Δίνετε βαρύτητα στην ψυχολογία του κάθε προσώπου, θεωρείτε πως το «κλειδί» για ένα βιβλίο είναι να παρουσιάζει αυθεντικούς χαρακτήρες, συνεπείς οι σκέψεις με τις πράξεις τους;
«Αν σʼ ένα μυθιστόρημα οι χαρακτήρες δεν είναι αυθεντικοί και υπάρχει διάσταση ανάμεσα στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα με τους συλλογισμούς και τις πράξεις τους, τότε παύουν να είναι ζωντανές παρουσίες και καταντούν καρικατούρες θλιβερές κι ανυπόληπτες. Ο συγγραφέας αστυνομικών, λόγου χάριν, που πρωταγωνιστεί στο «Σπασμένο Τακούνι» θα ήταν τελείως παράταιρο αν υποδυόταν έναν χαρτογιακά ή λιμοκοντόρο και δεν ήταν γνήσιος χαρακτήρας ταινίας νουάρ που πίνει, καπνίζει και προπαντός δε μασάει. Ένας Μπόγκαρντ των Εξαρχείων στο είδος του».
Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη συγγραφή βιβλίων; Σας προσφέρει κάτι η ενασχόλησή σας με τη λογοτεχνία;
«Δεν το έκανα σκοπίμως, πιστέψτε, και καν δεν θυμάμαι πώς μου προέκυψε. Ίσως πάλι να ήταν όταν ένα καλοκαίρι πριν από χρόνια συλλογίστηκα διαβάζοντας ένα βιβλίο του Στάιμπεκ, το «Άνθρωποι και ποντίκια» συγκεκριμένα: «Φίλε είναι υπέροχο κάτι τέτοιο, ακόμα και να το επιχειρήσει κανείς». Έτσι χωρίς σκοπό, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς καν να υποψιάζομαι τις κακοτοπιές».

