Στο αρχείο του Νίκου Βασιλάκη στη Βικελαία, υπάρχουν, μεταξύ άλλων, περίπου 360 επιστολές τις οποίες έστειλε από το Παρθένι της Λέρου, όπου βρισκόταν εξόριστος, από τον Σεπτέμβριο του 1967 μέχρι τα Χριστούγεννα του 1970. Για τρεις εβδομάδες επίσης έμεινε στη Γιούρα.
Ο ίδιος σε χειρόγραφό του, που υπάρχει στο αρχείο του, αναφέρει ότι τα γράμματα λογοκρίνονταν από τη χούντα, οι άνθρωποι της οποίας έσβηναν ό,τι δεν τους άρεσε και στη συνέχεια έστελναν τα γράμματα.
Στη συνέχεια δημοσιεύουμε ένα επιστολικό δελτάριο και μια επιστολή που είχε στείλει στις 5 και στις 9 Δεκεμβρίου, αντίστοιχα, στη σύζυγό του Παγώνα, από το Παρθένι. Στην πρώτη αναφέρεται στον Δανήλο Συντυχάκη και στη σύζυγό του, Στέλλα, καθώς και στον Μιχάλη Λογαριαστάκη, άλλοτε ληξίαρχο του δήμου Ηρακλείου, συνεξόριστούς του.
Στη δεύτερη, που όπως θα δούμε ήταν λογοκριμένη, αναφέρεται στην ονομαστική του εορτή, στην εξορία, και το πώς πέρασε με τους άλλους εξόριστους. «Ίσως απʼ αυτά που σου γράφω – σημειώνει μετά την περιγραφή του- να βγάλεις το συμπέρασμα ότι τη μέρα κείνη πέρασα μια χαρά ή ότι εδώ είμαστε όλο γιορτή και κέφι. Λάθος. Όλες εδώ οι εκδηλώσεις κι αυτές που λέγονται χαρούμενες είναι ανακατωμένες με θλίψη. Τη μέρα του Αγίου Νικολάου εγώ σκεφτόμουνα πώς γιόρταζα άλλες φορές στο σπίτι μου, όσες φορές μάς άφησαν να γιορτάσουμε μαζί».
Ειδικά στη δεύτερη επιστολή υπάρχουν σημεία που είναι ευδιάκριτο το χιούμορ του Ν. Βασιλάκη, παρά το γεγονός ότι τόσο ο ίδιος όσο και η γυναίκα του περνούσαν πολλές δυσκολίες.
Πρώτη επιστολή
«Πολυαγαπημένη μου Παγώνα
Από υγεία είμαι καλά. Εύχομαι το γράμμα μου αυτό να σε βρει επίσης καλά από υγεία. Νέα δεν έχω να σου γράψω γιατί η ζωή μου εδώ κυλάει σχεδόν πάντοτε η ίδια. Μόνο πως σήμερα κάνει κρύο πραγματικά χειμωνιάτικο.
Το τελευταίο σου γράμμα είναι εκείνο που μου έστειλες στις 24 του περασμένου μήνα. Ελπίζω να πάρω σύντομα για να μάθω νέα σου.
Έχεις καιρό να μου γράψεις αν σμίγετε με τη Στέλλα του Δανήλου για να λέτε τον πόνο σας.
Ο Λογαριαστάκης σε ευχαριστεί για τις ευχές που του έστειλες στη γιορτή του. Σου το γράφω έστω και καθυστερημένα.
Δώσε πολλούς χαιρετισμούς σε όλους τους συγγενείς και φίλους.
5/12/68
Σε φιλώ
Ν. Βασιλάκης»
Δεύτερη επιστολή
«9/12/68
Πολυαγαπημένη μου Παγώνα
Σήμερα θα σου εξιστορήσω πώς γιόρτασα του Αγίου Νικολάου. Το ζήτημα δεν έχει βέβαια μεγάλο ενδιαφέρον αλλά είναι το μόνο νέο που έχω. Αν ήθελα να περιορίζομαι μόνο στα σοβαρά ζητήματα δε θα μπορούσα να σου γράφω κάθε φορά παρά πως είμαι καλά.
Το πρωί της 6 του Δεκέμβρη κάλεσα στο κελλί μου μερικούς φίλους μου για να πιούμε καφέ. Την ώρα που πίναμε τον καφέ φώναξαν για γράμματα. Βγήκα στο προαύλιο όπου τα μοιράζουν. Τότε πήρα την κάρτα σου με τις ευχές για τη γιορτή μου που εννοείται την περίμενα και που μου έφερε χαρά.
Επισκέψεις για τα «χρόνια πολλά» άρχισα να δέχομαι από τις 5 το απόγευμα. Στο κελλί είχα τοποθετήσει ένα πρόχειρο τραπεζάκι και απάνω είχα βάλει δυό ανθοδέσμες και μερικά πιάτα με γλυκό. Ένα για τα αμυγδαλωτά, ένα για τις καραμέλλες, ένα για τις σοκολατίτσες και την κούτα με τις Μαργαρίτες καθώς και τσιγάρα. Ένας – ένας ή λίγοι – λίγοι που έρχονταν μού έλεγαν τα «χρόνια πολλά» και «γρήγορα με την κερά σου ή με την Παγώνα», κάθονταν λίγο κι έφευγαν. Αυτή η δουλειά θα βάσταξε ως τις 10 κι ύστερα σταμάτησε. Τα πράγματα που μου είχες στείλει αποδείχτηκε πως ήταν πολλά ενώ εγώ για κάθε ενδεχόμενο είχα πάρει από δω και μια κούτα λουκούμια. Αμυγδαλωτά περίσσεψαν λίγα αλλά από τα άλλα είδη ελάχιστα καταναλώθηκαν. Τα οποία βέβαια δε θα πάνε χαμένα. Βλέπεις τη μέρα κείνη γιορτάζαμε 25 περίπου άτομα κι εξάλλου δεν περνούν όλοι για τα «χρόνια πολλά». Είναι ανάλογα με το κέφι του καθένα. Εγώ π.χ. δεν παρακάνω τέτιες επισκέψεις.
Ίσως απʼ αυτά που σου γράφω να βγάλεις το συμπέρασμα ότι τη μέρα κείνη πέρασα μια χαρά ή ότι εδώ είμαστε όλο γιορτή και κέφι. Λάθος. Όλες εδώ οι εκδηλώσεις κι αυτές που λέγονται χαρούμενες είναι ανακατωμένες με θλίψη. Τη μέρα του Αγίου Νικολάου εγώ σκεφτόμουνα πώς γιόρταζα άλλες φορές στο σπίτι μου, όσες φορές μάς άφησαν να γιορτάσουμε μαζί.
………………….
(Σημείωση «Π»: στο σημείο αυτό έχουν διαγραφεί 6 αράδες της επιστολής του Ν. Βασιλάκη προς τη σύζυγό του. Διακρίνουμε ότι η διαγραφή έχει γίνει με άλλο στυλό απʼ αυτόν που χρησιμοποίησε ο ίδιος, και συμπεραίνουμε ότι το τμήμα έχει διαγράψει η λογοκρισία της χούντας, καθώς στο λογοκριτή της φυλακής δεν άρεσαν όσα έγραφε…)
………….
Την κάρτα που μούστειλες την πρώτη του μήνα την πήρα και χάρηκα για το περιεχόμενό της. Σε προηγούμενο γράμμα σου μου περιέγραψες πολύ σκοτεινή την οικονομική σου κατάσταση, ενώ τώρα είσαι αισιόδοξη. Τώρα που ξεπλήρωσες το οικόπεδο μην έρθεις πάλι σε λίγες μέρες να μου λες για καμιά καινούρια αγορά. Αν σου περισσέψει κανένα φράγκο βάλε το στην άκρη για κάθε ενδεχόμενο. Από καιρό σκεφτόμουνα τι να σου γράψω για την Πρασά. Τώρα όμως βλέπω ότι δεν παραλείπεις τίποτε αφού έβαλες και ξελάκκισαν το αμπέλι. Με την ευκαιρία πάντως σου γράφω να μην παραλείψεις να βάλεις να οργώσουν τις ελιές και το αμπέλι και να ρίξουν και λίπασμα. Φρόντιζε εσύ την Πρασά και άφησε με και μένα στο φιλότιμό μου. Θα σου γράψω, όπως σου έχω ξαναπεί, τον αέρα του σπιτιού και το δέτη στην Μακρά πεζούλα μια που αγαπάς τα σύκα.
Για το επισκεφτήριο του Ερυθρού του Ερυθρού Σταυρού δεν μπορώ να σου γράψω τίποτε συγκεκριμένο. Τη μια τα ακούω έτσι και την άλλη αλλιώς. Εσύ μπορείς να το μάθεις καλύτερα.
Ξέχασα να σου πω ότι τη μέρα της γιορτής μου είπα επιτέλους να βάλω το πουκάμισο που μου έστειλε η μητέρα.
Πες πολλά χαιρετίσματα σʼ όλους τους συγγενείς, γνωστούς και φίλους
Σε φιλώ
Ν. Βασιλάκης»

