Πρωθυπουργέ τρικούβερτε με την βροντή του Άρη,
με το βαρύ γουναρικό και το πολύ καμάρι,
κάτσε να φας, κάτσε να πιης, κάτσε να τραγουδήσης,
κάτσε να ʽ πης τι έκαμες, να μας καλοκαρδίσης.

-Έβαλα τους μπεμπέδες μου να κόψουν και να ράψουν
και Κατηγορητήριο περίφημο να γράψουν,
κι υπέγραψε φαρδύς πλατύς κι ο Τάκης με τον Πέρρο
κι εγώ εις όλους έκανα πως τίποτα δεν ξέρω.

-Μεγάλαις ʽστα Δημοτικά μας ήλθαν συμφοραίς
κιʼ επήγαιναν και ήρχοντο στο Στέμμʼ αναφοραίς,
κι εγώ, χωρίς για όλʼ αυτά μια λέξι να προφέρω,
σʼ εχθρούς και φίλους έκανα πως τίποτα δεν ξέρω.

-Και τα λουριά εμάζεψα του Αθανασιάδη
γιατί την κοψοτράπουλα την είχε ʽστο σημάδι,
και του εκάπνισε κιʼ αυτού χωρίς κανένα λόγο
να κλείση σώνει και καλά τον έναν κι άλλο τζόγο.

-Για το καλό του τούλεγα νʼ αλλάξη πια το φύλλο,
όμως αυτός με φίλους μου και συγγενείς επιάστη,
ως που τον Πύργο άναυλα τον ʽγύρισα τον φίλο
να στέλλη φιλοσοφικαίς διατριβαίς ʽστο “Αστυ”.

-Στης Σύρας τους κακότυχους τους Ατμοπλοϊκούς
και με τα δυό μου έδινα λουφέδες τακτικούς,
κιʼ εκείνοι εμουφλούζευαν ακόμη πιο πολύ
κιʼ ιδρώτα κρύο μʼ έκαμαν να χύσω ʽστην Βουλή.

-Και καθʼ Εγγλέζος δανειστής επήρε τα βουνά
κι ο Σώλσβουρυ αγρίεψε κιʼ αυτός ʽστʼ αληθινά,
μα τον επεριφρόνησα σαν μέγας Ναπολέωντας
κι ο Σώλσβουρυ εζάρωσε κι έτσι επήγε λέωντας.

-Ο Σταμπουλώφ ο Βούλγαρος, που μου σκαρόνει τόσα,
πολλαίς παγίδες έστησε για την ʽδική μας γλώσσα,
μα τον επεριφρόνησα κι αυτόν σαν τον Εγγλέζο
κι ο Σταμπουλώφ κατάλαβε πως κότσα πια δεν παίζω.

-Με τον καπνό εσήκωσα τον κόσμο ʽστο ποδάρι
και της Βουλής οι ρήτορες γκαρίζαν σαν γαϊδάροι
κι όλοι στη μέση φύτρωναν κι εγύρευαν αράδες
μα τους επεριφρόνησα κιʼ αυτούς τους μασκαράδες.

-Και ο Ταρμπάζης έσκουζε με δύναμι πολλή
πως ʽστο νυκτέρι του καπνού δεν ήλθε στην Βουλή,
όμως εγώ, που καθενός του πέρνω τον αέρα,
τον έκανα κι επιστεύε πως ήτον εκεί πέρα.

-Και τον Ταρμπάζη έδιωξα κι εκείνος ήλθε πάλι
μα ταπεινότητα δειλή και με σκυφτό κεφάλι,
κι εκ φόβου άρχισαν πολλοί στην εχθρική μερίδα
κατά το δη λεγόμενον να βγάζουν αγουρίδα.

-Εγκλήματα ενώχλησαν το κράτος οχληρά
και στην “Πρωϊα” μʼάρεσε γιʼαυτό να χωρατεύω,
όμως ο κόσμος τοʼ περνε στα σοβαρά
και τέλος απεφάσισα να κάνω πως πιστεύω.

-Και στον  Ζαήμη έγνεψα το στόμα του νʼ ανοίξη
και για τους κουτσαβάκηδες τα δόντια του να τρίξη,
κι οι μαχαιράδες τόβαλαν με φόβο στην φευγάλα
κι έρριξαν τα μαχαίρια των κι επήραν πιο μεγάλα.
-Και τον Ρολλέν ξεκούμπισα κι επήρα με θυμόν
τον βρωμ σιδηρόδρομον των Μύλων-Καλαμών,
κι από φοβέραις και φωναίς εγώ δεν εχαμπάρισα
και μία, δύο, αλά τρε, του Σγούτα τον εχάρισα.

-Και μούπαν ότι θα γενή μεγάλο φονικό,
μα δυστυχώς δεν ίδαμε κανένα ξαφνικό,
γιατί τους εφοβέρισα κι εγώ με αγριάδα
πως θα τους πιω το αίμα των σαν χλιαρή σουμάδα.

-Στην κεφαλή μου έβαζα το κράνος μου στραβά,
ο δε χρυσός ανέβαινε στα ύψη πτεροφόρος,
κι όλοι να κλαίνε άρχισαν μʼ εκείνον τον χαβά,
που στην Λουτσία Λαμερμούρ κτυπειέται ο τενόρος.

-Πολλών μεταρρυθμίσεων μʼεκτύπησε μανία
και Υπουργείο έγινε για την Συγκοινωνία,
για να μπορέσουν κάμποσοι σαν βέργαις λιγεροί
ανέτως να συγκοινωνούν με τον Καλλογερή.

-Είπα το Υπουργείο μου πως θα το συμπληρώσω
κʼ εγώ εις ένα μοναχά την κάπα μου θα στρώσω,
κι έτσι καθείς ελπίζωντας πως Υπουργός θα γένη
μέσα στα μάτια με κυττά και στο Κορδόνι μένει.

-Μες στης καινούργιας εκλογής την ζάλη και την χάβρα
οι Κορδονάτοι Πατρινοί μʼελύσσαξαν ʽστα μαύρα,
μα όσο κι αν μʼ εκτύπησε κάθε πιστός μου φίλος
μου ήλθε κι άλλος μποναμάς, ο Πατρινός Γκορύλλος.

-Για το Κορδόνι έφεξε χρυσή Πρωτοχρονιά!...
βάλτε φωτιά και κάψετε κάθε παληό σας ρούχο...
και ο Σπινέλης τόδειξε μες ʽστην Κεφαλλονιά
και τώρα ποιος μου ʽμιλεί κατά την πόζα πούχω.

-Πολλών ως τώρα, μπάλωσα το τρύπιο των βρακί
κι ο γέρο Κούπας μούστειλε μια γούνα Ρωσσική·
μα τρεις φοραίς αλλοίμονο στην προκοπή του τόπου
αν αληθέψη και γιʼ αυτήν ο μύθος του Αισώπου.
Σουρής