Η διαθήκη του Αριστοτέλη Ωνάση που ανοίχτηκε μετά το θάνατό του ακόμη και σήμερα προκαλεί αντιδράσεις. Ο ίδιος είχε γράψει τη διαθήκη πριν πεθάνει και έκανε λόγο για το ίδρυμα που είχε σκοπό να φτιάξει.

Έγραφε χαρακτηριστικά:

«Εάν ο θάνατός μου επισυμβή πριν ει προβώ εις την ίδρυσιν κοινωφελούς ιδρύματος εν Βαντούζ του Λίχτενστάιν ή αλλαχού υπό την επωνυμίαν "ALEXANDER S. ONASSIS FOUNDATION", με σκοπούς μεταξύ άλλων την ίδρυσιν, συντήρησιν και εν γένει λειτουργίαν καθώς και επικουρίαν, νοσηλευτικών, εκπαιδευτικών, φιλολογικών, θρησκευτικών, εν γένει επιστημονικών, εξερευνητικών, δημοσιογραφικών, καλλιτεχνικών, μετά διεθνών ή εθνικών διαγωνισμών μετά βραβεύσεων εις χρήμα όπως π.χ. το σχήμα του εν Σουηδία λειτουργούντος ιδρύματος NOBEL, αναθέτω και εντέλλομαι δια της παρούσης μου εις τους κατωτέρω αναγραφόμενους εκτελεστάς της διαθήκης μου την ίδρυσιν τοιούτου κοινωφελούς ιδρύματος εις Βαντούζ (Λίχτενστάιν) ή αλλαχού με τους αυτούς ως άνω σκοπούς ως και παρεμφερείς και άλλους κοινωφελείς τοιούτους της απολύτου εκλογής των λαμβανομένην κατά πλειοψηφίαν μεταξύ των ως και την σύνταξιν του κατά νόμον οργανισμού και καταστατικού αυτού δια την λειτουργίαν του εν λόγω ιδρύματος. Άπασαι αι διατάξεις της παρούσης διαθήκης μου αναφέρονται και επιθυμώ όπως εκτελεσθώσι επί του κοινωφελούς ιδρύματος ως εαν...»

Σύμφωνα με τη διαθήκη του Αριστοτέλη Ωνάση, ολόκληρη η περιουσία του μετεβιβάσθη από τον ίδιο σε δύο Ανώνυμες Παναμαϊκές Εταιρείες των οποίων τις μετοχές o ίδιος διένειμε μεταξύ των συγκληρονόμων του, δηλαδή του Ιδρύματος Ωνάση κατά τι ολιγότερον του μισού περίπου και της θυγατέρας του Χριστίνας Ωνάση κατά το υπόλοιπο που ήταν κατά τι περισσότερο του μισού περίπου.

Παραλλήλως, απέκλεισε την σύζυγό του της κληρονομίας του. Η διανομή των μετοχών των δύο αυτών εταιρειών έγινε από τον διαθέτη με τέτοιο τρόπο σε είδος ώστε ο έλεγχος και η διαχείριση ολοκλήρου της περιουσίας Ωνάση, και όχι μόνο του μισού που περιήρχετο στο Ίδρυμα, να ασκείται από το Ίδρυμα, με υποχρέωση του Ιδρύματος να καταβάλει ετησίως αναπροσαρμοζόμενη χρηματική παροχή στην κόρη του διαθέτου Χριστίνα και στην σύζυγό του Ζακλίν, αμφότερες δε απέκλεισε της διαχειρίσεως. Επικουρικώς ο διαθέτης περιόρισε τόσο την θυγατέρα του όσο και την σύζυγό του στην νόμιμο μοίρα τους.

Μετά τον θάνατο του αειμνήστου Αριστοτέλη Ωνάση η διαθήκη του ανοίχθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επειδή η σύζυγός του αξίωσε την νόμιμη μοίρα της που εβάρυνε αποκλειστικώς την Χριστίνα Ωνάση, που και αυτήν η διαθήκη Ωνάση περιόριζε στη νόμιμο μοίρα, η Χριστίνα εξαγόρασε το κληρονομικό μερίδιο της συζύγου του Αριστοτέλη Ωνάση. Μ' αυτόν τον τρόπο η Χριστίνα έγινε κυρία των 4/8 της περιουσίας Ωνάση, πλέον των εξαιρέτων παροχών προς αυτήν, και ειδικότερα του Σκορπιού, των πλοίων υπό σημαία Η.Π.Α., του ημίσεως του Ολυμπιακού Πύργου που ανήκε στον διαθέτη (στη συνέχεια εξ ολοκλήρου αγορασθέν από το ΄Ιδρυμα και από τρίτους) και άλλα κινητά.

Μετά από αυτό, η Χριστίνα ισχυρίσθηκε ότι ο αποκλεισμός της από την διαχείριση του ποσοστού της περιουσίας που κληρονόμησε από τον πατέρα της ήταν αντίθετος προς τις διατάξεις του νόμου περί νομίμου μοίρας που ορίζουν ότι η κληρονομική μερίδα του νομίμου μεριδιούχου πρέπει να είναι ελεύθερη από κάθε περιορισμό. Επιπλέον, η Χριστίνα δεν συμφωνούσε ούτε με την κατ' ιδανικά μερίδια συγκυριότητα της περιουσίας μεταξύ της και του Ιδρύματος, αλλά επέμεινε στην "αυτουσία διανομή" όλων των περιουσιακών στοιχείων, ώστε να μην υφίσταται καμία περιουσιακή σχέση μεταξύ των δύο κληρονομιαίων μερίδων, της δικής της και του Ιδρύματος.

Απεφασίσθη τότε μεταξύ των συγκληροτούμενων να γίνει η απογραφή, η αποτίμηση και η διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας Ωνάση (εκτός των εξαιρέτων) σε δύο ίσα μέρη, ονομασθέντα τότε "Α" και "Β" κατ' εκτίμηση εμπειρογνωμόνων, μεσιτών, λογιστών κλπ. και η δια κλήρου (όπως ορίζει ο νόμος) ενώπιον Ελβετού συμβολαιογράφου επιλογή του μέρους της κληρονομίας που θα περιήρχετο "αυτουσίως" εις την Χριστίνα εκτός των εξαιρέτων και του μέρους που θα περιήρχετο στο Ίδρυμα επίσης αυτουσίως.

Ο κλήρος, δια χειρός Χριστίνας, προσδιόρισε το Μέρος "Β" να περιέλθει στην Χριστίνα και το Μέρος "Α" εις το ΄Ιδρυμα.

Μετά από αυτό, οι δύο συγκληρονόμοι του Αριστοτέλη Ωνάση, δηλαδή το Ίδρυμα και η Χριστίνα, υπέγραψαν σταδιακώς μία σειρά από εκποιητικές συμβάσεις για την μεταβίβαση και εκχώρηση των καθ' έκαστα περιουσιακών στοιχείων που αναλογούσαν στον κάθε ένα κληρονόμο ('Ιδρυμα - Χριστίνα) χωριστά. Οι κληρονόμοι απεδέχθησαν την διανομή ως οριστική και παραιτήθηκαν αμοιβαίως από κάθε αξίωση εναντίον αλλήλων. Ένα πλοίο παρέμεινε κοινό έως ότου επωλήθη και αυτό και διενεμήθη το τίμημά του μεταξύ των ανωτέρω συγκληρονόμων κατ' ίσα μέρη.

Έκτοτε οι περιουσίες του Ιδρύματος Ωνάση και της Χριστίνας Ωνάση παρέμειναν τελείως χωριστές και ανεξάρτητες. Η κάθε μία περιουσία είχε την εξέλιξη που η βούληση, οι ιδιομορφίες και οι ιδιαιτερότητες του κάθε κληρονόμου επεδίωκαν.

Μετά τον θάνατο της Χριστίνας Ωνάση, ολόκληρη η περιουσία της, τόσο δηλαδή το μέρος αυτής που περιήλθε στην Χριστίνα από την κληρονομία του πατέρα της Αριστοτέλη Ωνάση, όσο και το μέρος που περιήλθε σε αυτήν από την προηγηθείσα χρονικώς κληρονομία της μητέρας της Αθηνάς Λιβανού (και όχι βεβαίως η ολοσχερώς αυτοτελής περιουσία του Ιδρύματος), περιήλθε με την διαθήκη της Χριστίνας στην κόρη της Αθηνά Ρουσέλ, κατά κεφάλαιο και εισοδήματα.

Στην πραγματικότητα, η Αθηνά Ρουσέλ δεν υπήρξε ποτέ κληρονόμος του Αριστοτέλη Ωνάση και ολοκλήρου της περιουσίας του. Υπήρξε μόνο κληρονόμος της μητέρας της Χριστίνας. Η Αθηνά Ρουσέλ δεν έχει κανένα δικαίωμα ή αξίωση στην περιουσία του Ιδρύματος "Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης" (που εξάλλου αντιπροσωπεύει το μερίδιο του αειμνήστου Αλεξάνδρου Ωνάση, εάν αυτός έζη), περιουσία η οποία διοικείται από ένα 15μελές Διοικητικό Συμβούλιο που απαρτίζεται κατά πλειοψηφία από ελληνικής ιθαγενείας ή καταγωγής μέλη όπως ορίζει το καταστατικό του Ιδρύματος και λαμβάνει αποφάσεις κατά πλειοψηφία.