα εστίν ου δε το Πνεύμα Κυρίου εκεί ελευθερία»
Απ. Παύλος προς Κορινθίους
Ελεύθερος πλάστηκε ο Κρητικός από τον Ουράνιο Πατέρα και με ελεύθερη τη συνείδηση και τη σκέψη υπερασπίζεται τις υπέρτατες αιώνιες αξίες. Για του λόγου το αληθές παραθέτω αυτούσια επιστολή συμπατριώτη μας, που έδρασε στην τρίχρονη επανάσταση 1866-69 και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από τον επιστήθιο φίλο μου, αείμνηστο Νικ. Οικονομάκη, φιλόλογο επιφανή, γενικό επιθεωρητή, εντρυφή ερευνητή και γνώστη της Αραβικής:
Αριθμ. 112
Προς την αξιότιμον και φιλογενή Επιτροπήν των Συντεχνιών
Διατελών εν τη πατρίδι μου Κρήτη δημοδιδάσκαλος εφʼ ικανά έτη πριν η μεν εκραγή η επανάστασις εξηκολούθουν διεγείρων και παροτρύνων τους συμπατριώτας μου επί το μέγα και επικίνδυνον τόλμημα της επαναστάσεως, αφού δε εξερράγη η επανάστασις έδραμον εις εκ των πρώτων εις εκπλήρωσιν καθήκοντος τόσω του ιερού, αφʼ ενός μεν διαφλεγόμενος υπό του αισθήματος της φιλοπατρίας και αφʼ ετέρου ίνα δώσω πρώτος το παράδειγμα των όσων επηγγελόμην εις τους συμπατριώτας μου. Δυστυχώς όμως συλληφθείς αιχμάλωτος μετά την εν Κασταμονίτσα ατυχή μάχην, εν ταις ανατολικαίς επαρχίαις, μετήχθην εις Ηράκλειον και απανθρώπως ερρίφθην υπό του εχθρού εις την ειρκτήν. Ευκόλως δύνασθε να συμπεράνητε οίας τυραννίας και ύβρεις και κακώσεις υπέφερον καθʼ όνον το διάστημα της καθείρξεώς μου. Αλλʼ εις ουδέν ταύτα λογίζομαι απέναντι της ελευθερίας της πατρίδος μου.
Μαθών δε τα περί εμέ ο γηραιός πατήρ μου, έδραμεν αμέσως εις Ηράκλειον και κατʼ απαίτησιν της Τουρκικής αρχής δούς εγγύησιν του ότι δεν θα εξέλθω του φρουρίου και θέλω απέχω της επαναστάσεως κατώρθωσε την αποφυλάκισίν μου, υπό τον όρον νʼ απέλθω όπου αν θελήσω εις μέρος τουρκικόν ουχί όμως εις τον Μωρέαν. Εξορισθείς ούτω ενταύθα προ δύο περίπου μηνών δια τουρκικού πλοίου, μάτην επροσπάθησα να εύρω εργασίαν τινά οιανδήποτε ίνα ζήσω έστω και δια ξηρού άρτου, ώστε αναγκάζομαι να περιφέρομαι ένθεν κακείθεν απαιτών από τους συμπατριώτας μου τα προς τροφήν, και τούτο με μεγάλην δυσκολίαν ως εκ της τοπικής δυστυχίας. Προστρέχων ήδη εις την υμετέραν φιλογένειαν θερμοπαρακαλώ Υμάς ίνα προαιρετικώς με συνδράμητε προς ανακούφισιν της συμφοράς μου καθʼ οιονδήποτε κρίνητε τρόπον, είτε δηλ. παρέχοντές μοι μηνιαίαν τινά συνδρομήν μέχρις ου δοθή τέλος αίσιον εις τον αγώνα της Πατρίδος μας, είτε προμηθεύοντές μοι παραδόσεις όπως δια της εργασίας μου ζήσω χωρίς να γίνωμαι βάρος εις τους ομογενείς.
Υποσημειούμαι μετά της προσηκούσης υπολήψεως προθυμότατος
Γεώργιος Περιστεράκης Κρής
Εν Αλεξανδρεία 31 Μαΐου 1867
Η μεγάλη κρητικιά δασκάλα Ελένη Πλαγιωτάκη, που χειρίζεται αριστοτεχνικά το δεκαπεντασύλλαβο και που τα κρητικά της δίστιχα θα διατηρήσουν την φρεσκάδα τους, το μεγαλείο και το υψηλό τους δίδαγμα στο πέρασμα των καιρών, πλημμυρισμένη από εθνική υπερηφάνεια, χάραξε τους παρακάτω στίχους για την εθελοθυσία στο Αρκάδι:
Άστραψʼ η φλόγα τʼ Αρκαδιού κι έφεξεν ο πλανήτης
πουʼσκυψε και προσκύνησε την αντρειγιά τση Κρήτης.
Τ' Αρκάδι στέκει στους καιρούς φλόγες φωτιάς ζωσμένο,
Σύμβολο των αδούλωτω και των ανδριωμένω.
Η Κρητική Μούσα, πηγαία, δυνατή και ευρηματική, συνεχίζει μέχρι και σήμερα σε κάθε ευκαιρία να υμνεί το πρωτόγνωρο αυτό γεγονός, θάρρους, ανδρισμού και θυσίας, που άλλαξε τη στάση των ισχυρών και σηματοδότησε τις μετέπειτα σημαντικές εξελίξεις, για τη λύση του ακανθώδους, για την τότε διπλωματία, Κρητικού ζητήματος.
Η αντριγιά στον άνθρωπο δε χτίζεται όπως λάχει,
Πέτρα και χώμα και νερό της Κρήτης πρέπει να ʽχει.
Όσο η Κρήτη μάχεται, αδούλωτη θα μένει
Θα είναι φάρος λευτεριάς, ποτέ της δεν πεθαίνει.
«Οι Τούρκοι το περικυκλώσανε και με βαριά πυροβόλα ξερνούσαν αδιάκοπα τη φωτιά και το θάνατο. Οι Έλληνες ήσαν 964 ψυχές, οι άνδρες 325, όμως ήσαν λιγότεροι όσοι μπορούσαν να πολεμούν. Ένα σφαγείο ανθρώπων γίνηκε το μοναστήρι, ανάκατοι φίλοι και οχτροί λαβωμένοι μούγκριζαν. Η μπαρουταποθήκη είχε τοίχους χοντρούς, τα βαρέλια ήσαν γεμάτα μπαρούτι. Βάζει φωτιά στο μπαρούτι ο Γιαμπουδάκης ο παλικαράς, βροντά και σείεται το μοναστήρι. Ρωμιοί και Τούρκοι βρίσκουνε το θάνατο, τα μεσοδόκια τρίζουνε, τα ουρλιαχτά δυναμώνουνε. Βλαστήμιες και κατάρες και φωνές και επικλήσεις αντιλαλούνε ως πάνω στα κορφοβούνια». Έτσι μας αφηγείται τη Δαντική τραγωδία στο βιβλίο του Κρήτη σελ. 90-91 ο Μανώλης Γιαλουράκης από την όμορφη Βουλισμένη, ο πολυγραφότατος αυτός Μεραμπελιώτης, που έζησε στην Αίγυπτο, όμως δεν ξέχασε τη γενέτειρά του και της κληροδότησε την πλούσια βιβλιοθήκη του.
« Ο Κωστής Γιαμπουδάκης στέκει στην πόρτα της θολωτής πυριτιδαποθήκης, με την πιστόλα στο χέρι, έτοιμος να ανάψει τον πυρσό της Ελευθερίας, που θα φωτίσει ολόκληρη την Οικουμένη. Μα θέλει να πάρει μαζί του όσο μπορεί περισσότερους Τούρκους. Τους αφήνει να πλησιάσουν στην είσοδο κι απέξω στα χωράφια. Η μεγάλη πράξη του δράματος πλησιάζει».
Στέργιου Γ. Σπανάκη, Πόλεις και χωριά της Κρήτης, τομ. Α σελίδα 142.
Του Σ. Σπανάκη και του Νικολάου Σταυρινίδη, ξεχωριστό δίδυμο, θείο δώρο, δεν διστάζω να πω, για την ιστορία του νησιού μας.
Συνεχίζεται

