Της Σοφίας Τσεντελιέρου

Όταν γράφεις με μεγάλο θυμό, δεν γράφεις καλή λογοτεχνία

Η Μαρίνα Καραγάτση, κόρη του γνωστού συγγραφέα, μιλά για τον πατέρα της και το βιβλίο της “Το ευχαριστημένο ή οι δικοί μου άνθρωποι”


Απαλλαγμένη από το θυμό και κάθε άλλο αρνητικό συναίσθημα, η Μαρίνα Καραγάτση στα 70 της χρόνια παρέδωσε στο κοινό το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Το Ευχαριστημένο ή οι δικοί μου άνθρωποι». Οι αναγνώστες το αγάπησαν, ενώ οι κριτικοί μιλούν για το εξαιρετικό της ταλέντο και για μια μαεστρία στον τρόπο γραφής.

Η κόρη του Μ.Καραγάτση, ενός από τους σημαντικότερους συγγραφείς της "Γενιάς του “30” και της ζωγράφου Νίκης Καραγάτση, δεν είχε αποφασίσει νωρίτερα να γράψει. Κι αν έγραφε, όπως λέει στην «Π», το βιβλίο της θα ήταν τελείως διαφορετικό, πιθανότατα γεμάτο θυμό. Μέχρι σήμερα θυμάται τα λόγια του πατέρα τους ότι οι γυναίκες δε μπορούν να είναι δημιουργοί, δεν έχουν φαντασία, κι αν γράψουν θα είναι συγγραφείς ενός βιβλίου, της αυτοβιογραφίας τους. Με χιούμορ προσθέτει ότι πολλές φορές σκέφτεται ότι την καταράστηκε ο Καραγάτσης και αυτό θα είναι το μοναδικό της βιβλίο…

Το βιβλίο αποτελείται από τρεις παράλληλους εσωτερικούς μονολόγους, του Μ.Καραγάτση, της υπηρέτριας Λασκαρώς και της γιαγιάς Μίνας. Οι αφηγήσεις τους ξεκινούν από τα ίδια γεγονότα μια ανοιξιάτικη μέρα του 1950. Στο τέλος οι τρεις αυτοί δικοί της άνθρωποι τοποθετούνται στο αυλιδάκι στο σπίτι της Άνδρου το 2006, χωρίς πάθη και μίσος πια, συμφιλιώνονται. Με το μονόπρακτο αυτό καλύπτεται το κενό μισού αιώνα.

Η συνέντευξη της Μαρίνας Καραγάτση στην «Π» έχει ως εξής:

«Π»: Πώς αποφασίσατε τώρα και όχι κάποιες δεκαετίες νωρίτερα να γράψετε το βιβλίο σας;

Μαρίνα Καραγάτση: Το βιβλίο άρχισα να το γράφω το καλοκαίρι του 2005 και το τελείωσα την άνοιξη του 2007. Ενάμιση χρόνο μου κράτησε. Προηγουμένως έγραφα μικρά κομμάτια, κυρίως συνεντεύξεις που μου ζητούσαν για τον πατέρα μου και για την οικογενειακή μας ζωή, τα προσωπικά μου βιώματα. Επίσης κάποτε είχα γράψει για τον Τσαρούχη, για τον Εμπειρίκο, για τη γενιά αυτή που γνώρισα μέσω των γονιών μου. Αλλά ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι θα μπορούσα να γράψω ένα βιβλίο. Μάλιστα δεν είναι ένα καθαρά αυτοβιογραφικό βιβλίο, είναι μυθοπλασία. Δηλαδή κάπου μπλέκονται τα πραγματικά γεγονότα με μυθιστορηματική πλοκή. Αυτό δεν είχε περάσει καν από το μυαλό μου και όταν ξεκίνησα να γράφω αυτό το βιβλίο. Η αρχική μου σκέψη ήταν να γράψω ένα σύντομο διήγημα για την υπηρέτρια, τη Λασκαρώ, επειδή πάντα με απασχολούσε η ζωή αυτής της γυναίκας. Ξεκίνησα μάλιστα τριτοπρόσωπα και όχι στο ύφος του θεατρικού μονολόγου. Γράφοντας για τη Λασκαρώ μου ήρθαν στο μυαλό και όλα τα υπόλοιπα. Παρουσιάστηκαν και όλα τα άλλα μέλη της οικογένειάς μου. Από εκεί και πέρα η Λασκαρώ μου θύμισε την Άνδρο, που είναι το αγαπημένο μου νησί, η Άνδρος μου θύμισε τη γιαγιά μου. Το ένα έφερε το άλλο και άλλαξα και τρόπο γραφή. Δηλαδή ενώ το είχα αρχίσει τριτοπρόσωπα το γύρισα στο μονόλογο, σε πρώτο πρόσωπο. Μετά βέβαια ήρθε η σειρά του πατέρα μου. Μπορεί και ενδόμυχα αυτό να ήθελα να γράψω και να το απέφευγα με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο και ξεκίνησα τη Λασκαρώ και τελικά έφτασα στον πατέρα μου. Τεχνικά όταν έφθασα στον Καραγάτση σκέφτηκα ότι θα με βοηθούσε να διαβάσω τα βιβλία του που δείχνουν την αντιφατικότητα του χαρακτήρα του. Πήρα πρώτα τον Μεγάλο Ύπνο που είναι ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο του, το γράφει ακριβώς μόλις πέθανε η μητέρα του την οποία λάτρευε. Γενικά είναι ο αγγελικός Καραγάτσης που δεν έχει ακόμα μεγαλώσει και σκληρύνει. Μετά διάβασα και τον Κίτρινο Φάκελο ξανά που είναι το ακριβώς αντίθετο. Είναι ένα σκληρό, δαιμονικό βιβλίο, όπου όλα καθορίζονται από σχέσεις οικονομικές και δεν υπάρχουν αισθήματα. Έκοψα φρασούλες και από το Μεγάλο Ύπνο και από τον Κίτρινο Φάκελο και κόλλησα σε ένα τετράδιο, γιατί εγώ δε δουλεύω και με υπολογιστές. Με το χέρι μου έγραψα το βιβλίο. Συγκέντρωσα φρασούλες που νόμιζα ότι θα δείχνουν τη μια και την άλλη πλευρά και όταν άρχισα να το γράφω έβαζα σφήνες και από το ένα και από το άλλο, ώστε να φανεί ολοκληρωμένη αυτή η προσωπικότητα. Έτσι κι αλλιώς εγώ πιστεύω ότι οι άνθρωποι δεν είναι ένα πράγμα. Δεν είναι καλοί ή κακοί. Είμαστε τα πάντα. Το ίδιο έκανα μετά και όταν έφθασα στο μονόλογο της γιαγιάς μου. Είχα κρατήσει την αλληλογραφία της και προς εμένα και προς τη μητέρα μου. Εκεί ξαναθυμήθηκα τη γιαγιά Μίνα που μιλούσε κάτι μεταξύ της καθαρεύουσας και των ντόπιων των ανδριώτικων και όταν έβρισκα φρασούλες ή λέξεις ανδριώτικες τις έγραφα στο τετραδιάκι της. Το χρησιμοποίησα κι αυτό για να γράψω το μονόλογο της γιαγιάς. Επίσης κάτι που δεν το λαμβάνουν υπόψη τους οι δημοσιογράφοι όταν με ρωτούν είναι πόσο ρόλο έχει παίξει σʼ αυτό το βιβλίο για μένα η Άνδρος. Ήταν ένα χρέος μου κι απέναντι στο αγαπημένο μου νησί.