Ιστοσελίδα : www.pezoporikos.gr
Κείμενο : Αναγνωστόπουλος Γιώργος
Φωτογραφίες : Θεοδωράκης Γιάννης
Παρασκευή 15 Απριλίου
Συναντηθήκαμε και αναχωρήσαμε από το αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος στις 1 το μεσημέρι της Παρασκευής 15 Απριλίου. Μετά από 35 λεπτά πτήσης προσγειωνόμαστε στο διεθνές αεροδρόμιο της Σμύρνης, το οποίο είναι η ίδια «κόπια» με το Ελ. Βενιζέλος. Οι εσωτερικοί και εξωτερικοί χώροι που περπατήσαμε είναι ίδιοι.
Μας παραλαμβάνει λεωφορείο και μας μεταφέρει στο διπλανό αεροδρόμιο που είναι για τις εσωτερικές αερογραμμές. Αμέσως στο μυαλό μου έρχεται το αεροδρόμιο του Ελληνικού, όπου αναγκαστήκαμε να το καταργήσουμε, επειδή υπογράψαμε την αποικιοκρατική σύμβαση με τους Γερμανούς, όπου απαγορεύεται η προσγείωση αεροσκαφών σε μεγάλη ακτίνα γύρω από το Ελ. Βενιζέλος. Οι Τούρκοι μάλλον δεν υπέκυψαν.
Μετά από μία ώρα και είκοσι λεπτά πτήσης προσγειωνόμαστε στο αεροδρόμιο της Καισάρειας, όπου μας περιμένει το λεωφορείο με το συνοδό μας το Yilmaz, ένα νέο παιδί, απόφοιτο Πανεπιστημίου που μιλάει άψογα ελληνικά, τα οποία έμαθε μόνος του. Κάνουμε ένα γύρο της πόλης, όπου περιφερειακά υπάρχει μεγάλη ανοικοδόμηση με σοβιετικού τύπου πολυκατοικίες, χαρακτηριστικό των οποίων είναι τα πολλά δορυφορικά πιάτα. Μια ολιγόλεπτη στάση στο κέντρο της πόλης για αγορά συναλλάγματος με αναλογία 1 ευρώ = 2,10 τούρκικες λίρες, γεγονός που υποδηλώνει ότι το τούρκικο νόμισμα είναι ισχυρό. Γύρω από την πόλη δεσπόζει το κατάλευκο όρος Ερκίς (Αργαίος )με κορυφές περίπου στα 4000 μ. Μετά από μια ώρα σε αυτοκινητόδρομο με δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση, βρισκόμαστε στο Urgup ( Προκόπι ), όπου υπάρχουν οι περισσότερες τουριστικές μονάδες και είναι μια από τις πιο αναπτυσσόμενες τουριστικά πόλεις της Τουρκίας. Τακτοποιούμαστε στο ξενοδοχείο και βγαίνουμε για βραδινή βόλτα στο κέντρο της πόλης, το οποίο είναι ασφαλέστατο για τους επισκέπτες μιας και η παρουσία της αστυνομίας είναι εμφανής, αλλά διακριτική. Παντού μαγαζιά που απευθύνονται σε επισκέπτες και ανοικτά μέχρι αργά το βράδυ. Είναι ολοφάνερο από την πρώτη στιγμή, ότι η πόλη έχει μεγάλο μέρος του εισοδήματός της από τον τουρισμό.
Σάββατο 16 Απριλίου
Παίρνουμε πρωινό στο ξενοδοχείο. Εντύπωση μας κάνει το γεγονός, ότι όλα τα προϊόντα είναι τούρκικα. Δεν υπάρχουν εισαγόμενα προϊόντα. Αμέσως το μυαλό μας έρχεται στα ελληνικά ξενοδοχεία, όπου από το βούτυρο μέχρι το τσάι είναι εισαγόμενα. Ο λόγος είναι να μειωθεί το κόστος παροχής υπηρεσιών. Το δέντρο το βλέπουμε, αλλά χάνουμε το δάσος...
Με το λεωφορείο μεταφερόμαστε στο κέντρο της πόλης Urgup (Προκόπι) και ανεβαίνουμε σʼ ένα λόφο, στις πλαγιές του οποίου είναι σκαλισμένα εκατοντάδες σπίτια. Ο μαλακός πωρόλιθος και η ανυπαρξία ξυλείας στην ευρύτερη περιοχή οδήγησαν τους κατοίκους από την αρχαιότητα στο σκάψιμο, με εργαλεία τα σκληρότερα ηφαιστειακά πετρώματα, και στη δημιουργία σπηλιών-τρωγλών για κατοικία και προστασία. Επισκεπτόμαστε το χώρο όπου έζησε ο Άγιος Γιάννης ο Ρώσος, το σκήνωμα του οποίου μεταφέρθηκε μετά τη συνθήκη της Λωζάνης στην βόρεια Εύβοια όπου υπάρχει η εκκλησία του Αι-Γιάννη του Ρώσου.
Αναχωρούμε από το Urgup και μετά από δέκα λεπτά κάνουμε στάση σʼ ένα σημείο όπου υπάρχουν δεκάδες τουρίστες. Είναι το πλέον πολυφωτογραφημένο σημείο της περιοχής, εξαιτίας τριών χαρακτηριστικών μονόλιθων με καπέλο. Το καπέλο είναι πέτρα διαφορετικής απόχρωσης στην κορυφή του μονόλιθου και θαρρείς ότι έχει τοποθετηθεί με τη χρήση τεχνολογίας από γερανό. Γύρω το τοπίο μας εντυπωσιάζει καθώς υπάρχουν εκατοντάδες μαλακοί βράχοι, κάθε σχήματος και απόχρωσης και οι περισσότεροι είναι σκαμμένοι.
Μετά από είκοσι λεπτά το λεωφορείο μας μεταφέρει στο ανοικτό μουσείο του Goreme (Κόραμα),το οποίο ανήκει στους προστατευόμενους τόπους παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO από το 1984. Είναι το πρώτο μέρος από όπου ξεκινάνε τα τουριστικά γκρουπ την ξενάγησή τους στην Καππαδοκία. Εκατοντάδες τουρίστες επισκέπτονται αυτά τα μνημεία του ελληνισμού. Μεγάλοι μονόλιθοι και λευκά βράχια έχουν λαξευμένες στο εσωτερικό τους εκκλησίες του 10ου,11ου, και 12ου αιώνα με υπέροχες αγιογραφίες. Επισκεπτόμαστε τις εκκλησίες και τα υπολείμματα των αγιογραφιών τους, μιας και οι περισσότερες είναι κατεστραμμένες, ειδικά στο πρόσωπο, στο ύψος των ματιών. Ανακατευόμαστε στο πολύχρωμο και πολύβουο πλήθος ,βγάζουμε μια αναμνηστική φωτογραφία και συνεχίζουμε με τα πόδια μέχρι το χώρο στάθμευσης με τα τουριστικά είδη. Απολαμβάνουμε ένα χυμό από ρόδι και ετοιμαζόμαστε να ξεκινήσουμε την πεζοπορία.
Πεζοπορούμε έχοντας αριστερά μας εκατοντάδες λαξευμένους βράχους με αλλόκοτες μορφές, μικρές φάρμες αλόγων και καμήλες. Φθάνουμε στο Goreme και το διασχίζουμε, περνάμε από ένα γεφυράκι και βγαίνουμε έξω στην ύπαιθρο. Ο Yilmaz, ο συνοδός μας, έχει συνεννοηθεί με έναν ντόπιο να μας οδηγήσει μέσα από μονοπάτια μέχρι το Uchisar. Ακολουθούμε αρχικά χωματόδρομο που μας βάζει σε μια κοιλάδα. Χαμηλή ποώδης βλάστηση, ανθισμένα αγριολούλουδα και ένα τοπίο εξωπραγματικό. Λογής – λογής εκατοντάδες λαξευμένοι βράχοι εξάπτουν τη φαντασία σου για το τι σχήμα απεικονίζουν. Μένεις άφωνος μπροστά σʼ αυτό που βλέπεις. Κάθε βράχος έχει λαξευμένο ισόγειο, πρώτο, δεύτερο και στην ορθοπλαγιά μέχρι και δέκατο όροφο, που οι όροφοι επικοινωνούν εσωτερικά με λαγούμια μεταξύ τους. Χάνουμε για λίγο το μονοπάτι, κάνουμε ένα μπρος πίσω που δεν ενοχλεί κανένα. Η ομορφιά του τοπίου μας πλάνεψε και μας οδήγησε εκτός προσχεδιασμένης πορείας. Επανερχόμαστε στο σωστό μονοπάτι και πεζοπορούμε μέσα στη μαγεμένη κοιλάδα. Κάνουμε μια μικρή στάση και αναρωτιόμαστε αν αυτά που βλέπουμε είναι αληθινά ή εικονική πραγματικότητα. Συνεχίζουμε ακολουθώντας το ανηφορικό μονοπάτι και βγαίνουμε σʼ ένα πλάτωμα. Ένα ολόλευκο οφιοειδές μονοπάτι ανάμεσα στο πράσινο γρασίδι, στις ανθισμένες αμυγδαλιές και κατάλευκους βράχους με ροζ δαντέλες και λευκά καπελάκια. Συναντάμε μετά από λίγο υπαίθριο μαγαζάκι. Τη συνεννόηση με τον ιδιοκτήτη, το Χασάν, την κάνει ο Αντώνης. Καθόμαστε στο υπαίθριο, αναπαυτικό καθιστικό και απολαμβάνουμε το ζεστό τσάι που μας προσφέρει ο Χασάν, ευχαριστώντας μας για τα «Τουρμπάνια» που αγοράσαμε. Συνεχίζουμε και οι αποχρώσεις των βράχων είναι ροζ και λευκό που κάνουν μια υπέροχη αντίθεση με το πράσινο της άγριας χλόης και το κίτρινο των λουλουδιών. Το μονοπάτι γίνεται πλακόστρωτο και αρχίζουν να φαίνονται τα πρώτα σπίτια του Uchishar. Φωτογραφιζόμαστε σʼ έναν τριώροφο μονόλιθο που βρίσκεται δεξιά του δρόμου και μπαίνουμε στο χωριό που είναι καθαρά τουριστικό. Καινούρια, ακριβά, πολυτελή ξενοδοχεία δίπλα σε σπίτια λαξευμένα στους βράχους. Μια ορατή αντίθεση ,αλλά η περιοχή έχει τέτοια δυναμική που στα επόμενα χρόνια τα σπίτια αυτά θα είναι τουριστικό αξιοθέατο. Η ώρα είναι 5 και έχουμε δώσει ραντεβού στις 7 στο κάστρο νʼ απολαύσουμε το ηλιοβασίλεμα. Εκμεταλλευόμαστε τον ελεύθερο χρόνο καθήμενοι σʼ ένα μαγαζί στην ταράτσα ενός σπιτιού με φανταστική θέα την κοιλάδα του Goreme. Ο ιδιοκτήτης μας προσφέρει χειροποίητο λικέρ από μανταρίνι, είναι ευγενέστατος και κάθεται στην παρέα μας. Μετά από λίγο, τυχαία από επίσκεψή μας σε κοινόχρηστο χώρο, ανακαλύπτουμε ότι είμαστε στην ταράτσα ενός πεντάστερου ξενοδοχείου, του οποίου τα δωμάτια και οι πολυτελείς χώροι είναι όλα λαξευμένα σε βράχο και καλύπτουν τέσσερις ορόφους.
Ανεβαίνουμε στο κάστρο, το ψηλότερο σημείο της περιοχής και η θέα είναι μαγευτική. Όλη η κοιλάδα του Goreme στα πόδια μας. Δεκάδες φαράγγια συναντιούνται, χιλιάδες λαξευμένοι μονόλιθοι σʼ ένα ονειρικό φάσμα αποχρώσεων και ένα χωριό συμμετρικά απλωμένο με μονοκατοικίες και κόκκινες κεραμιδένιες στέγες.
Κυριακή 17 Απριλίου
Με το λεωφορείο μεταφερόμαστε στην Μαλακοπή. Αποβιβαζόμαστε από το λεωφορείο και μπροστά μας είναι η εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων,η οποία δεν είναι επισκέψιμη. Φωτογραφίζουμε τους εξωτερικούς χώρους και επισκεπτόμαστε την τρωγλοδυτική πολιτεία. Μια ολόκληρη πολιτεία κάτω από το έδαφος η οποία είναι υπό την αιγίδα της UNESCO από το 1985.
Έχουμε μισή ώρα στη διάθεσή μας ελεύθερη. Η Σταυρούλα ρίχνει την ιδέα να επισκεφθούμε το χωριό. Είμαι λίγο διστακτικός, κουμπωμένος, αλλά ξεκινάμε. Η συνοικία του χωριού θυμίζει Ελλάδα της δεκαετίας του 50. Χωματόδρομοι, σπίτια φτωχικά, χήνες και κότες να περιφέρονται ελεύθερες στα σοκάκια και αγροτικά εργαλεία, προ πετρελαίου εποχής. Βγαίνουμε από τη συνοικία και συναντάμε τον κεντρικό δρόμο. Ακούγεται μουσική στη διαπασών και έντονα κορναρίσματα. Γίνεται γάμος. Όπου γάμος και χαρά είμαστε μέσα!! Οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι είμαστε ξένοι (από τις βιντεοκάμερες και τις φωτογραφικές μηχανές ) και μας κερνούν τα παραδοσιακά γλυκίσματα του γάμου, όπως μας εξήγησε αργότερα ο Yilmaz. Μας ρωτούν από πού είμαστε και χαίρονται ειλικρινά όταν μαθαίνουν ότι είμαστε Έλληνες. Ένα συγκρότημα παίζει ζωντανή μουσική και οι καλεσμένοι χορεύουν στην αυλή του σπιτιού του γαμπρού τσιφτετέλι. Προσπαθούμε, διακριτικά να πάρουμε καμιά φωτογραφία, αλλά μας επιτρέπουν ελεύθερα να φωτογραφίσουμε και να βιντεοσκοπήσουμε τη χαρά τους. Μας ξεναγούν στους χώρους, όπου σε μεγάλα καζάνια ετοιμάζουν φαγητό για τους προσκεκλημένους. Σε λίγο παίρνουμε μέρος ενεργά στο γλέντι.
Το λεωφορείο μας μεταφέρει στην Guzelyurt,την ελληνική Καρβάλη,που αποτελεί τη σημαντικότερη κωμόπολη στα νοτιοδυτικά της Καππαδοκίας. Η πλειονότητα των κατοίκων της ήταν Έλληνες, πριν το 1922. Επισκεπτόμαστε την εκκλησία του Γρηγορίου του Νανζιαζηνού, η οποία έχει μετατραπεί σε τζαμί, αφού πληρώνουμε είσοδο 5 λίρες. Περιφερόμαστε στα σοκάκια του χωριού που μυρίζουν Ελλάδα. Σε πολλές εισόδους σπιτιών υπάρχουν ελληνικές επιγραφές. Κάποια από την παρέα αναζητεί το σπίτι των παππούδων της. Καταφέρνει και το βρίσκει. Οι τωρινοί κάτοικοι, έποικοι, ευγενικοί και φιλόξενοι την φιλεύουν τσάι. Εντύπωση κάνει σε όλους το γεγονός ότι τα σπίτια είναι ανοικτά, χωρίς να υπάρχει φόβος κλεψιάς.
Ανεβαίνουμε στην πλατεία απολαμβάνοντας τη θέα των χιονισμένων κορφών της οροσειράς του Ταύρου. Δεν χάνουμε ευκαιρία με τον Αντώνη, το Γιάννη και τη Λύδα να απολαύσουμε ένα υπέροχο τοπικό έδεσμα σε πήλινο, ψημένο εκείνη την ώρα στον ξυλόφουρνο.
Το λεωφορείο μας μεταφέρει στην Ihlara, μια από τις πιο φημισμένες της περιοχής. Εκεί πάνε όλα τα τουριστικά γκρουπ, κατεβαίνουν καμιά διακοσαριά σκαλιά και μπαίνουν στο μέσον της διαμορφωμένης κοιλάδας, περπατάνε για δύο χλμ θαυμάζοντας τους γεωλογικούς σχηματισμούς και τις λαξευμένες εκκλησίες και επιστρέφουν.
Αυτό είχε στο μυαλό του και ο Yilmaz, απλά γιατί αυτό κάνουν όλοι. Οι αρχηγοί του ανακοινώνουν ότι το πράγραμμα αυτό θα το ακολουθήσει μια μικρή ομάδα. Η πλειονότητα θα διασχίσει ολόκληρη την κοιλάδα ξεκινώντας από την Ihlara και τελειώνοντας στο χωριό Yaprakhishar. Για το λόγο αυτό έχει γίνει χαρτογραφική προετοιμασία και η πορεία έχει περαστεί στα GPS του Ομίλου. O Yilmaz συνεννοείται με ντόπιους, που τον διαβεβαιώνουν ότι η κοιλάδα δεν έχει επικίνδυνα σημεία και είναι βατή. Άλλωστε είναι εθνικό πάρκο και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι πληρώνουμε είσοδο.
Με τον ανοικτόμυαλο Yilmaz μπροστά μπαίνουμε στην κοιλάδα. Κατεβαίνουμε το πλακόστρωτο καλντερίμι, που οδηγεί στις όχθες του ποταμού. Ακολουθούμε το μονοπάτι παράλληλα προς το ποτάμι. Κινούμαστε πάνω σʼ ένα πράσινο χαλί, παράλληλα στα γαλαζοπράσινα νερά του ποταμού, κάτω από ήχους πουλιών και κελαρύσματος του νερού έχοντας δεξιά και αριστερά κατακόρυφες λαξευμένες από ανθρώπινο χέρι ορθοπλαγιές που κάποτε έσφυζαν από ζωή.
Βγαίνουμε από το μονοπάτι και ανηφορίζουμε για λίγο. Συναντάμε εκκλησία λαξευμένη στο βράχο με υπέροχες τοιχογραφίες. Καθώς συνεχίζουμε την πεζοπορία στο διαμορφωμένο μονοπάτι, αντιλαμβανόμαστε ότι οι εκκλησίες είναι δεκάδες, εκατοντάδες…
Πλησιάζουμε προς το μέσον, που είναι το πιο διαμορφωμένο και τουριστικό τμήμα της κοιλάδας. Κάνουμε στάση σε μια ξύλινη γέφυρα, συναντάμε την υπόλοιπη ομάδα και επισκεπτόμαστε δύο ακόμη εκκλησίες στο εσωτερικό βράχων με αλλόκοτους σχηματισμούς.
Σε λίγο η κοιλάδα πλαταίνει (περίπου 100 μ. πλάτος) και το τοπίο είναι πιο εντυπωσιακό. Δεξιά και αριστερά λαξευμένοι βράχοι με μορφή ζώων. Άλογα, αλεπούδες, λιοντάρια και ότι μπορεί να βάλει η φαντασία σου. Συναντάμε υπαίθριο μαγαζάκι με καθιστικό από κορμούς δέντρων στην άκρη του ποταμιού. Παραγγέλνουμε παραδοσιακή πίτα που την ψήνουν εκείνη την ώρα στα ξύλα και την απολαμβάνουμε δίπλα στο ποτάμι.
Συνεχίζουμε την πεζοπορία παράλληλα στο ποτάμι με τις ψηλές λεύκες και συναντάμε ένα κοπάδι πρόβατα, που ξεδιψάει στις όχθες του ποταμού. Κάνουμε μια μικρή στάση απολαμβάνοντας την ηρεμία του τοπίου και συναντάμε πολιτισμό. Ταβέρνες δεξιά και αριστερά της όχθης του ποταμού και πολύς κόσμος. Όχι τουρίστες ,αλλά ντόπιους που απολαμβάνουν τις ομορφιές του τόπου τους.
Μετά από λίγη ώρα συναντάμε χωριό, το οποίο παρακάμπτουμε, συνεχίζοντας την παραποτάμια πορεία μας. Συναντάμε χωράφια με αγρότισσες που τα σκαλίζουν με σκαπέτια και όχι με αγροτικές μηχανές. Αγώνας και τίμιος ιδρώτας για την επιβίωση.
Το μονοπάτι συνεχίζει καλοσχηματισμένο παράλληλα στο ποτάμι κάνοντας κάποια ανεβοκατεβάσματα. Το τοπίο συνεχώς εντυπωσιακό, αλλά τώρα είμαστε πιο εξοικειωμένοι. Λίγο πιο κάτω συναντάμε ερασιτέχνες ψαράδες, σημάδι ότι φθάνουμε σε κατοικημένη περιοχή. Πράγματι μετά από λίγο υπάρχει ένα πλάτωμα με πολλά δέντρα και δεκάδες επισκέπτες, μια και μέχρι εκεί φθάνει χωματόδρομος. Εμείς ακολουθούμε το μονοπάτι, αφήνουμε τον ποταμό και μπαίνουμε σε χωράφια πεζοπορώντας ανάμεσα σε εκατοντάδες ανθισμένες αμυγδαλιές.
Πλησιάζουμε προς τέρμα. Περνάμε δίπλα από κάτι λαξευμένους βράχους που υπάρχει ολόκληρη συνοικία. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ένας ναός με κολώνες μέσα στο βράχο και τοιχογραφίες που φαίνονται από μακριά.
Το λεωφορείο με την υπόλοιπη ομάδα μας περιμένει στην άκρη του χωριού στις ταβέρνες δίπλα στο ποτάμι με τα εκτροφεία πέστροφας. Κάποιοι δε χάνουν την ευκαιρία και δοκιμάζουν τα τοπικά εδέσματα.
Αύριο το τελευταίο μέρος

