Γνωστοί στο πανελλήνιο για την προνοητικότητά τους, τους ισχυρούς δεσμούς που αναπτύσσουν μεταξύ τους, τους οποίους με περηφάνια πολλές φορές δείχνουν σε άλλους, αλληλέγγυοι στη λύπη και μπροστάρηδες στη χαρά του συγγενή, του φίλου ή του γείτονά τους, οι κάτοικοι των Ανωγείων αυτή τη φορά, έχουν καταληφθεί από ένα ισχυρό, αλλά όχι πρωτόγνωρο, για τους παλαιότερους σοκ. Αυτό που δημιουργεί ο φόνος του συγχωριανού τους από τα χέρια επίσης συγχωριανού τους. Για εκείνους είναι σαν να πρόκειται για τα μέλη μιας οικογένειας που ο ένας αδερφός σκοτώνει τον άλλο… Η λύπη στον μέγιστο βαθμό… Τόσο για τον νεκρό, όσο όμως και για το μέλλον του τόπου τους, για όλα εκείνα που απεύχονται να ακολουθήσουν, επιθυμώντας όμως το κακό να λάβει τέλος και τον δρόμο που πρέπει.

Τα Ανώγεια, αν και στην «καρδιά» του Μυλοπόταμου, μια περιοχή που δικαίως ή αδίκως φέρνει μια ρετσινιά που δύσκολα μπορεί κανείς να απαλλαγεί, δεν χαρακτηρίζονται από κάποιο αρνητικό στίγμα, το οποίο συνοδεύει την κοινωνία τους. Απεναντίας. Και γι αυτή την έξωθεν καλή μαρτυρία οι κάτοικοι των Ανωγείων φρόντιζαν καθημερινά και για χρόνια και μάλιστα είτε βρίσκονταν στο χωριό είτε στην πόλη είτε εκτός Κρήτης ή εκτός Ελλάδος.

Η ιστορία όμως του νεκρού παλικαριού με δράστη κατά την αστυνομία έναν 54χρονο συγγενή του, έδειξε ότι οι κάτοικοι του χωριού κάτι δεν πρόσεξαν, κάτι τους ξέφυγε, κάτι άφησαν στην τύχη του και δυστυχώς το αποτέλεσμα αυτής της «απροσεξίας» αποδείχτηκε ολέθριο.

Σε μια κλειστή κοινωνία, όπως αυτή των Ανωγείων, ο ένας γνωρίζει τον άλλο, ξέρει τα χούγια του, τα καλά και τα κακά του. Διαπληκτισμοί, φασαρίες, εκρήξεις οργής μεταξύ κατοίκων είναι λογικό να συνέβαιναν, όμως πάντα ξεπερνιούνταν, χάρη στην παρέμβαση των ψυχραιμότερων, που δεν ήθελαν και δε θέλουν το χωριό τους «μοιρασμένο» στα δύο.

Το δυσάρεστο αυτό συναίσθημα του «διχασμού» είχαν να το ζήσουν πολλά χρόνια οι Ανωγειανοί ή ακόμα και αν το ένιωθαν για οποιονδήποτε λόγο, δεν το έδειχναν, το «έπνιγαν», γιατί έβαζαν και βάζουν πάντα πάνω απʼ όλα τον τόπο τους.



«Άγνωστη λέξη η βεντέτα στο χωριό»

Ένα φονικό στο οποίο θύτης και θύμα ήταν Ανωγειανοί και που θυμούνται οι παλιότεροι από τις ιστορίες των γονιών τους, χάνεται στα βάθη του χρόνου, όχι όμως από τις μνήμες ορισμένων. Η εξέλιξη μιας αιματοχυσίας πριν από αρκετές δεκαετίες «μαρτυρά» και τον τρόπο σκέψης των κατοίκων του χωριού. Δείχνει τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν ώστε να μην υπάρξει ούτε καν ως σκέψη στο μυαλό τους η λέξη «βεντέτα». Τα παιδιά του δολοφόνου και του δολοφονημένου παντρεύτηκαν κι έτσι έκλεισε πριν ακόμα αρχίσει ένας κύκλος αίματος που κάποιοι φοβούνταν.

Όμως και πριν από 60 χρόνια, ένα ανάλογο σκηνικό με το προχθεσινό είχε σοκάρει τους κατοίκους των Ανωγείων. Ήταν το 1959, που το χωριό είχε συγκλονιστεί από το φονικό μεταξύ μελών δύο οικογενειών. Με πρωτοβουλίες ατόμων που ο λόγος τους είχε βαρύτητα δεν δόθηκε συνέχεια. Οι Ανωγειανοί ήξεραν ότι για να γίνει αυτό, θα πρέπει η οικογένεια του δράστη να απομακρυνθεί, να αφήσει τις ρίζες της και να μη γυρίσει να κοιτάξει ποτέ πίσω.

Έκτοτε βέβαια, πέρασαν πολλά χρόνια και η ματωμένη αυτή ιστορία άνοιξε εκτός των άλλων και τον δρόμο για το πώς θα πρέπει να προλαμβάνονται δυσάρεστες καταστάσεις, πριν χυθεί αίμα. Τα χρόνια αυτά που ακολούθησαν, έδειξαν ότι οι τακτικές που ακολουθούνταν, γνωστοί και ως σασμοί, που είτε άρεσαν σε κάποιους είτε όχι, έφερναν αποτέλεσμα, έλυναν ειρηνικά τις όποιες διαφορές προέκυπταν. Πότε με συντεκνιές, πότε με κουμπαριές οι αντιπαραθέσεις και τα πάθη έσβηναν με το τσούγκρισμα των ποτηριών με το κρασί και με την ευχή «στην υγεία σου σύντεκνε ή κουμπάρε».

Τώρα, λίγες μόνο ώρες από την ταφή ενός νέου ανθρώπου η ευχή όλων είναι το κακό να σταματήσει, να μην πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις και η Αστυνομία, αλλά και η Δικαιοσύνη να κάνουν το χρέος τους, αποδίδοντας την ευθύνη εκεί όπου ανήκει.