Φ.- Ναμαι νάμαι, Περικλέτο…κάνε τόπο να περάσω,
να σε δω και να ξεράσω.
Με το τέλος των πολέμων,
με την λύσσαν των ανέμων,
με της Κρήτης τας σφαγάς,
με θυμάτων οιμωγάς,
με τους πρόσφυγας του πλάνους,
που βογγούν σπαρακτικώς,
στας κλεινάς κοπροστρεφάνους
έρχεται φαμελικώς
ο στιχομανής αντάρτης
και της εξοχής ο μάρτυς.
…………………………………………………..
…………………………………………………..
Συμμαχία τεφαρίκι,
σʼ όλους ξαφνικό χαστούκι,
όμως έξαφνα – τι φρίκη!-
σύμμαχοι Βασιβουζούκοι
μʼ όλη μας την συμμαχία και τον Οσμανιέ του Ράλλη
μες ʼστην Κρήτη πετσοκόβουν γυναικόπαιδα και πάλι.
--
Νέα βάσανα και πάθη μέσα στʼ άλλα τα νωπά,
πλην ο κύριος Ζαήμης ουδετέρως σιωπά,
και φουρκίζονται πολλοί
πως καθόλου δεν μιλεί.
--
Κι αν μιλάς κι αν δεν μιλάς
μόνο λόγια που χαλάς,
τάχα τι μπορείς να κάμης;
στέλλει νόταις στας Δυνάμεις
και στους Κρήτας συμβουλάς.
--
Γκόντεμ ο Τζων Μπουλ φωνάζει, και μʼ οβούζια βροντά, \
πριτς η σύμμαχος η Πύλη και σικτίρ ανταπαντά.
Στον Σουλτάνο λεν οι Φράγκοι: «τον στρατό σου να τον πάρης»,
δεν θα γίνη τέτοια χάρις,
να τον πάρης, δεν τον παίρνω,
το κεφάλι μου δεν γέρνω,
κι αν ανοίξουν μπουκαπόρταις κι αν τα κάστρα μείνουν τρύπια
ξέρω χωρατά πως είναι, τζιριντζάντουλαις, τερτίπια
Με τον Φράγκο μην τα βάνης,
Δεν τον παίρνω, τί θα κάνης;
--
Φασ.- Κρητικοί κατακαϋμένοι, μες ʼστην τόση μου χαρά
δεν επίστευα ποτέ μου πως και τούτη τη φορά
θα σας σφάζουν αυτονόμους
μες ʼστα σπήτια, μες ʼστους δρόμους,
και θα βλέπω σαν και πρώτα στην πολύκλαστον την γην
των κλεινών βασιβουζούκων την αυτόνομον σφαγήν.
--
Δεν το πρόσμενα και τούτο μέσα στʼ άλλα ταπευκταία,
πλην χαρήτε, Κρητικοί,
που πλανάσθʼ εδώ κι εκεί,
κι όλοι τούτη τη σφαγή σας την θαρρούν για τελευταία.
--
Δεν θα δη σφαγή καινούρια το νησί το ματωμένο,
που το ζώνουν τα πελάγη,
να παρηγοριά κι ελπίδα για τον κόσμο τον σφαγμένο
και γι αυτόν που δεν εσφάγη.
--
Φέγγει της αυτονομίας ροδοδάκτυλος ημέρα,
κι η περίδοξος Ευρώπη, που προστάτις παραστέκει,
όλους τους βασιβουζούκους θʼ αφοπλίση πέρα πέρα,
θα τους πάρη το χαντζάρι και θʼ αφήση το τουφέκι.
--
Πάλι μπόμπαις, πάλι κτύποι,
μαρτυρίων εβδομάδες,
μονʼ ο Θοδωράκης λείπει
για να στείλη της αρμάδες.
--
Πούνʼ εκείνος ο καιρός,
ο καθʼ όλα φλογερός,
που τηγάνιζαν μαρίδες τα καράβια μια χαρά
στου Φαλήρου τα νερά,
κι εκαπνίζαν νύκτα μέρα
κι εθολώναν τον αιθέρα;
--
Πού τόσος σάλος; πού μπαταρίαις;
πού των ναυμάχων η φασαρίαις;
Πάνε τα χρόνια τα περασμένα,
τώρα δεν βλέπω καπνό κανένα,
μόνο μουστάκια μουγγού Ζαήμη,
και μια φεργάδα (sic) δεν είνʼ ετοίμη.
--
Μητʼ ένʼ ακούεται σαν πριν πιστόλι,
μήτε για πόλεμο συνομιλίαις,
και μές ʼστο πέλαγος γυρνούν οι στόλοι
για λαθρεμπόριο περιπολίαις.
--
Τώρʼ αναπαύεται γενναία πλάσις,
τώρα κλειδόνουν (sic) σεπτά τεμένη,
τώρα πολέμαρχοι γης και θαλάσσης
απολαμβάνουν προβιβασμένοι
μακράν του τρόμου, μακράν της φρίκης,
καρπούς αφθόνους προσφάτου νίκης,
και κάνουν βίζιταις συχναίς σε σπήτια
με της σπατάλαις των, με τα σειρήτια.
--
Τώρα βελτίωσις, ζωή και κότα,
και τους κροτάφους μας η δόξα θίγει,
το δε Ρωμαίικο καθώς και πρώτα
προετοιμάζεται να ξαναφύγη.