
Διανύουμε ιστορικές και κρίσιμες για το μέλλον της χώρας στιγμές. Η πολιτική αδράνεια των τελευταίων πέντε μηνών της ελληνικής κυβέρνησης (με εξαίρεση ίσως τις τελευταίες δύο εβδομάδες), οδήγησαν τον πρωθυπουργό να πάρει την απόφαση για διεξαγωγή δημοψηφίσματος που αφορά στην έγκριση ή μη της πρότασης που κατατέθηκε την 25η Ιουνίου από την Τρόικα (κατά άλλους, «Θεσμούς»).
Είναι πραγματικά ακατανόητο το γεγονός ότι οι Έλληνες θα κληθούν να τοποθετηθούν θετικά ή αρνητικά απέναντι σε ένα κείμενο, το οποίο έχει συνταχθεί εξολοκλήρου από τους «Θεσμούς» και έχει πλέον αποσυρθεί από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Επίσης, εξίσου ασύλληπτο είναι και το γεγονός πως οι ψηφοφόροι ζητούνται να αποφασίσουν αν αποδέχονται ή όχι ένα κείμενο το οποίο περιλαμβάνει τεχνικά ζητήματα που ο μέσος πολίτης δεν έχει διαβάσει, αλλά και δε θα μπορούσε να διαβάσει και να κατανοήσει εντός εφτά ημερών.
Η κυβέρνηση παίρνοντας ξεκάθαρα θέση υπέρ του «όχι», δηλαδή της μη έγκρισης της παραπάνω πρότασης των «Θεσμών», προσπάθησε να κατασκευάσει το ερώτημα με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξαναγκάσει τους ψηφοφόρους σε συγκεκριμένη απάντηση, τοποθετώντας τους ουσιαστικό στο δίλλημμα εάν θέλουν λιτότητα ή όχι.
Το ερώτημα (αν υποθέσουμε ότι υπάρχει ουσιαστικά κάτι τέτοιο) είναι ξεκάθαρα προβληματικό για δύο λόγους: α) Αναφέρεται σε μία πρόταση που έχει πλέον αποσυρθεί, καθώς οι διαπραγματεύσεις έχουν ήδη προχωρήσει και β) το ερώτημα προκαταβάλλει την «επιθυμητή» απάντηση. Στην επιστημονική έρευνα, τέτοιου είδους ερωτήσεις ονομάζονται “leading questions”, καθώς καθοδηγούν τον ερωτώμενο να απαντήσει με συγκεκριμένο τρόπο, και ως εκ τούτου αποφεύγονται γιατί οδηγούν σε μεροληπτικά αποτελέσματα. Πραγματικά, θεωρώ εξαιρετικά απίθανο να υπάρχει έστω και ένας πολίτης που στην ερώτηση αν θέλει φόρους και λιτότητα θα απαντούσε θετικά! Για αυτό το λόγο άλλωστε, το σύνταγμα μας αναφέρει ρητά πως δημοσιονομικού χαρακτήρα ερωτήματα ΔΕΝ μπορούν να αποτελούν αντικείμενο δημοψηφίσματος. Σε τελική ανάλυση, η κυβέρνηση έχει προτείνει πρόγραμμα μέτρων 8 δισ. ευρώ, το οποίο είναι οριακά διαφορετικό από την πρόταση των «Θεσμών» που καλούμαστε να εγκρίνουμε την Κυριακή. Θα ήταν πολύ πιο λογικό εκ μέρους της κυβερνήσεως να τοποθετούσε τη δική της πρόταση ως αντικείμενο του δημοψηφίσματος.
Έτσι λοιπόν, η χώρα οδεύει προς ένα δημοψήφισμα που θολώνει τα νερά και δυστυχώς πολώνει τους Έλληνες. Η κυβέρνηση έχει ξεκάθαρη και νωπή λαϊκή εντολή από τις εκλογές του Ιανουαρίου για σκληρή διαπραγμάτευση με τους «Θεσμούς» και συμφωνία εντός του Ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναρωτιέμαι, ποια είναι άραγε η επιπλέον εντολή που ζητά η κυβέρνηση μέσα από ένα θολού περιεχομένου και διατύπωσης ερώτημα;
Ας είμαστε όμως ειλικρινείς, το αποτέλεσμα της ερχόμενης Κυριακής θα εκληφθεί σε επικοινωνιακό επίπεδο ως η θέση του ελληνικού λαού απέναντι στο ενδεχόμενο εξόδου από το κοινό νόμισμα και επιστροφής στη δραχμή. Όσο και αν η ελληνική κυβέρνηση απορρίπτει κάθε τέτοιο συσχετισμό, στο εξωτερικό έχουν ήδη δώσει μία τέτοια διάσταση στο δημοψήφισμα.
Αν οι ψηφοφόροι προσεγγίσουν το δημοψήφισμα ως δίλημμα για παραμονή ή όχι στην Ευρωζώνη και κατʼ επέκταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το «ναι» θα πρέπει να είναι ηχηρό! Εάν υπερισχύσει το «όχι» και η Τρόικα δεν υποχωρήσει στις θέσεις της (πράγμα πολύ πιθανό), η κυβέρνηση θα εξαναγκαστεί να βρει τρόπους ώστε να ξεπεράσει τις αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας που θα έχουν έως τότε κλιμακωθεί από την παρατεταμένη ασφυξία ρευστότητας.
Ουσιαστικά, θα συρθεί νομοτελειακά στην επιλογή επιστροφής στη δραχμή. Η κυβέρνηση θα χρειαστεί πολλούς μήνες για να εισάγει το νέο νόμισμα, χρονικό διάστημα κατά το οποίο η αποσταθεροποίηση θα επιδεινωθεί κατά τρόπο που κανείς δε μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια. Ας ελπίσουμε πως ένα τέτοιο απευκταίο σενάριο θα το αποτρέψει ο Έλληνας με την ψήφο του.
Το «ναι» σε καμία περίπτωση δε σημαίνει έγκριση ενός συγκεκριμένου προγράμματος λιτότητας που έχει από μέρες αποσυρθεί από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Αντίθετα, θα δώσει ένα ισχυρό μήνυμα εντός και εκτός Ελλάδας για σταθερή και αδιαπραγμάτευτη θέση της χώρας μας εντός του πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης.
Εάν η Ευρώπη θέλει πραγματικά να σώσει το ευρωπαϊκό όνειρο, πρέπει να ξεκινήσει σώζοντας την Ελλάδα. Αυτό όμως μπορεί να διασφαλιστεί μόνο έπειτα από ένα ξεκάθαρο «ναι» των πολιτών στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.
*Ο Δρ. Χαράλαμπος Σαριδάκης είναι αναπληρωτής καθηγητής μάρκετινγκ στη σχολή Διοίκησης του Πανεπιστημίου Leeds στην Αγγλία.

