Του Γ. Καλογεράκη

1ο Μέρος

Την ιστορία του χωριού θα πω με λίγα λόγια ότι το κάψαν τ ρ ε ι ς φορές και πάλι είν’Ανώγεια

Μεγάλο πράμα θεωρώ ’που τη φωτιά να βγαίνει ζωή να συνεχίζεται κι ας είναι και καημένη

Το αίμα και το δάκρυ μας επήγανε χαλάλι τ’Ανώγεια ξανανθίσανε που γίνανε καψάλι

Η ιστορία γράφεται κι ότι καιρό κι αν κάνει και σα μουσκέψει το χαρτί δε σβήνει το μελάνι

(Αριστείδης Χαιρέτης – Γιαλαύτης)



Σήμερα κλείνουν 60 χρόνια από τον Αύγουστο του 1944 που το ηρωικό χωριό των Ανωγείων άρχισε να παραδίδεται στις φλόγες, την λεηλασία και την καταστροφή. Οι Γερμανοί κατακτητές με μια λιτή διαταγή του Χ. Μίλλερ θα άφηναν στο πέρασμά τους από το χωριό μόνο στάχτες και ερείπια. Όταν δεν μπορεί να υποταχτεί η αγέρωχη Ανωγειανή ψυχή, τότε αυτό που μένει είναι η καταστροφή των άψυχων αντικειμένων που την περιβάλει. Έτσι επί είκοσι και πλέον μέρες οι Γερμανοί ξέσπασαν στα μητάτα, στις στάνες, στα σύνεργα τυροκομικής, στα σπίτια και τις περιουσίες των Ανωγειανών. Μεγάλη ματαιοδοξία να σκέφτεται ο κατακτητής ότι, καταστρέφοντάς τα, ακολουθεί η ερήμωση και η εγκατάλειψη. Αυτό μπορεί να συμβαίνει και να συμβεί σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου εκτός από την Κρήτη. Γιατί στ’Ανώγεια

την καταστροφή ακολούθησε η δημιουργία

και την ερήμωση διαδέχτηκε η αναγέννηση.

Και τα Ανώγεια, όπως λέει στην μαντινάδα του ο Γιαλαύτης, «ξανανθίσανε».

Το σημερινό μου αφιέρωμα στην επέτειο του ολοκαυτώματος των Ανωγείων, θα παρακολουθήσει αυτό το ιστορικό γεγονός μέσα από έγγραφα της εποχής, αποσπάσματα βιβλίων και τέσσερις προσωπικές ιστορίες – μαρτυρίες αγέρωχων Ανωγειανών γυναικών, της Μπαμπακιούδενας, της Ζαχαράκενας, της Αλεξάνδρας Φασουλά-Σμπώκου και της Νίκης Ξυλούρη-Καλομοίρη.

Γιατί στην αναδημιουργία του χωριού, σπουδαίος ρόλος ανατέθηκε στην Ανωγειανή γυναίκα. Ήταν αυτή που έκλαψε, αυτή που εμψύχωσε, αυτή που νοικοκύρεψε, αυτή που δεν λύγισε, αυτή που στύλωσε τα μάτια μπροστά και φώναξε δυνατά στον ήλιο να λάμψει και πάλι πάνω από τα Ανώγεια. Και στο τέλος τα κατάφερε.

Οι Γερμανοί ένα μήνα πριν συμπτυχθούν στα Χανιά και ελευθερωθεί η υπόλοιπη Κρήτη, εκδίδουν μια διαταγή καταλυτική για τα Ανώγεια, προσθέτοντας νέες σελίδες στην ένδοξη ιστορία του χωριού :

ΔΙΑΤΑΓΗ

ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟ1Υ ΦΡΟΥΡΑΡΧΟΥ ΚΡΗΤΗΣ

Επειδή η πόλις των Ανωγείων είναι κέντρον της Αγγλικής κατασκοπείας εν Κρήτη και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το φόνο του λοχίου φρουράρχου Γενί – Γκαβέ και της υπ’αυτόν φρουράς και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το σαμποτάζ της Δαμάστας, επειδή εις Ανώγεια ευρίσκουν άσυλον και προστασίαν οι αντάρται των διαφόρων ομάδων αντιστάσεως και επειδή εκ των Ανωγείων διήλθον και οι απαγωγείς με τον στρατηγόν Φον Κράιπε χρησιμοποιήσαντες ως σταθμόν διακομιδής τα Ανώγεια, διατάσσομεν την ισοπέδωσιν τούτων και την εκτέλεσιν παντός άρρενος Ανωγειανού όστις ήθελεν ευρεθεί εντός του χωρίου και πέριξ αυτού εις απόστασιν ενός χιλιομέτρου.

Χανιά 13 – 8 – 44

Ο Στρατηγός Διοικητής

Φρουρίου Κρήτης

Χ. ΜΙΛΛΕΡ

Αυτή ήταν η διαταγή που εξέδωσαν οι κατακτητές. Πίστεψαν πως 93 λέξεις ήταν αρκετές να αφανιστεί για πάντα ένα χωριό.

Π ό σ ο γ ε λ ά σ τ η κ α ν !!!

Ο ΛΟΧΙΑΣ ΟΛΛΕΝΧΑΟΥΕΡ

Η ΣΗΦΗΣ

Στην διαταγή καταστροφής των Ανωγείων, μια από τις αιτίες που επικαλείται ο Μίλλερ, είναι και ο θάνατος από τους Ανωγειανούς του λοχία φρουράρχου Γενί Γκαβέ, Σήφη. Από το βιβλίο του Γεωργίου Κάβου «Γερμανοϊταλική Κατοχή και Αντίσταση Κρήτης 1941-1945» και στις σελ. 529-531 διαβάζουμε : …η δεύτερη αποστολή ήταν να αναλάβει ο ίδιος την παρακολούθηση των κινήσεων και των ενεργειών του γερμανού λοχία Ολλενχάουερ ή Σήφη, για να τον εξοντώσουν μαζί με την φρουρά του φυλακίου Γενί-Γκαβέ. Μετά τη συζήτηση ο Εμμ. Μανουράς ή Σμαϊλης επέστρεψε στα Ανώγεια, όπου συνάντησε το Μανόλη Βλαντά ή Καραντινό, του μεταβίβασε την εντολή και κατόπιν πήγε στο σπίτι του, όπου βρήκε ένα σημείωμα του καπετάνιου του ΕΛΑΣ Ηρακλείου Ιωάννη Ποδιά, που βρισκόταν στη θέση Τσουνιά, που του έγραφε ότι οποιαδήποτε ώρα και αν φτάσει στα Ανώγεια ο Σήφης να τον ειδοποιήσει. Δεν πέρασε πολλή ώρα κι έμαθε ότι είχε φτάσει στα Ανώγεια ο Ολλενχάουερ. Επειδή τα Τσουνιά ήταν μακριά από το χωριό και δεν πρόφταινε να ειδοποιήσει με τον Περβολογιώργη, τον καπετάν Ιωάννη Ποδιά, αποφάσισε μόνος του ν’αναλάβει την εξόντωση των Γερμανών του φυλακίου Γενί Γκαβέ και του Σήφη. Ειδοποίησε αμέσως τους άντρες του εφεδρικού ΕΛΑΣ Ανωγείων Γύπαρη Κ. Μανουρά ή Ζωνό, Κωνσταντίνο Καφατζή, Ελευθέριο Αεράκη, Εμμ. Νταγιαντά ή Λαμπρινομανόλη, Χαρ. Φρυσάλη, Πέτρο Πασπαράκη, Ιωάννη Χρόνη Πασπαράκη, οι οποίοι έφτασαν πολύ γρήγορα και όλοι σχεδόν μαζί πήγαν στα σύνορα των Ανωγείων και του Καμαριώτη στη θέση «Φορτωμένου το Δέτη» όπου είχαν κρύψει μερικά όπλα και τα πήραν. Ένας από τους συναγωνιστές ρώτησε ποιος θα αναλάβει την ευθύνη των συνεπειών, εάν χτυπούσαν τους Γερμανούς. Τότε αυθόρμητα ανάλαβε ο Μανόλης Μανουράς ή Σμαϊλης όλη την ευθύνη. Προχώρησαν από εκεί στη θέση «Σφακάκι», που βρίσκεται μεταξύ Ανωγείων και Γενί Γκαβέ και εγκαταστάθηκαν σε μια υποχρεωτική διάβαση απ’όπου θα περνούσαν οι Γερμανοί. Σε λίγη ώρα είδαν μια φάλαγγα 70 γερόντων και γυναικοπαίδων, πλαισιωμένη από Γερμανούς και Ιταλούς να οδηγούνται προς το Γενί Γκαβέ. Τα γυναικόπαιδα έκλαιγαν, τα κλάματα και οι φωνές απελπισίας έφταναν ψηλά κι έφτασαν έως τα γύρω υψώματα όπου βρίσκονταν οι άντρες. Ο Μανόλης Μανουράς ή Σμαϊλης έδωσε εντολή στο Γύπαρη Μανουρά, ενώ ο ίδιος παρέμεινε στη θέση που βρισκόταν, να περάσει απέναντι στην πλαγιά μαζί με έναν άλλο και να πυροβολήσει, όταν η κεφαλή της φάλαγγας θα έφτανε σε ένα ορισμένο σημείο, για να ανακόψει την πορεία της. Πραγματικά έτσι και έγινε. Με τον πρώτο πυροβολισμό αυτομάτως σκορπίστηκαν τα γυναικόπαιδα και οι Γερμανοί έμειναν μόνοι.

Ο Σήφης (Ολλενχάουερ) με τον πρώτο πυροβολισμό τράβηξε το πιστόλι του και άρχισε να πυροβολεί προς την κατεύθυνση που υπολόγισε ότι τον πυροβολούσαν. Οι δύο Ιταλοί πέταξαν τα όπλα τους, ενώ οι Γερμανοί βαλλόμενοι και από τις δυο πλευρές αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν προς τον ποταμό Μάκρη, παρακολουθούμενοι από μικρή απόσταση από τους εφεδρο-ελασίτες και πυροβολούμενοι συνεχώς, ώσπου φτάνοντας στον ποταμό βρέθηκαν εγκλωβισμένοι και δεν μπορούσαν να ούτε να προχωρήσουν ούτε να υποχωρήσουν. Ύψωσαν ένα λευκό μαντήλι, που το είδε ο Γύπαρης Μανουράς, και προχώρησε στο μέρος των Γερμανών με προσοχή και ταυτόχρονα προχωρούσε και ο Μανόλης Μανουράς, όταν αντίκρισαν το θέαμα, να είναι ο περιβόητος Φρούραρχος του Γενί Γκαβέ γονατιστός με τα χέρια ψηλά και τραυματισμένος στο μηρό, τους τέσσερις Γερμανούς και δυο Ιταλούς να είναι πεσμένοι ανάσκελα και τα χέρια ψηλά. Δύο άλλοι Γερμανοί έτρεχαν προς την κατεύθυνση των Ανωγείων. Όταν άκουσαν τους πυροβολισμούς στα Ανώγεια οι άνδρες που είχαν επιστρέψει από τα γύρω υψώματα, μεταξύ των οποίων και ένοπλοι αντάρτες της Ανεξάρτητης Ομάδος Ανωγείων και άλλοι Έφεδροι Ελασίτες : οι Βασίλειος Καλλέργης ή Γαρτζόλης, Νικηφ. Βρέντζος, Μαν. Καλομοίρης, Γεώργ. Πασπαράκης, Δημοσθ. Πασπαράκης, Αντώννος Βρέντζος, Κωνστ. Νταγιαντάς έτρεξαν στην περιοχή του ποταμού Μάκρη και συνάντησαν τους δυο Γερμανούς, που είχαν διαφύγει και τους σκότωσαν. Μετά την αιχμαλωσία των Γερμανο-Ιταλών οι άνδρες του Εφεδρικού ΕΛΑΣ Ανωγείων με επικεφαλής το Μανόλη Μανουρά ή Σμαϊλη τους οδήγησαν στην περιοχή των Ανωγείων…

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΑΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΝΛΕΥ ΜΟΣ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ «A WAR OF SHADOWS» ΜΕΤΑ ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΣΤΟ ΣΦΑΚΑΚΙ

…εκείνο το πρωί μια ομάδα δέκα Γερμανών είχε φτάσει στα Ανώγεια, το μεγαλύτερο χωριό της Κρήτης, για να συγκεντρώσει άντρες ικανούς για υποχρεωτική εργασία. Οι άντρες που ζήτησαν αρνήθηκαν να πάνε και οι Γερμανοί σε αντίποινα είχαν συλλάβει πενήντα ομήρους. Αλλά μόλις είχαν αναχωρήσει, βρέθηκαν κυκλωμένοι από αντάρτες και στη σύντομη συμπλοκή που ακολούθησε εξοντώθηκε ολόκληρη η γερμανική ομάδα και οι όμηροι απελευθερώθηκαν, ύστερα απ’αυτό σχεδόν όλοι οι κάτοικοι έφυγαν για τα βουνά, φοβούμενοι ότι μεγάλες εχθρικές δυνάμεις θα έφθαναν την άλλη μέρα για να προβούν σε αντίποινα.

Όλο το απόγευμα εξακολουθούσαν να καταφτάνουν φυγάδες και το μικρό μας στρατηγείο πήρε την όψη ενός τεράστιου, εκτεταμένου στρατοπέδου. Αλλά υπήρχε κάτι το μοναδικό σ’αυτούς τους πρόσφυγες. Δεν ήσαν καθόλου κατηφείς, δεν είχαν μελαγχολικές και σπαραξικάρδιες όψεις, που συναντά κανείς σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Αντίθετα τα γέλια πλημμύριζαν την ατμόσφαιρα και ακούγονταν ηρωικές εκφράσεις.

Οι άντρες ήσαν έτοιμοι για μάχη, αν και τα όπλα τους ήσαν τόσο παλαιά, όσο και οι κορυφές των βουνών που ήσαν τριγύρω μας.

Ακόμη και μερικές γυναίκες φορούσαν φυσεκλίκια και ήταν οπλισμένες με κρητικά μαχαίρια.

Το σκηνικό ήταν προκλητικό για δράση.

Και συναντήσαμε πολύ μικρή δυσκολία, για να αποφασίσουμε τι είδους δράση χρειαζότανε…

Στάνλεϋ Μος

Γεωργίου Κάβου «Γερμανοϊταλική Κατοχή και Αντίσταση Κρήτης 1941-1945», σελ. 532

ΑΝΩΓΕΙΑ

Δυσκολεύομαι να βρω αρκετά έντονες λέξεις για να σας εκφράσω τη μεγάλη τιμή που αισθάνθηκα όταν μου έγινε η παράκληση και μου δίνεται η ευκαιρία να σας μιλήσω για τ’Ανώγεια. Κι ακόμα να σας πω πόσο ευτυχής είμαι που εκ μέρους των Βρετανών αξιωματικών και στρατιωτών που γνώρισαν την γενναία συνεργασία των κατοίκων του όταν ήταν κάτω από το γερμανικό ζυγό, την φιλοξενία τους και την εγκάρδια φιλία τους, να σας εκδηλώσω με επίσημο τρόπο τη βαθιά ευγνωμοσύνη που τρέφουμε για το ηρωικό αυτό χωριό και στην αδελφική συμπόνια μας για την τραγική καταστροφή που το έπληξε, για τον αλύγιστο πατριωτισμό και τη νομιμοφροσύνη που έδειξε.

Τ’Ανώγεια έπαιξαν πάντα περήφανο ρόλο στην πολυτάραχη και δοξασμένη ιστορία της Κρήτης και στάθηκαν υψηλό και δύσκολο παράδειγμα στους σημερινούς απογόνους μεγάλων προγόνων – των ατρόμητων εκείνων καπεταναίων, πολεμάρχων και παλικαριών - των περασμένων χρόνων. Μα οι σύγχρονοι Ανωγειανοί μπορεί να είναι υπερήφανοι και ευτυχείς γιατί φάνηκαν με το παραπάνω αντάξιοι των μεγάλων παραδόσεων που κληρονόμησαν από τους προγόνους των και γιατί τα δικά τους παιδιά θα αντλήσουν την ίδια έμπνευση από τη γενναία διαγωγή των πατέρων τους στον πόλεμο ενάντια στους Γερμανούς βαρβάρους, όπως αντλούν και οι σημερινοί κάτοικοι του μαχητικού χωριού απ’την ανδρεία και την αποφασιστικότητα των γονιών των στην πάλη ενάντια στους Πασάδες, τους Μπέηδες και τους Γενίτσαρους των τουρκικών χρόνων. Στα χρόνια που έρχουνται, τα χαλάσματα και τα σημάδια των πυρκαϊών (που ακόμα κι όταν τα καμένα χωριά της Κρήτης ξαναγίνουν και πάλι ευήμερες και ευτυχισμένες κοινότητες θα μαρτυρούν πάντα για τα δεινά και την γενναιότητα του παλιού καιρού) θα θεωρούνται σαν περήφανες πληγές και σαν αστραφτερά διάσημα. Μα η μέρα αυτή δεν έχει φτάσει, ακόμα και σήμερα τα σκεπάζει ο πόνος, η φτώχεια, η πείνα, το κρύο κι οι αρρώστιες. Για τον άντρα που με τη γυναίκα του και τα παιδιά του ζει πάνω σε μια παγερή βουνοπλαγιά, στη καρδιά του χειμώνα χωρίς στέγη, χωρίς κουβέρτες για να σκεπάσει τα παιδιά του και χωρίς τροφή, το συναίσθημα πως η καταστροφή αυτή τον βρήκε γιατί έκανε το καθήκον του δεν είναι πάντα τέλεια παρηγοριά.

Γι’αυτό θεωρώ τόσο ευτυχή τον εαυτό μου που μπορώ να προσφέρω την ταπεινή μου συμβολή στη σημερινή συνάθροιση για να ανταποδώσω-δυστυχώς όχι με πράξεις μα με λόγια-ένα ελάχιστο μέρος του χρέους που εμείς οι Άγγλοι, οι οποίοι δουλέψαμε στην Κρήτη στο διάστημα της κατοχής, οφείλουμε στ’Ανώγεια και στ’άλλα ηρωικά χωριά της Κρήτης που πλήρωσαν τόσο ακριβά για τον πατριωτισμό και την πίστη τους στο συμμαχικό αγώνα. Ήταν χάρις στην αλύγιστη αυτή πίστη και αληθινή φιλία που μπορέσαμε να κρατηθούμε στη ζωή και που έγινε η ιστορία της γερμανικής κατοχής στην Κρήτη τέτοιο λαμπρό παράδειγμα αρμονικής και έμπιστης συνεργασίας μεταξύ συμμάχων. Κι ακόμα που έκανε την Κρήτη μια ισχυρή και ενωμένη οικογένεια στην αντιμετώπιση του κοινού εχθρού. Εκφράζοντας τις ευχαριστίες μου στ’Ανώγεια, το μεγαλύτερο χωριό της Κρήτης, για την πιστή φιλία του στους συμμάχους του, επιθυμώ με ένα ακόμα πιο ταπεινό τρόπο να ευχαριστήσω συμβολικά από το μέρος των συναδέλφων μου Άγγλων αξιωματικών και στρατιωτών όλα τα υπέροχα χωριά της μεγαλονήσου που πλήρωσαν την ίδια φοβερή τιμή.

Πολλά απ’τα ονόματα που δόξασαν την ιστορία των Ανωγείων στα παλιά χρόνια ξανάζησαν στον τελευταίο αγώνα και έδωκαν νέα δύναμη στις παραδόσεις του χωριού-ονόματα σαν του Σκουλά, Δραμουντάνη, Ξυλούρη, Χαιρέτη, Σταυρακάκη, Σμπώκου, Κεφαλογιάννη, Μανουρά, Καλλέργη και Βρέντζο-για να μη μιλήσω παρά μόνο για όσους μου έρχονται τώρα στο νου. Η σκληρή και πολεμόχαρη αυτή ορεινή ράτσα υποβοηθήθηκε σ’όλη την ιστορία της απ’τη γεωγραφική της θέση. Είναι ένα μεγάλο χωριό, ριζωμένο σαν μεσαιωνικό κάστρο πάνω στις βορινές πλαγιές του Ψηλορείτη, απροσπέλαστο και απόμερο, και ευτυχώς ως τα χτες χωρίς δημόσιο δρόμο να φέρνει προς τα εκεί. Το πρώτο πράμα που σου κάνει εντύπωση ύστερα από τη γεωγραφική του θέση είναι η ατομικότητά του. Δημιουργήθηκε και μεγάλωσε με τη δικιά του παράδοση, με δυναμική προσωπικότητα που το έκανε πασίγνωστο πιο πέρα κι απ’τα όρια της επαρχίας, κι ακόμα του νησιού. Δεν ήταν ποτέ πλούσιο, γιατί είναι χτισμένο ανάμεσα στα ξερά μα βροχερά βουνά του Μυλοποτάμου, όπου οι βοσκές είναι ο μόνος πόρος ζωής. Για το λόγο αυτό πολλοί Ανωγειανοί, έμπειροι βοσκοί και τυροποιοί, συναντιούνται σ’όλη την κεντρική Κρήτη, ως τις βραχώδεις νότιες ακτές της Μεσσαράς και του Μονοφατσίου. Κάθε φορά που φτάναμε σε στάνη Ανωγειανού, ήμασταν βέβαιοι πως θα είχαμε καλή υποδοχή και βοήθεια, γιατί ο βοσκός τύχαινε να είναι πάντα ή ο αδελφός, ξάδελφος, συμπέθερος ή σύντεκνος κανενός φίλου μου στο πατρικό χωριό. Και γι’αυτό το λόγο, καθώς και για την έκταση και την προσωπικότητα του χωριού, ο Ανωγειανός έχει μεγάλη επίδραση. Στα άγρια βουνά των Ανωγείων όλες οι αρετές και οι αδυναμίες της ζωής των κρητικών βουνών φτάνουν στο ανώτατο σημείο : η περηφάνια και ο πατριωτισμός, το θάρρος, το χιούμορ, τα τραγούδια και οι μαντινάδες, οι θρύλοι και οι παραδόσεις καθώς και τα βουνίσια έθιμα της ζωοκλοπής, της αρπαγής κοριτσιών όπως στα παλιά χρόνια και της βεντέτας. Η λατρεία των όπλων είναι φανερή παντού και οι βοσκοί είτε ανήκαν σε μια ομάδα, είτε όχι, έφερναν πάντα μαζί τους κανένα τουφέκι, πιστόλι ή χαντζάρι, όπως σε καμιά άλλη περιοχή της Κρήτης ! Είναι άριστοι σκοπευτές και γεννημένοι στρατιώτες, όπως τρανά φανερώνουν η φήμη τους στην Αλβανία, οι αγώνες τους ενάντια στους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές στο Ηράκλειο και στο Ρέθυμνο, στο διάστημα της κατοχής. Η περηφάνια για το χωριό τους και για την ιστορία τους είναι απέραντη και διηγούνται πολλές ιστορίες για τον εγωισμό των Ανωγειανών που και οι ίδιοι κοροϊδεύουν. Έχουν πολλά χαρακτηριστικά που τους ξεχωρίζουν απόλυτα και τους χαρίζουν την ατομικότητά τους-την παράξενη βουνίσια διάλεκτό τους, τα ηλιοκαμένα πρόσωπά τους, την περήφανη κορμοστασιά τους, τα κροσσάτα μαύρα σαρίκια τους και τα μαύρα πουκάμισα, καθώς και την κρητική λεβεντιά. Είναι εξαιρετικά μερακλήδες και πολλοί μένουν ακόμα πιστοί στην παλιά κρητική φορεσιά. Είναι πιθανό πως τ’Ανώγεια είναι το μόνο χωριό στον κόσμο που έχει παπά ο οποίος είναι συνάμα και αλεξιπτωτιστής-τον πάτερ Ιωάννη Σκουλά.

Οι γυναίκες φορούν ακόμα κάπου-κάπου τις παλιές χαριτωμένες φορεσιές τους και φτιάχνουν ωραιότατο μετάξι. Το Ανωγειανό σακούλι, με τα πλούσια και φανταχτερά κεντήματά του, το χρυσωμένο σύρμα και τις φούντες, είναι αριστούργημα χωριάτικης τέχνης. Αν και το χωριό είναι φτωχικό, τα σπίτια στα Ανώγεια άστραφταν πάντα από καθαριότητα και η ατμόσφαιρα, παρά τη φρίκη και τις ταλαιπωρίες της κατοχής, ήταν πάντα γεμάτη γέλιο και χαρά. Η κρητική φιλοξενία και το χουβαρδαλίκι είναι πασίγνωστα και τα Ανώγεια αποτελούν ένα φωτεινό παράδειγμα. Η εξυπνάδα, η καλοσύνη και το χιούμορ καθώς και το κέφι των χωρικών έκαμαν τ’Ανώγεια πάντα ένα τόπο ευχάριστης διαμονής, ακόμα κι αν στα γειτονικά σπίτια έμεναν Γερμανοί. Οι βραδιές εκείνες γύρω απ’τη φωτιά, όταν πίναμε κρασί και τσικουδιά, τραγουδούσαμε μαντινάδες με τον ιδιαίτερο Ανωγειανό σκοπό, λέγαμε ιστορίες ή αστεία ή ακούγαμε επεισόδια των τουρκικών πολέμων απ’τους πρεσβύτερους θα μείνουν αξέχαστες. Είναι τραγικό να σκέπτεται κανείς πως οι κάτασπρες εκείνες κάμαρες με τ’αναμμένα τζάκια δεν είναι τώρα παρά μόνο μαυρισμένα ερείπια και τόσοι από τους συντρόφους που κάθονταν γύρω είναι τώρα νεκροί. Τα Ανώγεια οργανώθηκαν ευθύς απ’την αρχή και ως το τέλος έμειναν ένας από τους στυλοβάτες της Εθνικής Οργάνωσης Κρήτης, του πολιτικώς αχρωμάτιστου εκείνου συστήματος που συνέβαλε τόσο πολύ για να διατηρηθεί η ενότητα και η ολόψυχη αφοσίωση στην κοινή υπόθεση μέσα σ’όλο το νησί. Όπως και σ’όλα τα άλλα μέρη, όλοι ανήκαν στην κίνηση – οι γέροι, οι παπάδες, οι γιατροί, οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες καθώς και οι βοσκοί και η αστυνομία – που την αντιπροσώπευε ο υπολοχαγός Κίππης απ’την Κόρινθο, αξιαγάπητος και ευπρόσδεκτος ξένος. Ο καθένας εργαζόταν ακούραστα κατά το δικό του τρόπο για την ελευθερία του νησιού και της πατρίδας του. Σε οργάνωση, παροχή πληροφοριών, προπαγάνδα, επιχειρήσεις, απόκρυψη Άγγλων, μεταβίβαση πληροφοριών, μακρινές πορείες για τη μεταφορά βαριών φορτίων μέσα από άγρια βουνά, σε όλα αυτά τα Ανώγεια στάθηκαν πραγματικός αντιπρόσωπος του πνεύματος αντιστάσεως σ’όλη την Κρήτη, τίποτα δεν ήταν πάνω απ’τις δυνάμεις του και τίποτα δεν ήταν αναξιοπρεπές.

Για ένα μακρύ διάστημα τα Ανώγεια απέκρυψε και συντήρησε ένα τμήμα της βρετανικής αποστολής και του σταθμού ασυρμάτου της στα μητάτα και τις σπηλιές του Ψηλορείτη, και βορειότερα κοντά στο Γενί Γκαβέ. Για πολύ καιρό τα Μύθια, πάνω απ’την πηγή του Ζώμινθο – όπου ένας θρυλικός Μανουράς είχε σκοτώσει στα παλιά χρόνια ένα δράκοντα – (έτσι τουλάχιστο διηγούνται), ήταν το σπίτι μας και πάλι τα Πετροδολάκια. Και εκεί σχηματίστηκε η αντάρτικη ομάδα των Ανωγείων με πρώτο καπετάνιο το σύντεκνό μου Στεφανογιάννη ή Δραμουντάνη και μετά τον ηρωικό θάνατό του με αρχηγό το γενναίο και συνετό Μιχαήλ Ξυλούρη.

Οι Ανωγειανοί ήταν πάντα πρόθυμοι να βοηθήσουν σε οποιαδήποτε αποστολή, όσο επικίνδυνη κι αν ήταν, ή οσοδήποτε λίγες πιθανότητες επιτυχίας και αν είχε. Παραδείγματος χάριν, χωρίς τη γενναιόδωρη βοήθειά τους δεν θα πετύχαινε η επιχείρηση που είχε για αποτέλεσμα την αιχμαλωσία του Στρατηγού Κράιπε.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα ορισμένο επεισόδιο στην Κρήτη. Δύο Βρετανοί λοχαγοί, καμιά δεκαριά φίλοι Ανωγειανοί και’ γω βαπτίσαμε μυστικά την κόρη του Στεφανογιάννη Δραμουντάνη, ενός από τους πιο δραστήριους οργανωτές της Αντίστασης, τη νύχτα στην εκκλησία του πάτερ Μανόλη. Την βγάλαμε Αγγλία. Όταν γυρίσαμε σπίτι και την παραδώσαμε στη νέα συντέκνισσά μας Χαρίκλεια, καθίσαμε όλοι να φάμε, να πιούμε και να τραγουδήσουμε ως τα ξημερώματα. Είχαμε βάλει καραούλια και έτσι δεν διατρέχαμε κίνδυνο. Ξαφνικά είδαμε να χαράζει η αυγή, και πήγαμε πάνω στο δώμα. Καθώς θωρούσαμε τον ήλιο ν’ανατέλλει και να χρυσώνει τις κορφές του Ψηλορείτη και του όρους Κουλούκουνας και τον καπνό να βγαίνει από τις καμινάδες των σπιτιών, πήραμε άλλο θάρρος. Στην έρημο ξέραμε πως η 8η στρατιά προέλαυνε, η οργάνωση και ο εξοπλισμός σημείωναν ικανοποιητική πρόοδο, ήταν το μέσο του καλοκαιριού και μόλις προ ολίγου είχαμε βαφτίσει την κόρη του. Αρχίσαμε να μιλούμε για τα ευτυχισμένα χρόνια μετά τον πόλεμο όταν θα τέλειωναν όλα τα βάσανα. Πως μπορούσαμε να ξέρουμε πως ένα χρόνο αργότερα θα’βρισκε γενναίο θάνατο στους δρόμους του χωριού του από γερμανικές σφαίρες και πως το ίδιο το ωραίο χωριό θα γινόταν στάχτη. Χαιρετίζοντας τη μνήμη του, ας χαιρετίσουμε και τη μνήμη όλων των ηρωικών νεκρών των Ανωγείων και όλης της ηρωικής Μεγαλονήσου που τόσο αληθινά αντιπροσωπεύει.

Θα ήθελα να τελειώσω πάνω σ’ένα μήνυμα ελπίδας και αισιοδοξίας : όσο μαύρα και αποθαρρυντικά και αν φαίνονται όλα σήμερα, και μολονότι η γερμανική δυναμίτιδα κατάστρεψε κάθε σπίτι στα καμένα χωριά της Κρήτης, δεν κατόρθωσε όμως να φθείρει την ψυχή και το πνεύμα τους. Αυτά είναι άφθαρτα, και ένας λαός που έχει το θάρρος, την αποφασιστικότητα, την πίστη και τη ζωτικότητα των κατοίκων των Ανωγείων, δεν ξέρει τι θα πει ήττα, και παρ’όλα όσα έγιναν, τα Ανώγεια και τα άλλα κατεστραμμένα χωριά της Κρήτης θα ξαναχτιστούν και πάλι και θα εξακολουθήσουν μέσα από τους αιώνες να είναι παράδειγμα και να προσθέτουν νέα δόξα και νέες δάφνες στην ιστορία της ηρωικής νήσου των και ολόκληρης της πατρίδας των.

Συνεχίζεται