Tου Αλέκου Α. Ανδρικάκη andrikakis@patris.gr

Τέσσερα άγνωστα ποιήματα της νιότης του Καζαντζάκη

Σπάνια κείμενα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα με την υπογραφή των κορυφαίων του πνεύματος, της τέχνης, της πολιτικής και των εθνικών αγώνων


Ο Νίκος Καζαντζάκης είναι γνωστός και θαυμάζεται από τους βιβλιόφιλους, Έλληνες και ξένους, ως κορυφαίος διανοητής και πεζογράφος. Τα πεζά κείμενά του έχουν εκατομμύρια αναγνώστες και εκδόσεις σε δεκάδες γλώσσες σʼ όλο τον κόσμο. Όμως σχεδόν μέχρι το πρώτο μισό του 20ου αιώνα ήταν γνωστός και ως μεγάλος ποιητής, ιδιότητα την οποία σήμερα σπανίως τού αποδίδουμε.

Το περίφημο έμμετρο έργο του «Οδύσσεια», με τους 333.333 στίχους και τις 24 ραψωδίες, που άρχισε να γράφεται στο Ηράκλειο το 1924, ολοκληρώθηκε σε μια πρώτη μορφή στην Αίγινα το 1928, αλλά στην ουσία ξαναγράφηκε άλλες 8 φορές μέχρι το 1938, όταν και εκδόθηκε, είναι η κορωνίδα της ποίησής του. Από τα κορυφαία ποιητικά έργα του, επίσης μεγάλης έκτασης, ήταν ο «Χριστός», γραμμένο το 1928. Ο ίδιος ο Καζαντζάκης θεωρούσε εαυτόν πρωτίστως μεγάλο ποιητή και ακολούθως πεζογράφο ή διανοητή.

Είναι φανερό πάντως ότι σʼ όλη την παραγωγική του πορεία, ο Νίκος Καζαντζάκης είχε σημαντική και υψηλού επιπέδου ποιητική δημιουργία. Φυλλομετρώντας το φιλολογικό – ποιητικό περιοδικό «Γράμματα», που εξέδιδαν στην Αλεξάνδρεια διανοούμενοι της εκεί ελληνικής παροικίας από το 1911 μέχρι το 1921 (η έκδοση συγκέντρωνε το διαρκές ενδιαφέρον του Κωνσταντίνου Καβάφη, ο οποίος δημοσίευσε πολύ συχνά ποιήματά του), εντοπίσαμε 4 άγνωστα, μάλλον από τα νεανικά, ποιήματα του μεγάλου Κρήτα στοχαστή. Τα μικρά στιχουργήματα, ομοιοκατάληκτα, παρουσιάστηκαν στο ίδιο τεύχος, αυτό με αριθμό 21, που είχε κυκλοφορήσει το 1914, στον τέταρτο χρόνο κυκλοφορίας του περιοδικού. Πρόκειται για πανομοιότυπα στην τεχνική ποιήματα, ακόμη και στον αριθμό των στίχων, αφού καθένα απʼ αυτά έχει 14. Έφεραν τους τίτλους, «Οιδίποδας», «Τα αιώνια», «Η αμυγδαλιά» και «Θερμοπύλες». Κάποια απʼ αυτά, έχουν τίτλους με ανάλογα ήδη γνωστά τότε ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη («Οιδίπους», 1896, «Θερμοπύλες», 1903, «Αιωνιότητα», 1895), χωρίς κανείς να μπορεί να υποστηρίξει ότι τα δικά του έργα έδωσαν την αφορμή στον Καζαντζάκη. Πάντως ειδικά στο ποίημα «Θερμοπύλες» μοιάζει να υπάρχουν αφορμές στο αντίστοιχο του Καβάφη (έχουν ίσο αριθμό στίχων και τα δύο), αλλά ακόμη και στο επίσης πασίγνωστο του Αλεξανδρινού «Περιμένοντας τους Βαρβάρους» (1904).

Όπως προαναφέρθηκε, και οι τέσσερις ποιητικές δημιουργίες του Καζαντζάκη δημοσιεύτηκαν στο ίδιο τεύχος του 1914 και έφεραν την υπογραφή Πέτρος Ψηλορείτης, ένα γνωστό φιλολογικό ψευδώνυμό του. Δεν μπορούμε όμως να ξέρουμε αν αυτά γράφηκαν ειδικά για το συγκεκριμένο περιοδικό, ή αν πρόκειται για αναδημοσίευση από κάποιο άλλο έντυπο. Πάντως στα «Γράμματα» δεν εντοπίζουμε άλλη συνεργασία του Καζαντζάκη.



Η αφιέρωση

του Βάρναλη

Στο ίδιο όμως περιοδικό υπάρχει ένα επίσης άγνωστο ποίημα που σχετίζεται με τον Καζαντζάκη (Πέτρο Ψηλορείτη). Πρόκειται για ένα ποίημα του νεαρού τότε Κώστα Βάρναλη, που είχε συνεργασία με τα «Γράμματα», και το οποίο είχε δημοσιευτεί τρία χρόνια νωρίτερα (φυλλάδα 9-10, Οκτώβριος – Νοέμβριος 1911). Τίτλος του «Συμπόσιον» και ο ποιητής το αφιέρωνε στο φίλο του Πέτρο Ψηλορείτη. Στην αποδελτίωση του στιχουργήματος από το αρμόδιο τμήμα του Πανεπιστημίου της Πάτρας, στις συλλογές του οποίου υπάρχει το αλεξανδρινό φιλολογικό περιοδικό, από παραδρομή αναφέρεται ότι το «Συμπόσιον» είναι ποίημα του Πέτρου Ψηλορείτη. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ποίημα του Βάρναλη αφιερωμένο στον Καζαντζάκη (Ψηλορείτη). Και βέβαια υπάρχει η εξήγηση για την αφιέρωση. Τον Αύγουστο του 1911 οι δύο μεγάλοι των ελληνικών γραμμάτων, που διατηρούσαν επαφές, είχαν περάσει μαζί τις διακοπές τους στο Κράσι. Εκεί παραθέρισαν ως μια παρέα νέων ηλικιακά διανοούμενων, οι οποίοι αργότερα θα είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ελληνική λογοτεχνία. Φιλοξενούμενοι συγγενή του πατέρα της Έλλης και της Γαλάτειας Αλεξίου, βρέθηκαν μαζί με τις δύο αδελφές, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Κώστας Βάρναλης, ο Μάρκος Αυγέρης, αργότερα δεύτερος σύζυγος της Γαλάτειας, ο φίλος του Καζαντζάκη Χαρίλαος Στεφανίδης. Στο φωτογραφικό αρχείο των εκδόσεων Καζαντζάκη έχει διασωθεί φωτογραφία από τον παραθερισμό της παρέας αυτής, αλλά από τον επόμενο Αύγουστο, όταν επαναλήφθηκε η πρόσκληση. Πιθανώς, γοητευμένος από την προσωπικότητα του Καζαντζάκη, ο Βάρναλης τού αφιέρωσε λίγο μετά το ποίημά του.

Πάντως ο Καζαντζάκης δεν ανταπέδωσε τη συγκεκριμένη απόδοση τιμής του Βάρναλη. Μετά από 11 χρόνια, όταν ο Βάρναλης, υπογράφοντας ως Δήμος Τανάλιας, εξέδιδε την εμβληματική ποιητική δημιουργία του «Το Φως που καίει», με την οποία έκανε τη μεταστροφή του στην κοινωνική ποίηση, εισέπραξε μια μάλλον κακεντρεχή κριτική του Καζαντζάκη. Σ' ένα γράμμα του προς τη Γαλάτεια, ο Νίκος Καζαντζάκης έγραφε: «Cherie, τώρα λαβαίνω τις εφημερίδες με το "Νουμά". Ξεφυλλίζοντας το "Νουμά" είδα μια κριτική για κάποιο "Τανάλια". Δεν τολμώ να πιστέψω πως είναι ο Βάρναλης. Θα 'ναι κανείς μαθητής καθυστερημένος του Παλαμά. Σκέψη, στίχος, ρητορεία - όλα Παλαμοφέρνουν. Αν πρόκειται για το Βάρναλη σε παρακαλώ θερμότατα στείλε μου το βιβλίο για να το διαβάσω με προσοχή. Θέλω ν' αλλάξω γνώμη. Αφήνω τη σκέψη του (πόσο είναι "σοσιαλιστικά" πίσω δε λέγεται), ο στίχος, η ποίηση, είναι ανάξια ρητορεία κι αφηρημένες έννοιες και κεφαλαία γράμματα». Φυσικά ο Καζαντζάκης, που θα γνώριζε ότι ο Τανάλιας ήταν ο Βάρναλης δεν είχε δίκιο, αφού το έργο αυτό έχει θεωρηθεί από τις κορυφαίες παραγωγές του Βάρναλη. Αρκετά αργότερα, στα 1939, ο τελευταίος ανταπέδωσε στα ίσα. Όταν πήρε στα χέρια του την «Οδύσσεια», έγραψε με ανάλογη κακεντρέχεια: «Πρόκειται για μια ανοιχτόκαρδη φάρσα»!



Τα ποιητικά έργα

του Καζαντζάκη

Ο Καζαντζάκης έχει μεγάλη παραγωγή ποιητικού έργου και περίπου μέχρι το μισό του 20ου αιώνα θεωρείτο περισσότερο μέγας ποιητής. Τα μεγάλα έργα της συνέχειας («Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», 1946, «Ο Καπετάν Μιχάλης», 1953, «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», 1954, «Ο τελευταίος πειρασμός», 1955, «Ο φτωχούλης του Θεού», 1956, «Αναφορά στον Γκρέκο», 1961, «Οι αδερφοφάδες», 1963) τον κατέταξαν στην κορυφή της πεζογραφίας. Το ποιητικό του έργο όμως που προηγήθηκε θεωρείται επίσης σημαντικό.

Τα ποιητικά έργα του Νίκου Καζαντζάκη είναι: Το 1915, «Οδυσσέας», «Νικηφόρος Φωκάς», «Χριστός». Τα οποία δημοσίευσε το 1922, το 1927 και το 1928 αντίστοιχα. Άρχισε να γράφει την «Οδύσσεια» (Ηράκλειο 1924) την οποία ολοκλήρωσε το 1928 και μέχρι το 1938 που την εξέδωσε, την ξανάγραψε 8 φορές! Την περίοδο 1932-1937 συνέθεσε τα 21 ποιήματα που θα αποτελέσουν τη συλλογή «Τερτσίνες», από τα οποία ως το 1946 θα δημοσιεύσει τα 11. Έγραψε σε στίχο άλλα επτά ποιητικά δράματα, από τα οποία δημοσίευσε τα τρία («Ιουλιανός», 1945, «Προμηθέας Πυρφόρος», 1945. «Ο Καποδίστριας», 1946). Τα έργα, «Βούδας», 1923, «Προμηθέας Δεσμώτης» και «Προμηθέας λυόμενος», 1943-1945 και «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος», 1944 δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατό του. Επίσης έγραψε τα δράματα «Μέλισσα», 1937 (παρουσιάστηκε το 1939) σε λυρική πρόζα και «Ο Οθέλλος ξαναγυρίζει», 1937 (δημοσιεύτηκε το 1962) σε ποιητικών διαθέσεων πεζό, ενώ μετέφρασε τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη (1932 και δημοσιεύτηκε το 1934), το πρώτο μέρος του «Φάουστ» του Γκαίτε (1936-1937 και δημοσιεύτηκε το 1942), ποιήματα Ισπανών ποιητών (δημοσίευση 1933-1937) και στίχους από την «Ιλιάδα» (1945-1946).

Ο φιλόλογος – ποιητής, καθηγητής, από το 1980-1991, της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και στη συνέχεια της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Νάσος Βαγενάς, έχει υποστηρίζει με θέρμη την ποιητική φυσιογνωμία του Καζαντζάκη και μάλιστα σε μια μελέτη του στο «Βήμα» της 11 Νοεμβρίου 2007, έγραφε με ξεκάθαρο τρόπο:

«Πιστεύω πως μπορούμε σήμερα να διαβάσουμε απροκατάληπτα την ποίηση του Καζαντζάκη, χωρίς τις παρωπίδες που αποτελούν η παρανόηση της έννοιας της φυσικότητας στο ποιητικό λεξιλόγιο και η υποτιθέμενη δυσπιστία προς τις μεγάλες αφηγήσεις. Διότι η Οδύσσεια, οι Τερτσίνες, τα ποιητικά δράματα του Καζαντζάκη, καθώς και οι συγκεκριμένες μεταφράσεις του μεγάλων ποιητικών έργων δεν θα μπορούσαν να είχαν συντεθεί παρά μόνο από έναν ποιητή μεγάλης ποιητικής πνοής και υψηλής στιχουργικής δεξιοτεχνίας. Η συγγραφική φύση του Καζαντζάκη είναι φύση ποιητική. Και τα μυθιστορήματα της τελευταίας του περιόδου μυθιστορήματα ενός ποιητή είναι - και από αυτό απορρέουν ορισμένα ελαττώματά τους που προκαλούν τη δυσφορία αρκετών - Ελλήνων κυρίως - αναγνωστών. Αν η διεθνής επιτυχία τους επέθεσε στην ποιητική ταυτότητα του Καζαντζάκη μια ταυτότητα πεζογραφική, η ταυτότητα αυτή είναι εικονική». Μάλιστα ο Νάσος Βαγενάς παρέθετε και στοιχεία για την αναγνώριση του Καζαντζάκη ως μεγάλου ποιητή από κορυφαίες μορφές της ελληνικής ποίησης, όπως ο Σεφέρης, Σεφέρη, που αναφέρει τον Καζαντζάκη μόνο όταν μιλάει για την ποίησή του, συναριθμώντας τον, το 1938, με εκείνους που θεωρούσε σπουδαιότερους, έως τότε, ποιητές του 20ού αιώνα (με τον Καβάφη, τον Παλαμά, τον Σικελιανό και τον Καρυωτάκη) ο Καζαντζάκης είναι, μαζί με τον Σικελιανό, «οι δύο πιο αξιόλογες φυσιογνωμίες που έχει σήμερα ο τόπος μας» (1940)· για τον Ελύτη ο Καζαντζάκης ανήκει, μαζί με τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Καβάφη, τον Σικελιανό και τον Σεφέρη, «στους μεγάλους μας ποιητές» (1979)· ο Εγγονόπουλος, δηλώνοντας την αγάπη του για παλαιότερους ποιητές της εποχής του, τον αναφέρει μαζί με τον Παλαμά και τον Σικελιανό (1980). Αλλά και νεοτερικοί κριτικοί της γενιάς του '30 κρίνουν το έργο του ως έργο ποιητικό, με ανάλογο τόνο: «Τα δύο πιο φημισμένα ονόματα της γενιάς που ο Κωστής Παλαμάς ήταν ο Πατριάρχης της», γράφει το 1947 ο Νικολαρεΐζης, «λάμπουν ακόμα στο στερέωμα της ελληνικής γραμματείας: τα ονόματα του Σικελιανού και του Νίκου Καζαντζάκη». Και ο Καραντώνης: «Μέσα από τα τελειωμένα "μακρά έργα", ποιητών σαν τον Παλαμά, τον Σικελιανό, τον Καζαντζάκη, ονειρευόμαστε "ερείπια" για να αισθανθούμε περισσότερο, εντονότερα και πιο άμεσα, πιο άκοπα τη μεγάλη ποίηση που είναι διάχυτη ή που υπολανθάνει σε αυτά τα έργα» (1959)».

Υπήρχαν όμως και οι άλλες κρίσεις, μάλλον απαξιωτικές, για τον ποιητή Καζαντζάκη, έγραφε ο Ν. Βαγενάς, όπως οι κρίσεις του Παλαμά (για τη μετάφραση της Θείας Κωμωδίας: «Αυτά εδώ είναι τα μαλλιαρά! Οχι τα δικά μας!», 1934), του Βάρναλη (για την Οδύσσεια: «Μια ανοιχτόκαρδη φάρσα», 1939), του Σικελιανού (που με το διάβασμα της Οδύσσειας «δεν έστρωνε η ψυχή» του, 1942), αλλά και κριτικών της γενιάς του Καζαντζάκη (Αυγέρης: «Στη νέα Οδύσσεια η ποιητικίζουσα έκφραση εκτοπίζει αδιάκοπα την ποιητική έκφραση», 1939), ή ομήλικων της γενιάς του '30 αλλά δύσπιστων στις μοντερνιστικές αναζητήσεις (Βαρίκας: «Ο Καζαντζάκης ποιητής δεν υπήρξε ποτέ», 1939).

Πιο επιφυλακτικός σε σχέση με τη θερμή κρίση του Ν. Βαγενά, ήταν ο πρόσφατα χαμένος συγγραφέας Δημήτριος Σαραντάκος, μελετητής του έργου του Καζαντζάκη, ο οποίος πριν μερικά χρόνια είχε παρουσιάσει σχετική ομιλία στην Αίγινα για τον μεγάλο στοχαστή, με τον εύγλωττο τίτλο «Ένας αμφιλεγόμενος ποιητής». Ο ίδιος βέβαια είχε χαρακτηρίσει στην ίδια ομιλία του τον Καζαντζάκη «αμφιλεγόμενο, μη καθολικής αποδοχής, ποιητή». Ο συγγραφέας επιβεβαίωσε πάντως την άποψη ότι ο ίδιος ο Καζαντζάκης θεωρούσε εαυτόν πρωτίστως μεγάλο ποιητή. «Τα πεζογραφήματά του – σημείωνε- που του χάρισαν δόξα και διεθνή αναγνώριση, τα έβαζε πιο κάτω από τα θεατρικά του έργα (Καποδίστριας, Ο Χριστός στη Ρώμη) ακόμα και από τα φιλοσοφικά δοκίμιά του (Ασκητική, Αναφορά στον Γκρέκο). Ανώτερα από όλα αυτά θεωρούσε τα ποιήματά του και ιδιαιτέρως την «Οδύσσεια», το κορυφαίο κατ΄ αυτόν έργο, που πίστευε πως θα δημιουργήσει σχολή και παράδοση».

Στη συνέχεια αναδημοσιεύουμε τα τέσσερα ποιήματα του Καζαντζάκη, που είχαν δημοσιευτεί στα αλεξανδρινά «Γράμματα» το 1914, καθώς και το «Συμπόσιον» του Βάρναλη, αφιερωμένο στον Καζαντζάκη.