Ο από Γορτύνης και Αρκαδίας (1956-1978) Αρχιεπίσκοπος Κρήτης, υπέρτιμος και εξαρχος πάσης Ευρώπης, Τιμόθεος (κατά κόσμον Μιχαήλ Παπουτσάκης), τρίτο κατά σειράν παιδί του Κωνσταντίνου Παπουτσάκη και της Αρτεμησίας, μετέπειτα Ανθούσας μοναχής, το γένος Εμμανουήλ Καλαϊτζάκη, γεννήθηκε την 25η Μαρτίου 1915 στο Γαβαλομούρι Κισάμου Χανίων.

Ορφανός από πατέρα ήδη από την ηλικία των τεσσάρων ετών, ανατράφηκε από την μητέρα του, όπως και τα τρία αδέλφια του, Δέσποινα, Γεώργιο και Πέτρο, εκδηλώνοντας από πολύ νωρίς ιδιαίτερη κλίση προς τα Γράμματα και την Εκκλησία.

Μετά τις σπουδές του στο Δημοτικό Σχολείο Γαλατά Χανίων και στο εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων των Χανίων εισέρχεται στη θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποίαν αποφοιτά το 1941.

Στη συνέχεια υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία ως υπαξιωματικός στο Ηράκλειο, τα Χανιά και την Αθήνα ενώ στο ίδιο διάστημα επιδίδεται στο κήρυγμα της Ορθοδόξου Πίστης στους νέους στρατιώτες, αλλά και σε συναντήσεις μελέτης της Αγίας Γραφής και άλλες εκδηλώσεις διαφόρων Ενοριών των παραπάνω πόλεων.

Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικοϋ Πολέμου υπηρετεί ως στρατιωτικός Ιεροκήρυκας στο Αλβανικό μέτωπο των πολεμικών επιχειρήσεων.

Κατά τον πρώτο χρόνο της γερμανικής κατοχής παραμένει στην Αθήνα και προσφέρει εθελοντικά τις υπηρεσίες του στο Τμήμα Πειραιώς της Εθνικής Οργανώσεως Χριστιανικής Αλληλεγγύης (ΕΟΧΑ). Παράλληλα κηρύττει σε ιερούς ναούς, σχολεία, ιδρύματα κ.ά.



Στην Κατοχή



Μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς επιστρέφει στα Χανιά και τον Νοέμβριο του 1942, σε ηλικία 27 ετών, γίνεται Μοναχός με το όνομα Μιχαήλ στην ιερά Μονή Γουβερνέτου του Ακρωτηρίου. Την 20ή Νοεμβρίου 1942 χειροτονείται σε διάκονο από τον μακαριστό Επίσκοπο Κυδωνίας και Αποκορώνου Αγαθάγγελο Ξηρουχάκη. Από τον ίδιο χειροτονείται την επομένη σε πρεσβύτερο με το όνομα Τιμόθεος και χειροθετείται σε αρχιμανδρίτη.

Όπως αναφέρεται σε έκδοση της Αρχιεπισκοπής Κρήτης, «ως ΣYNEXEIA AΠO ΣEΛ. 13

κληρικός πλέον, ο αρχιμανδρίτης Τιμόθεος Παπουτσάκης αναπτύσσει, στα δύσκολα αυτά κατοχικά και μετακατοχικά χρόνια, μια θαυμαστή δραστηριότητα σε όλους τους τομείς. Με ένθεο ζήλο και αξιέπαινη εργατικότητα επιδίδεται στα νέα του καθήκοντα και αναδεικνύεται ο φωτισμένος εμπνευστής και επιδέξιος οργανωτής ενός πνευματικού και φιλανθρωπικού έργου με παγκρήτια ακτινοβολία. Ό ιερός ναός του Αγίου Ιωάννου της πόλεως των Χανίων, όπου τοποθετείται ιερατικώς Προϊστάμενος, καθίσταται πόλος έλξεως για τους πιστούς, που συρρέουν από διάφορα μέρη για να συμμετάσχουν στις ποικίλες ευκαιρίες ενοριακής δράσεως και ζωής, πού δημιουργούνται υπό την καθοδήγηση του.



Ο χαρισματικός αρχιμανδρίτης



Την 28 Μαΐου 1956 η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης, εκτιμώντας το ορθόδοξον ήθος, τον ένθεο ζήλο και την πολυσχιδή προσφορά του στην Εκκλησία και το έθνος, αναδεικνύει παμψηφεί τον χαρισματικόν Αρχιμανδρίτη Τιμόθεο Παπουτσάκην επίσκοπον Αρκαδίας (η Επισκοπή Αρκαδίας μετονομάσθηκε το 1961 σε Γορτύνης και το 1962 προήχθη σε Μητρόπολη). Η χειροτονία του σε Επίσκοπον έγινε την 26ην Αυγούστου του ιδίου έτους στον ιερό Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Μηνά Ηρακλείου από τον μακαριστό Μητροπολίτη (και αργότερα Αρχιεπίσκοπο) Κρήτης Ευγένιο και την Ιερά Σύνοδο της Μεγαλονήσου και η επίσημη εγκατάστασή του τον Σεπτέμβριο στον ιερό Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Γεωργίου Μοιρών Ηρακλείου.

Με πρωτοβουλία και μέριμνά του ανεγείρονται, επίσης, τα Οικοτροφεία Αρρένων και Θηλέων στις Μοίρες, το Οικοτροφείο Θηλέων Πόμπιας, το Ίδρυμα "Παιδική Υγεία" στο Βροντήσι, ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγ. Νεκταρίου στις Μοίρες, οι ιεροί ναοί του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, του Όσιου Χαραλάμπη, των Αγίων Δέκα και το ναϊδριο της Αγίας Φιλοθέης στην Καλυβιανή, του Αποστόλου Παύλου στους Καλούς Λιμένες κ.ά., δημιουργούνται οι Σύλλογοι "Φίλων του Ορφανοτροφείου" (1959), "Διανοουμένων Μεσσαρας" (1962) και η "Χριστιανική Εστία" στις Μοίρες (1965), με παραρτήματα σε διάφορες Ενορίες, και η Σχολή Βυζαντινής Μουσικής (1964). Το 1974 καθιερώνονται τα Πνευματικά Συμπόσια της Καλυβιανής, στα οποία μετέχουν άτομα, διανοούμενοι κυρίως, με πνευματικά ενδιαφέροντα και μεταφυσικές ανησυχίες.



Στο θρόνο του Αρχιεπισκόπου Κρήτης



Τη 10η Μαρτίου 1978 η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου εκλέγει τον Μητροπολίτη Γορτύνης και Αρκαδίας Τιμόθεον Αρχιεπίσκοπο Κρήτης σε διαδοχή του προ μηνός εκδημήσαντος εις Κύριον μακαριστού Αρχιεπισκόπου Ευγενίου. Την 26η του ίδιου μήνα γίνεται η επίσημη εγκατάστασή του στον ιερό Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Μηνά Ηρακλείου. Μια νέα περίοδος αγώνων και προσφοράς αρχίζει από την καινούργια αυτή και πολυεύθυνη έπαλξη του Προκαθημένου της Αποστολικής Εκκλησίας της Κρήτης.

Ως Πρόεδρος της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου ο Σεβ. χ.κ. Τιμόθεος συνεργάζεται άριστα με τη Μητέρα Εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και τους σεπτούς Προκαθημένους της, τον αοίδιμο Πατριάρχη Δημήτριο (1972-1991) και τον σημερινό Παναγιώτατο κ.κ. Βαρθολομαίο (1991 κ. εξ.), τους Σεβ. Αρχιερείς της Μεγαλονήσου, τις Αρχές της Χώρας και του τόπου και φροντίζει με σύνεση για την επίλυση των κατά καιρούς αναφυομένων προβλημάτων. Μεταξύ άλλων, επί προεδρίας του επισκέπτεται δυο φορές την Κρήτη ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος (1992 και 1995), εκδίδεται ο Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος ανακηρύξεως των τιμής ένεκεν Ιερών Μητροπόλεων της Μεγαλονήσου σε εν ενεργεία Μητροπόλεις και απονέμονται σ' αυτές έξαρχικοί τίτλοι (1993), Ιδρύεται η νέα ιερά Μητρόπολη Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου στο Νομόν Ηρακλείου (2000), μετονομάζονται οι Ιερές Μητροπόλεις Λάμπης και Σφακίων σε Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων και Πέτρας σε Πέτρας και Χερρονήσου (2000), .

Ως Ποιμενάρχης της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης ο Τιμόθεος συνεχίζει με αμείωτον ενδιαφέρον την πλούσια πνευματική, κοινωνική, φιλανθρωπική και συγγραφική προσφορά του. Με την ανύστακτη πατρική μεριμνά του οργανώνονται οι κεντρικές Υπηρεσίες, οι κατά τόπους Ενορίες, οι ιερές Μονές και τα ευαγή Ιδρύματα της Επαρχίας του και με τη συμπαράσταση των συνεργατών του επιτυγχάνεται η αισθητή βελτίωση της λειτουργίας τους, ώστε να δίδεται δυναμικό το "παρών" της Εκκλησίας σ' όλους τους τομείς του δημοσίου βίου.

Επί Αρχιερατείας του ανακαινίζεται το Μέγαρο της Ι. Αρχιεπισκοπής, εκσυγχρονίζονται τα Γραφεία της και δημιουργείται το Επικοινωνιακό και Μορφωτικόν Ίδρυμά της (1997), στο οποίον εντάσσονται ως τμήματά του προϋπάρχουσες μορφές εκκλησιαστικής διακονίας, όπως το βιβλιοπωλείον, η Βιβλιοθήκη και το Μουσείον ιερών Εικόνων και Κειμηλίων, αλλά και εντελώς νέες, όπως το Κέντρον Επιμορφώσεως Στελεχών της Εκκλησίας, ο Ραδιοφωνικός Σταθμός, το Πνευματικόν Κέντρον η Σχολή Βυζαντινής Μουσικής, η Σχολή Γονέων και τα Τμήματα: Συμπαραστάσεως σε εκπαιδευτικούς λειτουργούς, Μελέτης και αντιμετωπίσεως κοινωνικών προβλημάτων, Εκκλησιαστικής κληρονομιάς, Πολυμέσων διαδικτύου και Ιστορικού αρχείου. Στο Κέντρον Επιμορφώσεως Στελεχών πραγματοποιούνται από ειδήμονες επιμορφωτικά σεμινάρια για τους Κληρικούς κ.ά».