Έχω κάνει πράγματα που μερικοί τα λένε τρελά. Εγώ κάνω απλώς αυτό που πρέπει για να είμαι συνεπής με τον εαυτό μου.

Ο Φοίβος Ιωαννίδης, βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ και πρώην υπουργός, στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης του στην «Π», ουσιαστικά αποδεικνύει πως η απόφαση του, που μέσω της εφημερίδας μας προανήγγειλε, για την αποχώρηση του από την πολιτική ζωή ήταν κάτι το απόλυτα φυσιολογικό στη λειτουργία του ως πολίτη.

Έχοντας σημαντικές διαφωνίες με το περιεχόμενο αλλά και το επίπεδο της πολιτικής ζωής, με τις πολιτικές ηγεσίες, τους πολιτικούς αλλά και τους πολίτες, με τη λειτουργία του ίδιου του κόμματος του, δεν μπορούσε παρά να πει «ως εδώ».

Η συνέπεια στη στάση του εκφράζεται με τον πολύ χαρακτηριστικό – ακόμη και οδυνηρό- τρόπο όταν στο αναθεωρητικό στρατοδικείο της χούντας, μετά μάλιστα από 6 χρόνια φυλακής, είχε πει: « αν δεν έκανα αυτό που έκανα, θα ήμουν απατεώνας.

Διότι πώς είναι δυνατό να είσαι επικεφαλής της Ενώσεως Κέντρου και να διακηρύττεις κάποια πράγματα κι όταν έλθουν οι δύσκολοι καιροί, να λουφάξεις.

Και είπα ότι δεν ανήκω στους πατριώτες της λιακάδας. Αυτοί περιμένουν πότε θα κάνει λιακάδα να βγουν έξω».

Το ίδιο έκανε και σε μια άλλη περίοδο της ζωής του, μετά τη δικτατορία, όταν επί πολλά χρόνια έλεγε όχι στο φίλο του Ανδρέα Παπανδρέου στην πρόταση για ένταξη στο ΠΑΣΟΚ. Κι αυτό επειδή διαφωνούσε σε βασικά θέματα της πολιτικής.

«Θέλω να είμαι συνεπής με τον εαυτό μου», λέει με κάθε ευκαιρία.

Και η ενεργός συμμετοχή του στην πολιτική, αρχικά στο προδικτατορικό Κέντρο, την Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου, ξεκινά ακριβώς από την ίδια λογική της συνέπειας.

«Ουσιαστικά μπήκα στην πολιτική μετά τις εκλογές βίας και νοθείας του 1961.

Δεν ανέχτηκα τη βία και τη νοθεία», λέει. «Και αυτοπροσδιορίζεται:

Ποτέ δεν υπήρξα μονόπλευρα δοσμένος στην πολιτική. Είχα και άλλα ενδιαφέροντα. Όχι ένας πολιτικός αποκομμένος.

Δεν ήμουν ποτέ πολιτικάντικης αντίληψης, ούτε κυνηγός αξιωμάτων. Η πολιτική έπρεπε να με γεμίζει για να μπαίνω σε αυτήν.»

Η σχέση του όμως με την πολιτική έχει χρονικό ορόσημο ό,τι πιο συγκλονιστικό στη ζωή ενός παιδιού. Στη δολοφονία του πατέρα του, στα 1944, από τους Γερμανούς.

Ο Φοίβος μιλά με έντονο συναίσθημα, δείχνοντας ότι αυτό το γεγονός όχι μόνο επηρέασε τη ζωή του, αλλά ακόμη την σημαδεύει ανεξίτηλα.

« Υπήρξα από τα γεννοφάσκια μου στην πολιτική.

Γεννήθηκα λίγο μετά που ο πατέρας μου αποφυλακίστηκε από τις φυλακές, λίγο μετά το κίνημα του Βενιζέλου το 1935. Είχε καταδικαστεί από το στρατοδικείο ως επικεφαλής του κινήματος στη Σητεία. Η μοίρα μου είχε χαραχτεί από τότε.

Οι Γερμανοί είχαν σκοτώσει τον πατέρα μου το 1944, όταν ήμουν 7 χρόνων. Πήγαμε στο βουνό και τον θάψαμε. Με σημάδεψε αυτό το γεγονός , ήταν μια παρακαταθήκη.»

Τη ζωή του επηρέασε το ίδιο έντονα και η μητέρα του.

«Η μητέρα μου ήταν μια καταπληκτική γυναίκα, Ηρακλειώτισσα, Περάκη στο γένος», λέει «Κηδέψαμε τον πατέρα μου στο βουνό και γυρίσαμε στο σπίτι μας στη Σητεία με τα γαϊδούρια. Με το που μπήκαμε πλακώσανε οι Γερμανοί και τη συνέλαβαν. Και πήραν τη μητέρα μου και άφησαν εμάς, 4 παιδιά, μόνα. Βασανίστηκε στην Γκεστάπο, στον Άγιο Νικόλαο και στη συνέχεια στις φυλακές της Αγιάς. Παραλίγο να εκτελεστεί, εάν δεν κατέρρεε στο μεταξύ η Γερμανία και αν δεν άλλαζε ένας ανακριτής. Έζησε την εκτέλεση του Ρούσσου του Κούνδουρου, του Βαγγέλη του Κτιστάκη, του στελέχους του ΚΚΕ, και του ηγουμένου της Μονής Τοπλού.»

ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ, ΑΛΛΑ ΕΚΤΟΣ ΠΑΣΟΚ

Τα χρόνια περνούν, ο Φοίβος συμμετέχει πλέον ενεργά στην πολιτική, εντάσσεται στη Νεολαία της Ενώσεως Κέντρου, γνωρίζει το Γεώργιο Παπανδρέου αλλά και το γιο του Ανδρέα, που έχει επιστρέψει στην Ελλάδα ως πανεπιστημιακός, χωρίς να έχει σχέση με την πολιτική.

Αναδεικνύεται σε επικεφαλής της ΕΔΗΝ Κρήτης και Νήσων. Η πρώτη του συνάντηση με τον Ανδρέα είναι το 1963. Ως πολιτικό τον καλεί στο Ηράκλειο το 1964, χρονιά που έχει εκλεγεί ήδη βουλευτής Αχαΐας.

Ο Φοίβος διακηρύττει ήδη ότι είναι σοσιαλιστής, λέξη απαγορευμένη στην Ελλάδα της εποχής. Ανήκει, ιδεολογικά, στην ίδια ομάδα με τον Ανδρέα Παπανδρέου, γεγονός που τους δένει πολιτικά.

Όμως μετά τη δικτατορία ο Φοίβος διατηρεί με τον Ανδρέα φιλική αλλά όχι πολιτική σχέση, με την έννοια ότι διαφωνεί με τον ηγέτη, πλέον, του ΠΑΣΟΚ και δεν εντάσσεται στο νέο κόμμα.

«Δεν πήγα με το ΠΑΣΟΚ το 1974, διαφωνώντας σε δύο μεγάλα θέματα», υπενθυμίζει και εξηγεί: «Στην ένταξη στην τότε ΕΟΚ και στην ένταξη στη Σοσιαλιστική Διεθνή. Ο Ανδρέας δεν ήθελε να ενταχθεί στη Σοσιαλιστική Διεθνή και ήταν ενάντια στην ΕΟΚ. Εγώ πίστευα ότι και μέλος της ΕΟΚ έπρεπε να είναι είναι η Ελλάδα και το ΠΑΣΟΚ να ενταχθεί στη Σοσιαλιστική Διεθνή.

Και θυσίασα πολιτική καριέρα, καθώς το ΠΑΣΟΚ ήταν η ανερχόμενη δύναμη, επειδή διαφωνούσα σε αυτά. Αλλά αυτό έλεγε η συνείδηση μου».

ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΟ ΠΑΣΟΚ

Δεν μένει όμως απλώς έξω από το ΠΑΣΟΚ. Σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις, στις εθνικές εκλογές του 1977 και στις δημοτικές του 1982, αν και είναι ήδη ψηφοφόρος του κινήματος, τίθεται αντιμέτωπος.

Το 1977 είναι υποψήφιος βουλευτής με τη «Συμμαχία των 5».

Και το 1982 υποψήφιος δήμαρχος Ηρακλείου, κόντρα στην επίσημη επιλογή του ΠΑΣΟΚ, που ήταν ο Μανόλης Καρέλλης.

«Στις δημοτικές εκλογές του 1982», σημειώνει ο βουλευτής, «το ΚΚΕ εσωτ. είχε συμφωνήσει μαζί μου και έφυγε την τελευταία στιγμή, στηρίζοντας τον Καρέλλη, επειδή το αξίωσε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Είπε τότε στην ηγεσία του ΚΚΕ εσωτ., ή πάτε με τον Καρέλλη, ή σταματά και η συνεργασία σε όλη την Ελλάδα. Και πήγαν με τον Καρέλλη.

Είχαμε συμφωνήσει στο σπίτι μου με το μακαρίτη τον Αντώνη τον Μπριλλάκη. Και είχα αλλάξει τον τίτλο του συνδυασμού από «Ηράκλειο Αναγέννηση» σε «Ηράκλειο Ανανέωση» για να τους ικανοποιήσω.

Κι από την άλλη ήταν υποψήφιος ο Ανδρέας Καλοκαιρινός, κοινός υποψήφιος ΝΔ και ΚΚΕ».

Ο Φοίβος, παρά το έντονο κλίμα πόλωσης εκείνης της εποχής, καταφέρνει να εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος και ο συνδυασμός του να εκλέξει ένα ακόμη δημοτικό σύμβουλο.

«Κάνω κινήσεις που έχουν κίνδυνο, ρίσκο», λέει σήμερα. «Αυτό, σε τελική ανάλυση, από μια άποψη, μου βγήκε σε καλό».

Η στάση αυτή του κ Ιωαννίδη φυσικά δεν αρέσει στον Ανδρέα.

«Ο Ανδρέας είχε ενοχληθεί που δεν πήγαινα στο ΠΑΣΟΚ», θυμάται. «Μάλιστα είχε κάνει και κάποιες προσπάθειες να με πείσει, αλλά εγώ είχα... μουλαρώσει στα δύο αυτά θέματα, της ΕΟΚ και της Σοσιαλιστικής Διεθνούς.

Ενώ είχε αρχίσει να μεταβάλει θέσεις στα δύο αυτά θέματα, χωρίς να το ανακοινώσει, ο Ανδρέας μου ζήτησε για μια ακόμη φορά να συναντηθούμε. Πράγματι, συναντηθήκαμε, μιλήσαμε. Κάθε φορά που ερχόταν στην Ελούντα τον έβλεπα. Είτε επειδή το ζητούσα εγώ, είτε επειδή εκείνος το ήθελε. Μιλούσαμε για τα πάντα.

Όμως ο Ανδρέας είχε μεγαθυμία. Δεν στεκόταν στα μικρά. Θα μπορούσε να έχει ένα πείσμα και να πεί, αφού δεν ήλθε μαζί μου, άστον... Επέμεινε όμως και το 1987 μου ανέθεσε τη διοίκηση του ΙΚΑ, μια από τις σημαντικότερες θέσεις, ένα οργανισμό σαν 10 υπουργεία. Πέρασα από υπουργεία και μάλιστα τα αρμόδια και μπορώ να κάνω αυτή τη σύγκριση. Το ΙΚΑ είναι κολοσσός. Έχει 16-17000 υπαλλήλους. Έχει 9000 γιατρούς, 300 υποκαταστήματα.»

Νωρίτερα έχει δεχτεί κι άλλες προτάσεις, αλλά τις απορρίπτει.

«Μου είχαν προτείνει να γίνω νομάρχης και δεν είχα δεχτεί. Ο μακαρίτης ο Γεννηματάς είχε κάνει την πρόταση. Και μάλιστα, ενώ είχαν πει να μην κάνουν κανένα Κρητικό νομάρχη στην Κρήτη, μου πρότεινε τα Χανιά. Ίσως νόμιζαν ότι θα πειστώ, λόγω της καταγωγής της γυναίκας μου. Μου πρότειναν, ακόμη, να γίνω περιφερειάρχης. Τότε μάλιστα ήταν υπουργός Εσωτερικών ο Μανόλης ο Παπαστεφανάκης. Και δεν δέχτηκα».

«ΦΟΙΒΟ ΩΣ ΕΔΩ!»

Το 1987, όμως συμφωνεί, τελικά και αναλαμβάνει διοικητής στο ΙΚΑ.

«Το ΙΚΑ το δέχτηκα επειδή το ΠΑΣΟΚ πολιτικά με είχε πείσει, είχε κάνει τη στροφή που ήθελα κι εγώ. Η ίδια η θέση ήταν μια πολύ μεγάλη πρόκληση. Είπα στον εαυτό μου, Φοίβο μέχρι εδώ, ο καθένας για τον εαυτό του μπορεί να νομίζει ότι είναι ο... Μέγας Ναπολέων! Αλλά, ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα. Εάν έχεις ή όχι ικανότητες θα το αποδείξεις στην πράξη. Δεν μπορείς να συνεχίζεις να κάνεις τον κριτή απέξω.

Δεν σκέφτηκα το ΙΚΑ σαν μια βοήθεια στον εαυτό μου για μελλοντική κοινοβουλευτική πορεία. Ούτε καν είχα ερευνήσει αν είχε κώλυμα. Το ερεύνησα εκ των υστέρων και διαπίστωσα ότι δεν υπήρχε πρόβλημα.»

Στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1989 είναι για πρώτη φορά υποψήφιος βουλευτής. Και εκλέγεται.

Δεν είναι όμως εκπρόσωπος του Ηρακλείου, όπως θα περίμενε κανείς. Και όλοι θεωρούσαν τότε πολύ φυσικό να είναι υποψήφιος στο Ηράκλειο.

Όπως αποκαλύπτει σήμερα, οι διαθέσεις των τοπικών στελεχών στο Ηράκλειο, εκείνων που τον έβλεπαν ως έναν κίνδυνο για την πολιτική τους πορεία, αλλά και των πακεταρχών, που δεν είναι καινούργιο φαινόμενο, τον οδηγούν στο να πάρει την απόφαση να πολιτευθεί στο Λασίθι, έχοντας και μια τάση επιστροφής στη γενέτειρα του, που είναι η Σητεία. Άλλωστε με την περιοχή του Λασιθίου διατηρούσε πάντα πολιτικές σχέσεις, έχοντας και τη ρίζα του πατέρα του, αλλά και το γεγονός ότι ο παππούς του υπήρξε δήμαρχος Ιεράπετρας.

Γυρίζοντας λίγο πίσω το χρόνο και μεταφέροντας μας στο κλίμα της εποχής, διηγείται:

«Το ΠΑΣΟΚ τότε δεν ήταν στα καλά του. Υπήρχε το σκάνδαλο Κοκκωτά. Ο Κοσκωτάς επιχείρησε να εμπλέξει, ανάμεσα στις άλλες ψευδολογίες του για να εμπλέξει τον Ανδρέα, να το κάνει και μέσω ΙΚΑ. Όμως εγώ αντέδρασα με τέτοιο τρόπο που ο Ανδρέας μου είπε, «Φοίβο με έβγαλες ασπροπρόσωπο». Και μου το είπε 3 φορές, σε τρία διαφορετικά χρονικά διαστήματα.

Το ΙΚΑ, παρά τις προσπάθειες που είχε κάνει, δεν είχε ούτε μία δραχμή κατάθεση στην τράπεζα του. Δεν του έβγαινα καν στο τηλέφωνο, όταν η μισή Ελλάδα τον “έγλειφε”.

Μάλιστα υπήρχε το θέμα της βίλας Καλκάνη, όπου έμενε το τότε παράνομο ζεύγος Ανδρέα - Δήμητρας, έλεγαν ότι είχαμε χαρίσει στον Καλκάνη τα χρέη στο ΙΚΑ. Φυσικά δεν υπήρχε κανένα θέμα. Ο Καλκάνης είχε εξοφλήσει πλήρως ένα ποσό περίπου 200 εκατ. που είχε.

Τέλος πάντων, ήταν μια δύσκολη περίοδος. Και δίναμε μια μάχη. Υπεραμυνόμασταν και την ηθική μας. Και βέβαια την ηθική του Ανδρέα. Ο Ανδρέας μπορεί να είχε ελαττώματα, αλλά δεν τον ενδιέφερε το χρήμα. Μπορεί να ήθελε την καλοπέραση του, όπως όλοι, άλλος λίγο, άλλος πολύ, αλλά το χρήμα δεν τον ενδιέφερε. Δεν έπιανε χρήμα στα χέρια.

Ήμουν λοιπόν υποψήφιος με το ΠΑΣΟΚ για να δώσω τη μάχη απέναντι σε όλες αυτές τις ψευτιές. Και αμέσως μετά ανέθεσε και σε μένα την υπεράσπιση του εντός της Βουλής».

ΟΙ ΦΑΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

Πώς ο ίδιος ο πολιτικός περιγράφει, όμως, τις συνθήκες εντός του ΠΑΣΟΚ, που τον εμπόδισαν, ουσιαστικά, να είναι υποψήφιος στο νομό Ηρακλείου; Ίσως και να διευκόλυναν, φυσικά, τελικά, την απόφαση του να εκπροσωπήσει το Λασίθι.

«Κι εκείνη την εποχή – υπογραμμίζει - υπήρχε μια παράξενη και ελάχιστα συντροφική κατάσταση με τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ στο Ηράκλειο που, λυπάμαι που το λέω, αλλά είναι διαχρονική... Φαγωμάρες, τέτοιος πόλεμος... Διάβρωση των οργανώσεων, με τους πακετάρχες να κυριαρχούν. Αντιπαλότητες, πόλεμος κατά κάθε καινούργιου... τα στελέχη και τα όργανα.

Οι φιλοδοξούντες πολλοί.

Τα μίση μεταξύ τους έντονα. Δεν με έβλεπαν με καλό μάτι εμένα κιόλας, είχα μια τάση επιστροφής και στις ρίζες.

Όταν διαπίστωσα τον τρόπο που με αντιμετώπιζαν κάποια στελέχη στο Ηράκλειο, που ήταν αμετακίνητα εχθρικοί απέναντι μου, οριστικοποίησα τις αποφάσεις μου».

Χαρακτηριστικό της αντιμετώπισης;

«Στις ευρωεκλογές του 1984 μου ζήτησαν να βγω στο μπαλκόνι να υποστηρίξω το κόμμα. Βγήκα στο μπαλκόνι και μίλησα. Κι είχα θερμή αποδοχή από κάτω. Έφυγα χωρίς να πουν ένα ευχαριστώ ή μια καληνύχτα... Μʼ έβλεπαν ως εχθρό...

Με αυτό το κλίμα λοιπόν, με την τάση επιστροφής και στις ρίζες, πολιτεύομαι στο Λασίθι.»

Ακολουθούν 14 χρόνια κοινοβουλευτικού βίου, με πέντε εκλογικές αναμετρήσεις στις οποίες οι Λασιθιώτες τον επιλέγουν ως εκπρόσωπο τους.

Τρεις φορές, μία επί Ανδρέα και δύο επί Σημίτη, μετέχει στο υπουργικό συμβούλιο, ως υφυπουργός.

Και τώρα, έρχεται η μεγάλη απόφαση της αποχώρησης από την ενεργό πολιτική.

«Εγώ», σημειώνει «προσπάθησα – αν το πέτυχα θα το κρίνουν άλλοι- σε όλη μου την πολιτική πορεία και διαδρομή να είμαι πρώτα συνεπής με τον εαυτό μου και τις διακηρύξεις μου».

Και μια τέτοια συζήτηση με έναν άνθρωπο που δεν ανήκει μονόπλευρα στην πολιτική, αλλά κυριαρχεί σε όλες τις δραστηριότητες του το πνεύμα και η αναζήτηση, δεν θα μπορούσε να κλείσει καλύτερα, από την αναφορά σε ένα φιλοσοφικό ζήτημα, μέσα από τα λόγια του Φοίβου:

«Ο Πούσκιν έχει πει ότι «στον αιώνα της εξαθλίωσης, ο άνθρωπος είναι πάντοτε, σε όλες τις τάξεις, τύραννος, δεσμώτης ή προδότης.»

Ο άνθρωπος είναι φοβερό ον. Δεν υπάρχει πιο σκληρό, πιο ύπουλο, πιο ανέντιμο, πιο αδίστακτο ον. Αλλά ταυτόχρονα είναι και το πιο χαριτωμένο και αξιαγάπητο ον.

Γιατί είναι και το μόνο που έχει επίγνωση της προσωρινότητας του. Και της τραγικής, επομένως, υπόστασης του».