Ένα ενθουσιώδες κείμενο που δείχνει το κλίμα στη συνέλευση των πληρεξουσίων της Κρήτης το Μάιο του 1866, στην οποία αποφασίστηκε η αποστολή του υπομνήματος στο Σουλτάνο συνυπέγραψαν οι δύο απεσταλμένοι του Ηρακλείου, οι Εμμ. Ν. Κρανιωτάκης και Μιχαήλ Γ. Βιστάκης. Σε επιστολή τους, που είναι ενδεχόμενο να απευθυνόταν στον υποπρόξενο της Ρωσίας στο Ηράκλειο Ι. Μιτσοτάκη καθώς βρέθηκε στο αρχείο του ενώ ο Κρανιωτάκης είχε την περίοδο εκείνη τακτική αλληλογραφία μαζί του, γίνεται περιγραφή ενός πανηγυρικού κλίματος στη συνέλευση. «Όμιλος ανδρών νέων και ανδρείων πανταχού διεσπαρμένοι και εν ειρήνη συνδιαλεγόμενοι περί του μέλλοντος της Πατρίδος, αποτελούσι το όντως ευχάριστον και ποιητικόν θέαμα, και αναπολούσι τας αρχαίας εκείνας συνελεύσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας», έγραφαν χαρακτηριστικά.
Στη συγκέντρωση των πληρεξουσίων της Κρήτης για την υπογραφή του κειμένου προς το σουλτάνο κλήθηκαν και οι δύο επίσκοποι του τμήματος Χανίων προκειμένου να επικυρώσουν τη διαδικασία, όμως ο Κυδωνίας, αντίθετα με τον Κισσάμου, αρνήθηκε αρχικά να παραστεί επικαλούμενος εμπόδια από το Γενικό Διοικητή Κρήτης. Τελικά από τα πράγματα αναγκάστηκε να μεταβεί στον τόπο της συνέλευσης, καθώς οι πληρεξούσιοι του έστειλαν μήνυμα ότι κάθε αδικαιολόγητη άρνηση του θα προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του λαού. Εμφανίστηκε όμως γράφουν οι δύο επιστολογράφοι περίφοβος και κατάχλωμος. Η στάση του ιεράρχη δείχνει και τη γενικότερη στάση που ακολούθησε στην επανάσταση ο ανώτερος κλήρος, σε αντίθεση με τον μεσαίο και κατώτερο.
Στην επιστολή γίνεται αναφορά και στις απειλές του διοικητή των Χανίων Ισμαήλ πασά σε βάρος της συνέλευσης προκειμένου να διαλυθεί.
Σεβαστέ ημίν Κύριε!
Από της παρελθούσης Παρασκευής αφικόμενοι και οι εκ της Πεδιάδος πληρεξούσιοι συνηντήθημεν εν Κουτσουναρίοις αμφότεροι, και μετά χαράς ήκουσα εγώ Εμμ. Κρανιωτάκης παρά του Μιχ. Βιστάκη τας ενεργείας και την πορείαν της υπό των Πληρεξουσίων των επαρχιών της Κρήτης αποτελουμένης Κεντρικής Επιτροπής, την οποίαν αποτελούσιν άπαντες οι Καπεταναίοι και επίσημοι του Τμήματος Χανίων, πολλοί Πληρεξούσιοι του της Ρεθύμνης, και οι εκ των ημετέρων επαρχιών. Μεγάλην χαρά και αγαλλίασιν ιδίως ησθάνθημεν εκ του γοητευτικού και ειρηνικού θεάματος της τε εν αρμονία συνηγμένης και εργαζομένης Συνελεύσεως και του πανηγυρίζοντος λαού εν ευταξία και αγάπη. Όμιλος ανδρών νέων και ανδρείων πανταχού διεσπαρμένοι και εν ειρήνη συνδιαλεγόμενοι περί του μέλλοντος της Πατρίδος, αποτελούσι το όντως ευχάριστον και ποιητικόν θέαμα, και αναπολούσι τας αρχαίας εκείνας συνελεύσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ουδέποτε η Κρήτη είδε παρομοίαν περίστασιν, και ουδέποτε παρέστησεν αξιολογώτερον πρόσωπον, ή εν τη ειρηνική και αναιμάκτω διαδηλώσει, ήτις αντιπροσωπεύεται και συναποτελείται υφʼ απάσης της Κρήτης, ομοφώνως και ησύχως συνελθούσης προς παράστασιν των καταπατουμένων δικαίων αυτής. Το καθʼ ημάς, αν και ουδέποτε άλλοτε ελάχομεν εν ίσαις ή παρομοίαις περιστάσεσι της Πατρίδος, νομίζομεν όμως ότι το σημερινόν κίνημα και η παρούσα ειρηνική διαδήλωσις δικαιούται να καταλάβωσι, καθόσον μέχρι τούδε εξηκολούθησαν ενεργούμεναι, μίαν των αξιολογωτάτων εν τη ιστορία θέσεων. Είναι δε μεγίστη ελπίς ότι και το τέλος έσεται αντάξιον των προσδοκιών, ας η εν αισίοις οιωνοίς έναρξις εγέννησε.
Αλλά καταλιπόντες εις το μέλλον την κρίσιν της επιχειρήσεως ταύτης, ερχόμεθα να δηλώσωμεν υμίν τας εν μέρει ενεργείας και πράξεις. Και πρώτον ευχαρίστως αναγγέλλομεν υμίν την καλήν υποδεξίωσιν, ης ετύχομεν παρά τοις Πληρεξουσίοις και Οπλαρχηγοίς και άλλοις Επισήμοις τούτων των μερών, οίτινες ως αδελφούς υποδεχόμενοι ημάς τους εξ Ηρακλείου, σαφώς εξεδήλουν την χαράν των δια την ομόθυμον σύμπνοιαν και την ταυτότητα των αισθημάτων και ενεργειών, αίτινες επεκράτησαν παρʼ όλοις τοις υπέρ της Πατρίδος σκεψαμένοις. Ακολούθως μετά μείζονος χαράς είδομεν ότι εν τη Συνελεύσει υπάρχουσι πλείστοι, οίτινες κέκτηται πάντα τα εχέγγυα, όσα υπισχιούνται την αγαθήν και αισίαν αποπεράτωσιν του αρξαμένου έργου της αναγεννήσεως της Πατρίδος, και είμεθα ευέλπιδες ότι τα πράγματα θέλουσι δικαιώσει την αγαθήν ημών ελπίδα και συναίσθησιν. Επομένως ειδοποιούμεν ημάς ότι μετά τινας συζητήσεις ετελείωσε και υπεγράφη η αναφορά μας, της οποίας αντίγραφον αποστέλλομεν υμίν εσώκλειστον. Προσεκλήθησαν δε και οι Επίσκοποι Κυδωνίας και Κισσάμου, ίνα επικυρώσωσι την αναφοράν, αλλʼ επειδή ο Κυδωνίας ζητήσας άδειαν παρά της Α. Εξοχότητος, και λαβών απάντησιν ότι δεν πρέπει να αναμιγνύηται, ει μη εις τα θρησκευτικά του, ηρνήθη να έλθη και επικυρώση την αναφοράν, οι Πληρεξούσιοι έγραψαν αυτώ ότι οφείλει ή να ζητήση εγγράφως παρά του κωλύοντος τα αίτια των εμποδίων, ή να έλθη∙ διότι άλλως πάσα πράξις δυναμένη να προκύψη εκ της αρνήσεώς του δια την δυσαρέσκειαν του λαού, είναι υπʼ ευθύνη του και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι. Ούτω δε αναγκασθείς ήλθε περίφοβος και κατάχλωμος, αλλά κατʼ ολίγον συνελθών και πεισθείς περί του ειρηνικού ημών κινήματος, επεκύρωσε μετά του Αγίου Κισσάμου την αναφοράν. Ούτω περατωθείσα απεστάλη εις και επεδόθη εις την Α. Εξοχότητα υπό επιτροπής της Συνελεύσεως∙ αλλά πριν η αναγνώση αυτήν, προέτεινεν ότι τα μεν ζητήματα θέλουσι παραχωρηθή, είναι όμως ανάγκη να διαλύση η Συνέλευσις και ο λαός∙ αλλʼ έλαβεν απάντησιν ότι περί τούτου δεν είχον εντολήν και επομένως απόκειται εις την Συνέλευσιν να αποφασίση περί αυτού. Αυτός όμως επέμεινε επαναλαβών πολλάκις ότι πρέπει να διαλυθώμεν, και απειλήσας εν εναντία περιπτώσει. Η Συνέλευσις λοιπόν συσκεφθείσα απεφάσισε να διατηρήται αυτή τε και ο λαός∙ και αφού έλαβεν εγγύησιν παρά των αρχηγών του λαού ότι θέλουσι διατηρήσει ευταξίαν και ησυχίαν εν τω λαώ, μετέθεσε την έδραν αυτής υψηλότερον εις Κεραμιά, και επί του παρόντος διαμένομεν εν Αγίω Γεωργίω, όπου μετεκομίσθημεν σήμερον περί την δείλην.
Ταύτα συνέβησαν μέχρι της στιγμής ταύτης. Τα παραιτέρω αγνοούνται, πλην ελπίζεται ότι ουδείς φόβος ή κίνδυνος υπάρχει. Άλλες λαμβάνομεν εγκαίρως προφυλάξεις.
Εκ των περικλείστων δύο αντιγράφων βλέπετε καταφανέστερον το πνεύμα όπερ οδηγεί τας πράξεις ημών. Ειδοποιείσθε δε συγχρόνως και ότι η απʼ αρχής ιδέα ημών και ο σκοπός, ετελέσθη, και ήδη αποστέλλεται εις τον προς ον όρον. Ακολούθως ελπίζομεν να γράψωμεν υμίν παν ό,τι τυχόν συμβεί, ως και τας μελλούσας ενεργείας μας.
Παρακαλούντες όπως αποδέξησθε τα βαθύτατα σεβάσματα ημών, υποσημειούμεθα.
Εν Κυδωνία τη 17 Μαΐου 1866
Της Υμετέρας Εκλαμπρότητος Προθυμότατοι
Εμμ. Ν. Κρανιωτάκης
Μιχαήλ Γ. Βιστάκης

