«Π»: Η Άνδρος είναι το αγαπημένο σας νησί όπως είπατε. Γιʼ αυτό τοποθετείτε στο τέλος τα τρία πρόσωπα εκεί;

Μαρίνα Καραγάτση: Ναι. Αλλά εκτός από αυτό ήθελα και να μιλήσω για τη φτωχολογιά της Άνδρου και για τη μεγαλοαστική τάξη της Άνδρου. Υπήρχαν πολύ έντονα αυτά τα δύο κομμάτια, που το ένα το αντιπροσώπευε η Λασκαρώ και άλλες κοπέλες που έφευγαν υπηρέτριες από τα φτωχά χωριά της Άνδρου για να δουλέψουν σε ξένα σπίτια και από την άλλη τα δικά μου σόγια. Από τη μια οι ξεπεσμένοι άρχοντες και η ανερχόμενη και μετά η ανελθούσα τάξη των ναυτικών, των καραβοκυραίων, των εφοπλιστών. Συνήθως όπως συνέβη και με την προγιαγιά μου και τον προπάππο μου, ήταν η αρχόντισσα που η οικογένειά της δεν είχε πια οικονομική ευχέρεια και παντρεύτηκε τον ανερχόμενο ναυτικό, τον Κλεάνθη Πολέμη. Όλη αυτή λοιπόν η ιστορία ξεκινά με αυτούς τους τρεις παράλληλους μονολόγους. Όλοι ξεκινούν από τα ίδια γεγονότα, την ίδια μέρα, μια ανοιξιάτικη μέρα του 1950 και μετά βέβαια κάθε ένας από τους ανθρώπους που μιλάνε πάει πίσω, πίσω, το κουβάρι της μνήμης τους οδηγεί πίσω. Στη γιαγιά μου φθάνει μέχρι και το 1830. Όταν τελείωσα τους τρεις αυτούς παράλληλους μονολόγους του 1950 που εγώ ήμουν μια έφηβη, εκεί κόλλησα λιγάκι γιατί δεν έβρισκα πώς να τελειώσω αυτό το βιβλίο. Δεν έχω και συγγραφική πείρα. Δεν έβρισκα τίποτα και ξαφνικά εκεί που ήμουν στο δρόμο κάποια μέρα σκέφτηκα τι είναι το πιο αγαπητό μου πράγμα; Είναι αυτό το αυλιδάκι, ο μικρός παράδεισος στο σπίτι μας στην Άνδρο. Θα τους βάλω λοιπόν εκεί όλους τους αγαπημένους μου που μπορεί και να με ταλαιπώρησαν και να ταλαιπωρήθηκαν- γιατί και καβγάδες υπήρξαν και μίση και πάθη- για να διηγηθούν το κενό, δηλαδή τι συνέβη μέσα σε μισό αιώνα όχι πια με πίκρα και μίσος, αλλά με μια συμφιλιωτική τάση. Ήθελα να τους συμφιλιώσω. Νομίζω ότι αυτό λειτούργησε προς τους αναγνώστες, γιατί θέλουμε μια κάθαρση και το ζητούσα κι εγώ μέσα μου.

«Π»: Οι κριτικοί έχουν διακρίνει ένα εξαιρετικό ταλέντο σε σας. Έχετε μετανιώσει που δε γράψατε νωρίτερα; Σας αποθάρρυνε το γεγονός ότι ο πατέρας σας είναι από τους πιο γνωστούς εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς του ʼ30;

Μαρίνα Καραγάτση: Οπωσδήποτε και ειδικά επειδή ήταν εκείνος ο πατέρας μου. Μπορεί αν ήταν κάποιος άλλος να μην ήταν τόσο αρνητικός. Ο Καραγάτσης έτσι κι αλλιώς δεν πίστευε ότι οι γυναίκες είναι δημιουργοί. Πίστευε ότι δεν έχουν φαντασία, δε μπορούν να κάνουν μυθοπλασία και ότι αν γράψουν θα είναι οι συγγραφείς του ενός βιβλίου που θα γράψουν την αυτοβιογραφία τους. Λέω ίσως με καταράστηκε και αυτό είναι το μοναδικό μου βιβλίο (γέλια). Δεν πίστευε πραγματικά και αυτό έβγαινε πάρα πολύ. Το έλεγε τόσο συχνά. Τύχαινε να είναι η μάνα μου ζωγράφος και για να πειστεί ότι ήταν καλή ζωγράφος και άξιζε τον κόπο να ασχολείται με τη ζωγραφική, πέρασαν πολλά χρόνια. Έπρεπε να κάνει πια με το ζόρι η μάνα μου την πρώτη της έκθεση το 1952 νομίζω, να πάρει πολύ καλές κριτικές ώστε κάπως να την αντιμετωπίζει σαν μια σοβαρή καλλιτέχνη. Ήταν τελείως φαλλοκρατική η αντίληψή του για τις γυναίκες.