Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή του νέου χρόνου
και μην ακούτε της βρισιαίς του κάθε φαμφαρόνου.
ʽΣτη ράχη φορτωθήκαμε τη Μαύρη μας τη Μοίρα
να ψάλωμε τα κάλαντα ʽστους μαχαλάδες γύρα.

Δέστε καράβι μια φορά εις τη γερή μας πλάτη,
oπού την ώρα κιʼ είκοσι μπορεί να πέρνη μίλια...
θα πάμε να το δείξωμε κι απάνω ʽστο Παλάτι
για να χαρή κι ο Βασιλιάς μαζί με τη φαμήλια.

Αυτά τα θεοκάραβα, που τζάμπα τʼ αγοράσαμε
και του Σεβάχ θαλασσινού τα βάσανα ʽπεράσαμε,
μας λεν πως θα τα βγάλουνε εις την δημοπρασία
και για τους τόκους θα γενούν εσπερινή θυσία.

Αλλʼ έννοια σας, μωρέ παιδιά, κι αν μας τα κατασχέσουν
τα ξακουστά καράβια μας ποτέ δεν θα ξεπέσουν,
και δίχως καν να βγάζουνε καπνό απʼ τα φουγάρα
θα ʽναι φοβερʼ αδιάκοπη σε καθεμιά μαγάρα.

Χαρά σʼ εμάς, χαρά σε σας, χαρά ʽστην Βασιλεία...
τα τρία θεοβάπορα θα μας καλοκαρδίσουν...
επαναστάται τα ζητούν κιʼ από την Βραζιλία
Το Ρίον Ιανέιρον μʼαυτά να βομβαρδίσουν.

Αλλʼ έννοια σας, μωρέ παιδιά, κι εμείς δεν τα πουλούμε,
πάντα με τα κανόνια των τον κόσμο θα χαλούμε,
και κάλλιο τʼ άδεια πιάτα μας να γλείφωμε σαν γάταις
και μόνο μέλι άγριο να τρώγωμε κι ακρίδες,
παρά χωρίς πολεμικαίς να ζήσωμε φρεγάταις,
που σκιάζουνε τους κοκοβιούς, της γόπες και μαρίδες.

Αρχιμηνιά κιʼ αρχιχρονιά και μπουμ μια μπαταρία
κι Αη Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία,
νέα διαμαρτύρησι των δανειστών μας δείχνει
και βαρελότα δεξιά κιʼ αριστερά μας ρίχνει.
Βασίλη μου, τι γίνεσαι; Βασίλη, τι θα γένης;...
Βασίλη, πόθεν έρχεσαι;... Βασίλη, πού πηγαίνεις;...

-Από την Λόντρα ʽπέρασα κιʼ οι φίλοι σας Εγγλέζοι
εσκύβανε με συλλογή σʼ ένα μακρύ τραπέζι...
μεγάλος θρήνος και βρυγμός... της τρίχαις των μαδούν
και μήτε καν ζωγραφιστούς δεν θέλουν να σας δουν.
Κουράγιο, τους εφώναξα, υπομονή κομμάτι
κιʼ ο Λόρδος ντούρος στέκεται απάνω στην βαλβίδα,
κιʼ αυτοί μʼ αγριοκύτταξαν με γουρλωμένο μάτι
κιʼ ούτε πουδίγκαις μούδωσαν μʼ Ελληνική σταφίδα,
και μούπαν αντιπρόσωπο τον Τσέστων πως θα στείλουν
να μάθη τι σας ώφειλαν και πόσα σας οφείλουν.

-Κι απʼ τη Γαλλία διάβηκα, την πρώτη φιλενάδα σας,
κιʼ εκείνη σώνει και καλά γυρεύει την αρμάδα σας,
κι αν στέμματα στον Βασιληά ο Μοντολών προσφέρη
μα καθεμιά εφημερίς και Παρισιάνα τσούπα
με γλώσσα Παρισιάνικη και τεντωμένο χέρι
ψάλλει για σα, Μυλλόρδε μου, όσα δεν σέρνʼ η σκούπα.

-Επέρασα για μια στιγμή κιʼ από την Γερμανία,
την προσφιλή σας συγγενή και πρώτη συμπεθέρα,
κιʼ εκείνη με μουγγρίσματα και με θυμού μανία
ζητεί των συμπεθέρων της να κόψη τον αέρα.
Σκασμός μωρέ Φλούχτηδες, ʽστους συμπεθέρους είπα,
κιʼ αυτοί μου ʽκόψαν με φωναίς τη δυνατή μου φόρα,
κιʼ εφώναξαν πως οι Ρωμηοί δεν έχουν διόλου τσίπα
κιʼ όλοι των εβλαστήμησαν χίλιαις φοραίς την ώρα,
που τους κατέβη κιʼ έκαμαν με τους Ρωμηούς χωριό
και τον μπελά των ʽβρήκανε με το συμπεθεριό.

-Αη Βασίλη, τι μας λες και πώς μας χολοσκάνεις;
φάγε μελομακάρουνα το στόμα να γλυκάνης.
-Αμμ τι να φάω και να πιω, που τίποτα δεν ʽβρίσκω,
και παίζει κι η κοιλίτσα μου μαζί σας Καραΐσκο;
Αχ! άφησέ με, Λόρδε μου με τα ψηλά φωκόλα,
και δώστε μου για γλύκυσμα φαρμακωμένη φόλα.

-Γεια σου, Μπουρλότε θαυμαστέ... μʼ ένα μεγάλο σκέρτσο
εσύ με τρόπο έφερες τον ένα κιʼ άλλον τέρτσο...
Μυλλόρδε, πόδι κτύπησε... Μυλλόρδε, ντούρος σήκω,
κι όλους εσύ τους έφερες ʽστον πρώτο πρώτο λύκο,
κι ερούφηξες σιγά σιγά τα δανεικά των πλούτη
με το μεγάλο σφόλιο σου και με το μπαλαμούτι,
κι απʼ όσους έπαιξαν με σε κανείς δεν ήλθε σότος
κι απʼ όλους ονομάζεσαι μπαλαμουτιέρης πρώτος.

Μʼ εκείνα τα τερτίπια σου, Σωτήρα, τα καπάτσα
ως τώρα μόνο τα μισά τους ʽπήρες με τη φάτσα,
όμως σαν πρωτομάστορης και πρωτοκατεργάρης
μπορείς και τρία τάταρτα ʽστο μέλλον να τους πάρης,
κιʼ αν με τα τέρτσα παίξουνε κιʼ αν παίξουν με τα σότα
κιʼ έτσι κιʼ αλλοιώς στη ράχη των θα σκάσουνε μπουρλότα.

Αρχιμηνιά κιʼ αρχιχρονά, και τούτο το καράβι
ας βλέπη κάθε μπουνταλάς και της Φραγκιάς κουτάβι.
Αρχιμηνιά κιʼ αρχιχρονιά και μπουμ μια μπαταρία
κι Αη Βασίλης έρχεται από την Εσπερία.
Σκορπά χαρτί ʽστους δανειστάς και με τα δυό του χέρια,
κρατεί λιβάνι και κεριά και μαύρα βουλοκέρια,
πετά ʽστα μούτρα των Ρωμηών σουπιαίς και καλαμάρια,
βαστά και για της ράχαις των γαϊδουρινά σαμάρια.

Αρχιμηνιά κιʼ αρχιχρονία... τον κόσμο τον τʼ αράξαμε
και με τη Μαύρη Μοίρα μας σία, παιδιά, κιʼ αράξαμε,
και προς τιμήν της στρούγγας μας, του κράτους και του θρόνου
τέρτσους να ξαναφέρωμε τους δανειστάς του χρόνου.
Στους Ρωμηούς τους βόας-βους
πάντα χρόνους ακριβούς
και ʽστους ξένους τους γκαβούς
και μεγάλους παλαβούς
ένα κόσκινο βολβούς.