Φασ.- Λοιπόν παρουσιάζομαι περιδεής μπροστά μας
και κάθομαι κοντά σας.
--
Με ζήλον φθάνω περισσόν
και μʼ ασπασμούς μυρίους
προς των μεγάλων κολοσσών
τους κραταιούς κυρίους.
--
Ιδού σαν Ναύαρχος κι εγώ της ακαμάτου χώρας
με τρικαντό της ώρας.
Κατά ξηράν και θάλασσαν κατά καιρούς επάλαισα
κι εθαύμασαν το μένος μου και συγγενείς και φίλοι,
τον δʼ Έλληνα Πρωθυπουργόν θερμώς τον παρεκάλεσα
στου μαρτυρίου το νησί με στόλον να με στείλη,
όπως ο πολυφίλητος
σιωπηλός κι αμίλητος
δεν μούδωσε τουλάχιστον μιάν ατμοτελωνίδα
νάχω για Ναυαρχίδα.
--
Και καταφθάνω Ναύαρχος μεςʼ στης σφαγής το χώμα
χωρίς μια σακολέβα,
πλην αίμα σφύζει, Ναύαρχοι, θερμότατον ακόμα
στην καθεμιά μου φλέβα.
--
Κι αν δεν εξαναστείλαμε καράβια φλογερά
στης Κρήτης τα νερά,
μα μη θαρρήτε, Ναύαρχοι, για πάντα πως ʼσυχάσαμε
κι όλα πως τα ξεχάσαμε.
--
Παρόλ ντʼ οννέρ σάς βεβαιώ πως των Ρωμηών το γένος
προσωρινώς και προς καιρόν κρατεί και καταστέλλει
την έξαλλον του την οργήν και το κοχλάζον μένος,
πλην η γαλήνη θύελλαν δεινήν προαναγγέλλει,
και καταφαίνεται σπουδή και προετοιμασία
να ξαναγίνη γρήγορα των πόθων του θυσία.
--
Τοσούτοι πόθοι, Ναύαρχοι, δεν λησμονούντʼ ευκόλως
κι αν σήμερα δεν φαίνεται και των Ρωμηών ο Στόλος,
αλλʼ έχομεν επισκευάς του Στόλου του κλεινού,
νυχθημερόν διόρθωσις, ανόρθωσις και πάστρα,
νάναι και πάλιν έτοιμος για το Καραμπουρνού
και για της κάψο - Πρέβεζας ταγκρέμιστα τα κάστρα.
--
Μη θαρρήτε πως θʼ αλλάξη των Ρωμηών ο χαρακτήρ,
κι όπως Βόας συσφιγκτήρ
σαν παραχορτάση πέφτει σʼ ένα λήθαργο βαθύ
δίχως καν να κουνηθή,
ούτω πως κι η Ρωμηοσύνη, των πολέμων η σαλιάρα,
τώρα πούφαγε την δόξα με της σούπας την χουλιάρα,
ληθαργεί και ραχατεύει
και την δόξα της χωνεύει,
και στο σφάξιμο της Κρήτης και στα πένθη τα νωπά
δια στόματος Ζαήμη ναρκωμένη σιωπά.
--
Μη τον λέοντα ξυπνάτε,
μα σιγά σιγά περνάτε,
μήπως έξαφνα ξυπνήση
και τον κόσμο συγκλονίση.
--
Την Ευρώπην ως σωτήρα
δεν την δέχεται το γένος,
τρέμετε τον Σφυγκτήρα
σαν χωνεύη ναρκωμένος.
--
Ο καθένας την Ελλάδα
να την πέρνη (sic) σοβαρά,
θυμηθήτε την αχλάδα,
πούχει πίσω την ουρά.
--
Πώς κι ο Θοδωρής κοιμάται,
το θηρίον των πολέμων,
και τριγύρω του βρυχάται
ο βαρύβρομος ο δαίμων.
--
Σαν την μαρμαροκολώνα
στέκεται στην Κηφισσιά,
και μιλεί για τον αγώνα
και φρεσκάρει στη δροσιά.
--
Μπρος στους φύλακας της Κρήτης
έρχομαι κι εγώ πολίτης
της Ελλάδος της οργώσης εκ βωβής φιλοπατρίας,
της μεγάλης νικητρίας,
της τεμνούσης νέους δρόμους και μεταρρυθμιζομένης
προς κατάπληξιν και τρόμον της χασκούσης οικουμένης.
--
Χαιρετώ σας, Ναύαρχοί μου,
και σας έχω στην ψυχή μου.
Τόπον τόπον να καθίσω,
και σαν Ναύαρχος κι εγώ
σʼ όλα να σας βοηθήσω,
σʼ όλα να σας οδηγώ.
--
Ω Σκριδλώφ, Ποτιέ των Γάλλων, και συ Νοέλ κι Ιταλέ,
χάρισέ μου τόνομά σου και το ξέχασα καλέ.
Κόζα φάρε, μίο κάρο;
ταπεινώς σάς χαιρετώ,
και μαζί σας συζητώ
σχέδια του Καννεβάρο.
--
Άου ντου γιού ντου, σιρ Νόελ; παν κι Εγγλέζοι σας καμπόσοι,
Ρώσσε Ναύαρχε, την γλώσσαν των Ρωμηών νιπονιμάι,
πες το ζήτημα της Κρήτης δίχως άλλο θα τελειώση
καν Νοέμβρη, καν Δεκέμβρη, καν τον κόκκινο τον Μάη;
--
Γάλλε Ναύαρχε Ποτιέ,
λάβε γρήγορα πιτιέ,
μʼ άλλους λόγους ευσπλαγχνίσου σαν προστάτης μας και συ
το μαρτυρικό νησί.
--
Στο συνέδριον εδώ
κουρασμένος αριβάρω,
φέρτε γρήγορα νά ʼδω
τα χαρτιά του Καννεβάρο.
--

Ο Ναύαρχος ο Φασουλής
καθίζει μετά συστολής
--
Φ.- Πέρνω (sic) θέσι και καθίζω
και συζήτησιν αρχίζω.
--
Βλέπω με το παραπάνω πως ανταμοιβή σάς πρέπει,
βλέπω πως κανείς τον άλλον πονηρώς δεν υποβλέπει,
μία σκέψις σάς ενόνει (sic), μία σκέψις σάς χωρίζει,
κι ένας προς τον άλλον λέγει: «παλαμήδα σού μυρίζει»,
βλέπω την ομοφωνίαν και την τόσην σας αγάπην,
που τρομάζει τον Σατράπην,
κι εκτιμώ τον τόσον ζήλον και ταμέτρητα σας μέτρα,
που με τούτα μεςʼ στην Κρήτη δεν μείνη μήτε πέτρα.
--
Τρέμω δε τους κεραυνούς
της δικαίας σας οργής,
που κλονίζουν ουρανούς
και τα πέρατα της γης.
--
Βλέπω τέλος ότι φθάνει της γαλήνης ο καιρός,
αν κι εκ της ομοφωνίας απεχώρησαν σκληρώς
ο φιλότουρκος ο Πρώσσος κι ο δικέφαλος Μαγυάρος
κι άφησαν σε σας το βάρος.
--
Μα και τούτοι τί θα κάνουν;
σαν ιδούν καιρό πως χάνουν,
θα ζητήσουν με μανία
νάμπουν στην ομοφωνία.
--
Κι όταν συν Θεώ κι εκείνοι
επανέλθουν ομοφώνως,
αποχώρησις να γίνη
άλλων δύο ταυτοχρόνως.
--
Κι έτσι στην ομοφωνία δυό να μπαίνουν δυό να βγαίνουν,
φθάνει μόνο τακτικά
τρεις ή τέσσαρες Δυνάμεις μες ʼστην Κρήτη νʼ απομένουν
να κυττούν τα φονικά.
--
Κι οι καϋμένʼ οι Κρητικοί,
που τους σφάζουν πανοικεί,
και τον άρτον της ειρήνης δεν εγεύθησαν ποτέ,
να παρηγορούνται μόνον
πως εις κάθε νέον φόνον
κι από μέρους της Ευρώπης παραστέκουν θεαταί.
--
Βλέπω την αυτονομίαν χρυσοστέφανα να πλέκη,
βλέπω τα συμβούλιά σας, που σʼ εκείνα παραστέκει
πολυμέριμνος σοφία κι η Θεά μας η γλαυκώπις,
και την Κρήτην μακαρίζω
κι απʼ εδώ κι εκεί γυρίζω,
και σκεπάζω τους σφαγμένους με σημαίας της Ευρώπης.
--
Να! ταυτόνομα ποδάρια,
να! ταυτόνομα τα χέρια,
που τα κόψανε χαντζάρια,
που τα κόψανε μαχαίρια.
--
Τρέχουν Πρόξενοι φουριόζοι
των σφαγών την ερημίαν,
και σωρός κοράκων κρώζει
την σφακτήν αυτονομίαν.
--
Γύρω σκέλεθρα νεκρά
και πολύς κρωγμός κρα κρα.
Με τα λαίμαργα τα σμήνη
καταμαύρισαν οι τόποι,
κρώζουν κι οι φονείς εκείνοι:
«συγχωράτε την Ευρώπη,
των πτωμάτων κυνηγοί,
κι εχορτάσατε φαγί».
--
Νέα μέτρα, Ναύαρχοί μου, παρατάξετε τους Στόλους,
πιάστε τους Βασιβουζούκους κι αφοπλίσετέ τους όλους,
και σουγια Κολοκοτρώνη μην αφήστε σε κανένα,
πάρτε τούτο το μπαστούνι νʼ αφοπλίσετε κι εμένα.
--
Διώξετέ τον τέλος πάντων τον στρατόν τον μακελλάρη
τα βρεμμένα του να πάρη,
και να πάνε τα σκυλιά
μεςʼ στην κόκκινη Μηλιά.
--
Διώχτε τους, παρακαλώ,
της ειρήνης δορυφόροι,
κι αν δεν θέλουν με καλό
διώξετέ τους με το ζόρι.
--
Έξω, Τουρκαλά μπαμπέση,
που φορείς στραβά το φέσι,
κάρβουνα να μην ξοδεύουν τα μεγάλα σας βατσελα
μα με τόσα σύρε κι έλα,
να μη θέλετε Δραγόνους, Βερσαλιέρους και λοιπούς,
άσπρους και κοκκινωπούς,
μητʼ Εγγλέζους, μήτε Σκώτους μισογύμνους ως ʼστο γόνα
για της Κρήτης τον αγώνα.
--
Έξω, Τουρκαλά μπαμπέση,
που φορείς στραβά το φέσι,
να γελά κι εδώ μπουνάτσα,
και να λείψουν του Σουλτάνου
τα παληά τα τρίτσα κάτσα,
και το φούσκωμα του διάνου.
--
Μήτε Μπέης εμπροστά σας να κορφώνεται θρασύς,
στης πατρίδες σας να πάτε να ʼσυχάσετε και σεις,
να μην έχετε ζαλάδες,
νταραβέρια και μπελάδες
με βαρβάρους Τουρκαλάδες.
--
Τώρα ναι, κι εγώ πιστεύω πως θα πάνʼ στα ξεκουμπίδια
δίχως σκέρτσα και παιχνίδια,
κι αν το ζήτημα το πρώτον της φευγάλας δεν λυθή
καν Οκτώβρη, καν Νοέμβρη, καν Δεκέμβρη, καν Γεννάρη,
μα δεν χάθηκαν οι μήνες, κάποιος μήνας θα βρεθή,
που θα φύγουν άρον άρον του Γιλδίζ οι Γεννιτσάροι.
--
Μα και τούτο σαν δεν γίνη
κι όλος ο στρατός αν μείνη,
μη θυμώσετε καθόλου και δεν θάναι για κακό σας,
και το δόλιο σας νησί,
κηδεμόνες του χρυσοί,
θάναι λίγο του Σουλτάνου, θάναι λίγο και δικό σας.
--
Φάτε Ρούσσικα χαβιάρια,
φατʼ Εγγλέζικα μπιφτέκια,
πτι πατέ και μακαρόνια,
δώστʼ εμένα τα χαντζάρια,
δώστʼ εμένα τα τουφέκια,
τα ντεμπούτια, τα πριόνια,
να τα πάω στην Αθήνα
να σκοτώνωνται μʼ εκείνα.
--
Ο Ναύαρχος σηκόνεται
κι εις λόγους ξεσβερκόνεται. (sic)
--
Ξέρω, Ναύαρχοι, πως διόλου δεν σας πέρνω (sic) τον άερα
κι αν οργή με παρασύρη,
ξέρω των Ρωμηών τα λόγια πως τα γράφετʼ εκεί πέρα,
που δεν πιάνει τεμπεσίρι.
--
Ξέρω δα κι εγώ πως έχω Ταρταρίνικο μυαλό,
και μʼ αρέσει με τους άλλους, χρυσοστόλιστοι λαιμοί,
την προστάτιδα την Δύσιν να την κεραυνοβολώ
μέσʼ από του Ζαχαράτου, μέσʼ από του Χαραμή.
--
Κι αν μισός δεν πέφτη λόγος θυμωμένος και δριμύς
στην δική μας την παρτίδα,
πρέπει κάτι να σας λέμε για να δείχνωμε κι εμείς
φιλοπάτριδα φροντίδα.
--
Δεν αρμόζει δα και τόση βουβαμάρα και σιγή,
κι αν μεγάλως σάς λυπώ,
πλην οφείλω να σας πω
πως αυτός δεν είναι τρόπος κι ιπποτών διαγωγή.
--
Εμπρός, εμπρός, φρυάξετε, κτυπήσετε το φέσι,
και τον στρατό να στείλετε μες στο Γιλδίζ πεσκέσι.
Μον σερ Ποτιέ, μον σερ αμί,
δώσε στον Άγγλο συνδρομή,
και συ, Σκριδλώφ, βοήθα τον και λέγε τον χρυσό σου,
και συ με τούτους, Ιταλέ, σήκω κι ανασκουμπώσου.
--
Επάκουσόν μου, σιρ Νοέλ, που γόμωσιν στερλίνας
βάζεις μές στο κανόνι σου και την θαρρείς παιχνίδι,
νομίζω και Κατάστημα πως έχεις στας Αθήνας,
εις του Σταδίου την οδόν, Νοέλ – Κωνσταντινίδη.
--
Τώρα πλέον που σας τάπα, θα καπνίσω λίγη πίπα,
και θα πάω στον Ζαήμη να του πω το τι σας είπα,
κι ίσως νέα νʼ αποστείλη στας Δυνάμεις μανιφέστα…
χαίρετε προς το παρόν
κι εις κατάλληλον καιρόν
θα ξανάλθω, Ναύαρχοί μου, να σας ψάλω και τα ρέστα.
--
Σας αφίνω πριν ακούσω να βροντήση το κανόνι…
χαίρε Ρώσσε κι Αγγλο- Γάλλε, χαίρε μίο μακαρόνι.