Ιστοσελίδα: www.pezoporikos.gr

Κείμενο: Ταμιωλάκη Φωτεινή

Φωτογραφίες: Θεοδωράκης Γιάννης


Μέρος 1ο

Ο δρόμος για την Καππαδοκία ήταν κάποτε μακρύς και δύσκολος. Τα φιλικά παράλια της Δυτικής Μικράς Ασίας ,τα βουνά της Ιωνίας έμεναν πίσω φτάνοντας στα πρώτα υψίπεδα της κεντρικής Ανατολίας. Από εκεί έπρεπε να προχωρήσει κανείς ακόμα πιο ανατολικά.

Η Καππαδοκία βρίσκεται εκεί όπου η τεράστια χερσόνησος στενεύει και συναντιέται με την Ανατολία.

Ο Στράβωνας χαρακτηρίζει την οριακή αυτή περιοχή «Ισθμό» που στο βορρά τα παράλιά του είναι στον Εύξεινο Πόντο και στο νότο ανοίγεται στον κόλπο της Αλεξανδρέτας. Ανατολικά κα δυτικά ορίζεται από ποτάμια ,τον Ευφράτη και τον Άλυ. Αυτή είναι η μείζων Καππαδοκία με τις χιττικές ακροπόλεις, τα ελληνικά κράτη του Πόντου ,τα ιερατικά κρατίδια.

Βαθιά στο εσωτερικό της , μακριά από τη θάλασσα είναι η δική μας Καππαδοκία. Στη συλλογική μας μνήμη η εικόνα της αποτελείται από στοιχεία λογιών – λογιών , ιστορικά και μυθικά, συγκεκριμένα και φανταστικά. Η πραγματικότητα δεν είναι πολύ διαφορετική και αυτή είναι η μεγάλη γοητεία του τόπου .Αυστηροί Ιεράρχες της Εκκλησίας και ο Αι-Βασίλης με χαρτί ,καλαμάρι και το μαγικό ραβδί στο χέρι να μας αναγγέλλει τον καινούριο χρόνο, σεληνιακά πέτρινα τοπία που κρύβουν αμέτρητες λαξευτές εκκλησιές, μικρότερα και μεγαλύτερα χριστιανικά χωριά, ελληνόφωνα και τουρκόφωνα, πανέξυπνοι έμποροι που άφησαν εποχή στα παζάρια της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Η ιστορική και γεωγραφική Καππαδοκία χαρακτηρίζεται από πολυμορφία , συνύπαρξη αντιφατικών στοιχείων ,απότομες αλλαγές σε διάφορα επίπεδα. Πέρα όμως απ΄ όλα αυτά υπάρχει ένα σταθερό σημείο. Σ΄ όλη τη διάρκεια των αιώνων η υπόστασή της καθορίστηκε από την οριακή της θέση : από τη μια μεριά η Μικρά Ασία, στραμμένη τον πιο πολύ καιρό προς τη Μεσόγειο και τους πολιτισμούς του Αιγαίου, και από την άλλη η Ανατολία, ανοικτή στους πολιτισμούς της Μέσης Ανατολής και των υψιπέδων της Αρμενίας.

Στην Καππαδοκία συνυπάρχουν και συχνά συγχωνεύονται στοιχεία από τους δύο κόσμους , είτε είναι ο τόπος κατάληξης δρόμων , είτε γίνεται πέρασμα, είτε έχει μια σαφή πολιτιστική ταυτότητα, είτε είναι μεθόριος περιοχή. Εκείνο που διαφέρει στο κύλισμα των αιώνων είναι το κέντρο βάρους. Ακόμα και σήμερα ,μέσα στο τουρκικό κράτος, η Καππαδοκία οριοθετεί τα δύο πρόσωπα της γειτονικής μας χώρας: την Τουρκία που προσπαθεί να πλησιάσει τη Δύση και την Τουρκία που είναι αναπόσπαστα δεμένη με την Ανατολία.

Τόπος συνάντησης πολιτισμών υπήρξε η Καππαδοκία ανά τους αιώνες. Υπήρξε όμως σε περιόδους της Ιστορίας της και τόπος ανάπλασης των στοιχείων αυτών και δημιουργίας ενός δικού της ξεχωριστού κόσμου. Τα χνάρια από αυτές τις δημιουργικές εποχές συναντάει κανείς ταξιδεύοντας στην Καππαδοκία όπου όλα , μέσα στη γεωγραφική ιδιαιτερότητα ,παίρνουν μια άλλη διάσταση , μια αλλιώτικη όψη.

Ο χώρος τον οποίο σήμερα αποκαλούμε Καππαδοκία έχει σχήμα σχεδόν τριγωνικό. Ορίζεται από τρεις πόλεις. Το Ακσαράι από τα δυτικά, την Καισάρεια στα ανατολικά και τη Νίγδη στο νότο. Ο Άλυς ποταμός (Κόκκινος ποταμός), σε μια καμπύλη της τροχιάς του , είναι το βόρειό της όριο ,ενώ στα νότια ο δρόμος για τη θάλασσα κλείνεται από την οροσειρά του Ταύρου. Ολόκληρη η Καππαδοκία είναι ένα οροπέδιο με υψόμετρο από 1000 μ. έως 1500 μ. που βρίσκεται σε μια κλιματολογική ζώνη εντελώς διαφορετική από τα παράλια ή τη δυτική Μικρά Ασία. Εδώ οι εποχές του χρόνου είναι στην πραγματικότητα ,μόνο δύο, χειμώνας – καλοκαίρι με μεγάλες διαφορές θερμοκρασίας. Το κλίμα είναι σκληρό, όπως σκληρός είναι και ο τόπος. Ο ορίζοντας είναι παραπλανητικά επίπεδος, με μόνα σημεία αναφοράς τα ψηλά βουνά, τους τεράστιους κώνους που δεσπόζουν στο χώρο. Ο Αργαίος,το Χασάν Νταγ, το Ντέβελι, βουνά – ηφαίστεια που με τη δραστηριότητά τους χάρισαν στην Καππαδοκία τη μοναδικότητά της.

Είναι ολόκληρη ένα τοπίο «εν τω γίγνεσθαι» και ούτε στιγμή δεν σταματά να ξαφνιάζει τον επισκέπτη.

Συγχρόνως είναι ένας τόπος τον οποίο κάνει συναρπαστικό η παρουσία του έργου και της πίστης του ανθρώπου ,άρρηκτα δεμένα, όπως είναι με το φυσικό περιβάλλον. Οι παράξενοι όγκοι είναι διάτρητοι από μικρές και μεγάλες εκκλησίες ,κελιά που έχουν λαξευτεί στο μαλακό πέτρωμα. Αυτή είναι η χριστιανική, η βυζαντινή κατά κύριο λόγο Καππαδοκία, χωρίς αμφιβολία η πιο γνωστή, η πιο έντονη όψη του χώρου, όχι όμως και η μοναδική.

Στη 2η χιλιετία π.χ Ινδοευρωπαίοι νομάδες οι Χετταίοι εγκαταστάθηκαν στην κεντρική Μικρά Ασία και ίδρυσαν την αυτοκρατορία τους. Τότε δημιουργήθηκαν κέντρα που αιώνες αργότερα συνέχιζαν να υπάρχουν, οι πρώτες πόλεις, τα Τύανα, τα Κύβιστρα, τα Γάρσαυρα.

Στους προϊστορικούς αιώνες η Καππαδοκία ήταν το τέρμα του μεγάλου δρόμου των καραβανιών που ανέβαιναν από τη Μεσοποταμία στην Ανατολία φέρνοντας κασσίτερο και επέστρεφαν φέρνοντας δέρματα ζώων, ασήμι, και χαλκό. Το άνοιγμα αυτό προς τη Μέση Ανατολή έφερνε στον Καππαδοκικό χώρο όχι μόνο εμπορεύματα αλλά και πολιτιστικά στοιχεία από το Ιράν και τη Μεσοποταμία.

Ο πρώτος δρόμος που ένωσε την Καππαδοκία με τη δυτική Μικρά Ασία και την έφερε σε επαφή με το μακρινό Αιγαίο ήταν η «Βασιλική οδός» των Περσών, που από την Έφεσο κατέβαινε νότια μέχρι τα Σούσα στο νότιο Ιράν. Οι στρατιές του Ξέρξη, του Αλέξανδρου, ο Ξενοφώντας και οι Μύριοι του, όλοι αυτοί ακολούθησαν με διαφορετική ο καθένας κατεύθυνση. Όπου όμως και να οδηγούσαν οι δρόμοι αυτοί, αναγκαστικά χρησιμοποιούσαν κάποια από τα νευραλγικά περάσματα που ορίζουν την περιοχή: Στον Άλυ ποταμό στα ΒΔ, τα Τύαννα στο νότο που οδηγούν κατευθείαν στις πύλες της Κιλικίας στον Ταύρο, και το άνοιγμα από τη μεριά της Καισάρειας προς τη Μεσοποταμία. Και τα τρία περάσματα βρίσκονται σε θέσεις ακρινές στις παρυφές, έτσι ώστε, παρά τα τόσα ανοίγματα, η Καππαδοκία να μένει ουσιαστικά ένας τόπος κλειστός ενδοστρεφής.

Οι αρχαίες λατρείες μυστηριακές και πρωτόγονες, αντικατοπτρίζουν τον κλειστό κόσμο της Ανατολίας με τη δυνατή ροπή προς την έκσταση. Κεντρική θεότητα ήταν η μεγάλη Καππαδοκική θεά Μα, μητέρα – δημιουργός και μαζί θεά του πολέμου και της καταστροφής. Αργότερα η Μα ταυτίστηκε με διάφορες θεότητες ελληνικές και ρωμαϊκές. Ο Στράβωνας αναφέρει πως στο ιερό της στα Καστάβαλα οι ιερείς πυροβατούσαν.

Τον 3ο αιώνα π.χ η Καππαδοκία γίνεται ανεξάρτητο βασίλειο κάτω από μια ντόπια δυναστεία, ιρανικής καταγωγής τους Αριαράθες, φιλέλληνες με πάθος για το θέατρο, το γυμνάσιο και την παλαίστρα, την ελληνική φιλοσοφία.

Στις μέρες τους η Καππαδοκία αποκτά πιο στενούς δεσμούς με τον ελληνικό χώρο. Γίνεται κι αυτή τότε ένα κομμάτι, έστω και απομονωμένο, της ελληνίζουσας Ανατολής. Σʼαυτό τον χώρο της θρησκευτικής πολυμορφίας άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες μικρές κοινότητες πιστών μιας νέας θρησκείας, χριστιανισμού, που έφτασε εδώ ακολουθώντας και αυτή, έναν από τους γνωστούς δρόμους των καραβανιών από τον νότο- Συρία, Πύλες Κιλικίας, Καισάρεια. Η παρουσία χριστιανών στην Καππαδοκία επιβεβαιώνεται από τον 1ο κιόλας αιώνα. Οι Καππαδόκες μάρτυρες του χριστιανισμού είναι πολλοί. Δύο όμως ξεχωρίζουν. Ο άγιος Μάμας και ο άγιος Γεώργιος καθώς και οι πνευματικοί δάσκαλοι Βασίλειος ο Μέγας από τη Καισάρεια, ο αδερφός του Γρηγόριος επίσκοπος Νύσσας, ο Γρηγόριος από τη Ναζιανζό όλοι ήταν γνήσια παιδιά των εξελληνισμένων πόλεων της Ανατολής.

Κατά τη βυζαντινή περίοδο η περιοχή αποτελούσε « δεξαμενή έμψυχου υλικού» για τα στρατιωτικά σώματα της Αυτοκρατορίας ενώ κατά τις επιδρομές των Αράβων που κατευθύνονταν προς την Κωνσταντινούπολη η Καππαδοκία γνώρισε πολλά δεινά.

Μετά την εισβολή των Σελτζούκων, το πρώτο μισό του 11ου αιώνα, η περιοχή, περιέπεσε σε πλήρη παρακμή ενώ η κατάσταση επιδεινώθηκε από τους λιμούς και τις επιδημίες, που αποδεκάτισαν τον πληθυσμό και οδήγησαν άλλους στη μετανάστευση κι άλλους στον εκνομαδισμό. Την ισορροπία επανέφερε σε κάποιο βαθμό η ίδρυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας το 15ο αιώνα. Η Καππαδοκία είχε χαρακτηριστεί από πολλούς μελετητές ως η περιοχή με την πιο δυναμική ελληνική κοινότητα της Ανατολής.

Έχουν καταμετρηθεί 74 πόλεις, χωριά και οικισμοί που κατοικούνταν από Έλληνες. Μόλις 25 είχαν αποκλειστικά ελληνικό πληθυσμό, τουρκόφωνους (12 χωρία ) ή ελληνόφωνους (13 χωριά).

Ας πάμε λοιπόν κι εμείς να περπατήσουμε και να μαγευτούμε στον παραμυθένιο τόπο της Καππαδοκίας.

(Αύριο η συνέχεια)