ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ
Με σάπισαν το κρίμα και τα χρόνια.
Με διώχνουνε θεοί κι ανθρώποι κι όμως
το δίκιο ανθίζει μέσα μου κι ο νόμος!
Και τʼ αχαμνά μου ετούτα τα λαγόνια,
καθώς του σάπιου δέντρου τʼ ακροκλώνια
μιάς Ανοιξης μπορούν να γίνουν δρόμος
βλαστοί να πεταχτούν γιγάντοι, τρόμος
νʼ αδράξει τους θεούς και καταφρόνια.
Το δίκιο δε σιωπά, βογγάει εντός μου
σα θάλασσα. Τί κι αν λυσσάει του κόσμου
τʼ άδικο μίσος; Στην καρδιά μου εμένα
βιγλίζει ένα Μάτι όξω νου και τόπου
κι αν ο ρυθμός χαθεί στων θεών τα φρένα
ζει στην καρδιά του αδικημένου ανθρώπου.

ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ
Πώς χαίρεσαι τʼ απλά χοντρά στολίδια
της γης, φτωχή καρδιά μου! Να, τα βόδια
γυρνούν το δειλινό κι αντάμα εισόδια
τελούν αρνιά, βουκόλοι, ορνίθια, γίδια,
ξωμάχοι. Κʼ οι κοπέλες προς την ίδια
πηγή πάντα τραβούν κʼ οι νύφες ρόδια
σπούν στην αυλή τους, βάσανα και ξόδια
να διώξουνε κʼ οι γέροι, αποτρυγίδια
μασσώντας της ζωής, πέφτουν στον Αδη.
Πηδάει καυτός ο Υμέναιος από στόμα
σε στόμα και ρόδα κεντάει στο φάδι
του τίποτα κι ανθεί βαθιά το χώμα
σα νιόνυφης κορμί. Μην κλαίς, καρδιά μου,
τη λαμπάδα ψηλά κράτα του γάμου!

Η ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ
Κι αν όλοι τρέμουν σκάβοι μεσʼ στα χιόνια,
λεύτερη εγώ μεσʼ στʼ όνειρό μου κραίνω
τη γνώμη μου άφοβα και με άνθια ραίνω
το χώμα μου και νοιώθω χελιδόνια
να μου σπαθίζουν την καρδιά κι αηδόνια
να μου βαράν τη μέση. Απʼ το σκασμένο
φλούδι μου θριαμβικό χυμάει, ζεμένο
σε γέρανους, περδίκια, σπουργιτόνια
το ψίκι της κλεμένης Πριγκιπέσας.
Να, τους ανθούς μου ασώτεψα να διώξω
το φόβο από τις άνανθες κορφές σας,
ώ Φρόνιμοι, τανυώντας τʼ άγιο τόξο
της τρέλας. Τί αν μαδώ χλωμή στʼ αγιάζι;
Φέρνω το Μήνυμα και δε με νοιάζει!

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ
Σκληρό θέσαμε νόμο να ρυθμίζει
τη γνώμη μας κι ανέλπιδοι κρατάμε
τα στενά της ζωής κι όλοι κινάμε,
καβάλα στʼ όνειρό μας, όπου ορίζει
ο νομοθέτης νούς μας. Μετερίζι
δε θέμε, γιατί ξέρομε πως πάμε
του Χάρου τα κορμιά μας και δε σπάμε
το κύμα των βαρβάρων που χυμίζει
στην Πατρίδα. Μα ο νους εμάς φτερούγες
τανυώντας λεύτερης χάμου τη νίκη
παραιτά κι αητός δικέφαλος ούγες
κεντά με τʼ όνειρό του τη λαμπράδα
κι ανοιεί, στης βάρβαρης νύχτας τη φρίκη,
άνθος λευκό τη νικημένη Ελλάδα.
ΠΕΤΡΟΣ ΨΗΛΟΡΕΙΤΗΣ

Τα τέσσερα ποιήματα του Καζαντζάκη (Πέτρου Ψηλορείτη), δημοσιευμένα το 1914 στα «Γράμματα» της Αλεξάνδρειας (Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Πατρών)