Για τον καινούριο χρόνο ζητώ να προφητεύσω,
εδώ το κάθε ψέμμα θα βγη αληθινό.
γι΄αυτό πολλά θα γράψω χωρίς να κινδυνεύσω
μετά Χριστόν προφήτης ʽστον κόσμο να φανώ.
Και όχι εγώ μόνον, αλλά και κάθε άλλος
ʽμπορεί εδώ προφήτης να φαίνεται μεγάλος.

Σʼ αυτό τον νέο χρόνο τι λέτε πως θα γίνη;
θαρρείτε πως καινούρια θα πέσουνε καλά;
Θαρρείτε πως o τόπος ʽστα ίδια δεν θα μείνη;
θαρρείτε πως θα πάμε δυό ρούπια πειό ψηλά;
θαρρείτε πως τη μοίρα του έθνους δεν θα κλαίμε;
θαρρείτε και του χρόνου τα ίδια δεν θα λέμε;

Θαρρείτε πως θα λείψη ο δόλος και το ψέμμα;
θαρρείτε πως η φτώχια το έθνος δεν θα πνίγη;
θαρρείτε πως με νίκας θα λαμπρυνθή το στέμμα
κιʼ ο βασιλεύς θα παύση των γάτων το κυνήγι;
Πως άνθρωποι θα γίνουν του έθνους οι πατέρες,
και δε θα τρών με λόγια της νύκταις και της ʽμέραις;

Θαρρείτε πως δεν θάβγη κανένα νέο κόμμα;
πως ο Σταμούλης άσπραις δεν θα φορή γραβάταις;
θαρρείτε πως θα παύση, των πολιτών το στόμα
να ομιλή για νέα ʽστα σπήτια και ʽστης στράταις;
Η μη ο Στεφανίδης, θαρρείτε, δεν θα σκούζη,
και δεν θα ξαναβάλη εκείνο το μπουρνούζι;

Εις τη βουλή απʼ έξω, θαρρείτε, οι παυμένοι
πως δεν θα τριγυρίζουν νʼ ακούν πολιτικά;
θαρρείτε κι η κυρία Ροζού δεν θα πηγαίνη
στων κυριών το πάλκο να πέρνη πρακτικά;
θαρρείτε πως καθένας στρωμένος ʽστη λιακάδα
δεν θάχη μες ʽστο νου του την κλασικήν Ελλάδα;
Θαρρρείτε δεν θα γίνη καμμιά επιστρατεία,
χωρίς να πέση αίμα σταλαματιά ʽστη γη;
θαρρείτε σʼ όλους νίκης δεν θα δοθούν βραβεία
και δεν θα ξεφυτρώσουν και άλλοι στρατηγοί;
Κʼ ίσως αυτή την ώρα που γράφω ό,τι λάχη,
κολλούν σειραίς γαλόνια οι Μαραθωνομάχοι.

Θαρρείτε πως και φόροι και δάνεια θα λείψουν;
πως δεν θα γίνουν πρέσβεις σαν τον Σκουλούδη κι άλλοι;
πώς μʼ εντροπή κι οι κλέφταις τα μούτρα των θα κρύψουν.
κι ο κόσμος θα τους σπάση με πέτραις το κεφάλι;
Πως άτιμοι δεν θάνε οι τίμιοι σαν πρώτα,
και δεν θα τους γυρίζουν οι άρχοντες τα νώτα;

Θαρρείτε πως θα λείψουν οι χαβιαροχανίταις;
πώς δεν θα έλθουν κι άλλοι χρυσοί ομογενείς;
θαρρείτε πως αμάξια δεν θάχουν οι μεσίταις
και ούτε κάν θα στρέφη να τους ιδή κανείς;
Πως οικοπεδοφάγοι την γη μας δεν θʼ αρπάζουν
και του πτωχού το χώμα πως δεν θα το μοιράζουν;

Θαρρείτε πως κανένας για φόνο δεν θα κλάψη;
πως ο Ρωμηός τον άλλο Ρωμηό θε νʼ αγαπήση;
θαρρείτε πως μαχαίρι στον ήλιο δεν θʼ αστράψη;
θαρρείτε πως πιστόλι ποτέ δεν θα βροντήση;
Θαρρείτε πως Δημάρχους θα παύσουν να σκοτώσουν,
κι Εφόρους και Νομάρχας πως δεν θα στηλιαρώνουν;

Θαρρείτε το σπουδαίον ΔΕΛΤΙΟΝ του ΑΙΩΝΟΣ
πώς για κλεψιαίς και φόνους ποτέ δεν θʼ αναφέρη;
πώς θα μας ημερώση αυτός ο νέος χρόνος
κι ο ένας δεν θʼ αδειάζη του άλλου το κεμέρι;
Και εκείνοι που φορούνε την κόκκινη γιακέτα
θαρρείτε πως θʼ αφήσουν την έρημη πασέτα;
Θαρρείτε πως θα λάμπουν αι προσφιλείς Αθήναι;
θαρρείτε πως θʼ αλλάξη κι αυτός ο Κοσσανάκος;
θαρρείτε πως στους δρόμους ψοφήμια δεν θα είνε
και πως σε κάθε βήμα δεν θε να χάσκη λάκκος;
Θαρρείτε πως θα φέγγουν των δρόμων τα φανάρια,
και δεν θα σπάνε ράχαις και χέρια και ποδάρια;

Μη Σύλλογοι θαρρήτε δεν θʼ αναλάμψουν κι άλλοι;
πως δεν θα δούμε σμήμη εφημερίδων νέων;
πως εκλογαίς και φούριαις δεν θάχουμε και πάλι,
κι αιματηρούς αγώνας κομματαρχών γενναίων;
Πώς με σταυρούς τα στήθη δεν θα στολίσουν όλοι,
πώς κι άλλοι Οσμανιέδες δεν θάλθουν απʼ την Πόλι;

Θαρρείτε πως για τόπο κλεινού φρενοκομείου
κανείς Δρομοκαΐτης παράδες δεν θʼ αφήση;
πως Πρύτανις κανένας του Πανεπιστημίου
αγάλματα μωρίας και φρίκης δεν θα στήση;
Κι ο Δαμαλάς, εκείνος ο κριομύξης, πάλι
ʽστον Γλάδστωνα θαρρείτε πως λόγο δεν θα βγάλη;

Θαρρείτε εφευρέται δεν θάβγουν ένας κιʼ ένας
και με τας εφερεύσεις τʼ αυτιά μας δεν θα φαν;
θαρρείτε ανελπίστως πως Ποταγός κανένας
δεν θα μας έλθη πάλιν από το Κορδοφάν;
Ή δεν θα καταπλήξη, θαρρείτε, τας Αθήνας
κανείς Γρυπάρης νέος, Δε - Κάστρος, ή Μπαστίνας;

Τα γράμματα θαρρείτε σοφούς πως θʼ αναδείξουν.
και πάνσοφα τα κτήνη πως δεν θʼ αναφανούν;
και της Ακαδημίας αι πύλαι πώς θʼ ανοίξουν,
κιʼ εις έδρας πως θʼ ανέβουν διδάσκαλοι με νουν;
Κιʼ εκείνοι οι θεοί της οι χρυσαρματωμένοι
θαρρείτε πως μια μέρα δεν θα ʽβρεθούν σπασμένοι;




Μεταμορφώσεις κι άλλαι θαρρείτε δεν θα γίνουν;
θαρρείτε ο Καζάζης πως δεν θα καμαρώνη;
θαρρείτε τα παλούκια παλούκια πως θα μείνουν,
και μʼ ΕΥΣΕΒΕΙΣ τας τάφρους κανείς δεν θα πληρώνη;
Ή μήπως νέος ΚΩΔΩΝ βαρειά δεν θα σημάνη
και με το Τίγκι Τάγκα δεν θα μας ξεκουφάνη;

Θαρρείτε πως εις μάχας θʼ αφήσουμε τα κώλα;
θαρρείτε πως παιάνων θʼ ακούσωμεν τους ήχους;
θαρρείτε τέλος πάντων πώς θα προκόψουν όλα.
κιʼ εγώ πώς θʼ αποκάμω να φλυαρώ με στίχους;
Ο νέος χρόνος σʼ άλλους νέα καλά μοιράζει,
αλλά για ʽμας μονάχα το ΝΟΥΜΕΡΟ ΑΛΛΑΖΕΙ
SOURIS