ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ



ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΨΗΛΟΡΕΙΤΗ

Ανοίχτε στα τραπέζιʼ απλοχωριά

για την ωριά,

που με τʼ αψό

κορμί θα μας δειχτεί το μελαψό



χορεύοντας· κι απά στα φειδωτά

ψηφιδωτά

απλώστε, ώ νιοί

σκλάβοι, τα ρόδα σκύβοντας γυμνοί!



Και φέρε σε κροντήρι ξομπλιαστό

κρασί λιαστό

κι άλλο κρασί,

ώ με τα δάχτυλα τα μικρά σύ!



Και στις κολόνες, που πρασινωπά

κλαριά νωπά,

κισσού κλαριά

με τα κομμένα φύλλα και τʼ αριά



τις ζώνουνε για την καλή γιορτή,

ας μπούνε ορτοί

και σιμωτά

καθρέφτες με στεφάνιʼ ασημωτά,



να χιλιάζουν το κάλλι της αχνό

μες τον αχνό,

οπού γιʼ αυτή

θα βγάνει όσο λιβάνι θʼ αναφτεί!...



Ω! υψώστε τις φωνούλες τις ψιλές!

τις αψηλές

δάδες, ώ νιοί,

χαμηλώστε! το ρούχο της ανοιεί



σκίζοντάς το· και λάμπουν στο γερό,

το λυγερό

κορμί, που αχεί,

τα κρυφά, που με σπάνιο έχουν βραχεί,



νάρδο!... Ω! με τους καπνούς της κεφαλής,

- Φαλλής! Φαλλής!-

με την ορμή,

που ακράτητο μας κάνει το κορμί,



ως θέλει κάθε σύντροφος λαμπρός

ας φερθεί μπρός

σʼ όλους, ξηρά

χείλια δαγκάνοντας,-με τη σειρά!...

Κ.Ι. ΒΑΡΝΑΛΗΣ



Το ποίημα που αφιέρωσε το 1911 στον Καζαντζάκη (Πέτρο Ψηλορείτη) ο Βάρναλης. Είναι από τη «φυλλάδα 9-10», που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο – Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς, λίγο μετά τον κοινό παραθερισμό στο Κράσι (Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Πατρών)