Φεύγεις λοιπόν, αγαπητό του Πατισάχ λεφούσι,
καθένας την φευγάλα σου με δάκρυα θʼ ακούση.
Φεύγετε, Χαλικούτηδες, σας διώχνουν με το ζόρι,
ώρα καλή στην πρύμνη σας, ώρα καλή στην πλώρη.
--
Παν οι φρουροί της τάξεως…κρίμα και πάλι κρίμα!...
Βογγούν της Κρήτης τα βουνά κι αφροκοπά το κύμα,
και λένε στο φουσάτο:
«αντίο ντελ πσσάτο».
--
Αντίο, Χαλικούτη μου, Βασιβουζούκο μπόγια,
ψυχούλα μου και τζόγια.
Δεν κλαίω της βαρκούλαις σας, δεν κλαίω τα πανιά,
κλαίω που δεν θα σφάζετε τους σκλάβους σαν αρνιά.
--
Στάσου, καραβοκύρη μου,
στάσου για το χατήρι μου,
στάσου πριν φύγουν απʼ εδώ
ακόμη λίγο να τους δω,
να τους χορτάσω φίλημα, κι από μπροστά και πίσω
με μηχανήν ενσταντανέ να τους φωτογραφήσω.
--
Αλλά δεν πρέπει να θαρρή κανείς φεσάς Νιζάμης
ότι τον διώχνουν με κλωτσιαίς προστάτιδες Δυνάμεις,
μήτε τα τελεσίγραφα, μήτε καμμιά φοβέρα
δεν τρόμαξε του φεγγαριού την κόκκινη παντιέρα.
--
Μόνʼ ο Ζαήμης ο γλυκός κι ο στριφτομουστακάτος
σας έστειλε, Νιζάμηδες, να πάτε κατά κράτος.
Δεν λέω, τον βοήθησαν κι οι Ναύαρχοι λιγάκι,
μα τούτος σας εσάρωσε χωρίς να πη λογάκι.
--
Και τώρα φεύγεις εν σπουδή,
Στρατέ της Πύλης φίνε,
ορέ μα ξέρεις τι παιδί
ο κυρ Αλέκος είναι;
--
Μα τους πολέμους των Ρωμηών σε βεβαιώ Νιζάμη,
πως ο Ζαήμης μοναχά, το σιγανό ποτάμι,
χωρίς καθώς τον θείο του να θύση κι απολέση,
κατάφερε τον Πατισάχ να σας ανακαλέση,
και δʼ αυτό το τρόπαιον κανείς δεν πήρε κάβο,
κανείς δεν τούπε μπράβο.
--
Δεν είναι τάχα ψέμματα; δεν είναι παραμύθια;
όχι θα φυγουν, έφυγαν, τους έδιωξαν στʼ αλήθεια.
Φεύγετε, Νιζαμάκια μου, με κλάμμα σάς κυττώ
και μʼ ένα μιξομάντυλο σάς αποχαιρετώ.